Παραλία | Σταμάτης Παρασκευάς

 

Φίλος, φίλου, μου ‘χε μιλήσει για ένα αραχνοΰφαντο καλοκαίρι, για μια νυχτερινή γωνιά ενός καλοκαιριού & για τη διχοτόμηση παραδείσου και κόλασης.

Τα τελευταία ερυθρά αιμοσφαίρια που οξυγώνοναν τη μέρα σε ένα αιμάτινο ηλιοβασίλεμα έδυαν κι ο ουρανός όμοιος με φλέβα μπλάβιζε ως κι ίσαμε την νύχτα. “Τέλεια νύχτα”, είπε ο Γιάννης ο ξανθός. “Όντως” συμφώνησε η Λία. Ο μελαχρινός Γιάννης, ο Ζαν -λόγω της γνώσης της γαλλικής τον φώναζαν έτσι- σήκωσε το βλέμμα του την ώρα που σουρούπωνε. Το αγόρι που κάποια στιγμή -να πάνε… μα (κοντοστάθηκε στη σκέψη του) πότε πέρασαν κοντά 2 χρόνια;- ίσως ερωτεύτηκε να ξέφευγε της ταυτόχρονης αυτής νυχτιάς ή να ‘ταν στο ίδιο πλάτος της γης που έπεφτε η σκιά;

Ίσως ερωτεύτηκε: ξέρεις, αυτή η ολίσθηση της πιθανότητας κι αβεβαιότητας ακόμη και για τα προσωπικά μας θέματα που ξανάρχεται -όπως τότε στα ντουζένια- τώρα που όλα ατονούν μετά το πέρας. “Γιατί να ισοπεδώνουμε ό,τι νιώσαμε σαν λιγότερο σημαντικό, όταν αυτό τελειώνει;”, σκέφτηκε φωναχτά ο Ζαν και γύρισαν και τον κοίταξαν όλοι πέρα από τη Λευκή, που έπαιζε με την πετσέτα της. Καιρό τσιμπημένη με τον Ζαν, γιατί “Τι εννοείς πως επειδή είναι γκέι, εγώ δεν έχει νόημα να τον γουστάρω;” είχε πει κάποτε, όταν την αντέκρουε η Λία -φίλες από το Γυμνάσιο, όταν η Λία μετακόμισε λόγω μετάθεσης του στρατιωτικού πατέρα της.

“Τι εννοώ, ρε Λευκή; Αφού δε βγαίνει!” κι η Λευκή σιωπούσε και τότε: “Δεν ισοπεδώνουμε τη σημαντικότητα. Αυτή παραμένει, απλώς αποσύρουμε το πάθος μας γι’ αυτή”, είπε ο Γιάννης επαναφέροντας τη συζήτηση στην ερώτηση του Ζαν. “Τι λες ρε; Πώς γίνεται να υπάρχει κάτι εκεί ξέχωρο σαν τοτέμ χωρίς να το ανατροφοδοτούμε; Δηλαδή η σημασία κι η σημαντικότητα παραμένουν εκεί κι εμείς, όποτε γουστάρουμε τις “αιματώνουμε” με προσοχή και πάθος;” αντέτεινε η Λία. “Αλλά;” “Αλλά…” και του εξήγησε η Λία, πως βρίσκουμε υποκατάστατα για να καλύψουμε μιαν ανάγκη και μια σημασία που γκρεμίστηκε.

Ο Ζαν είχε να το λέει, πως γι’ αυτούς που προσεύχεσαι λίγο λίγο κάνεις και τους αγαπάς. Έτσι του είχε πει η μάνα του. Διόλου θρήσκος, αλλά διατηρούσε μιαν επαφή με την προσευχή πολύ ιδιαίτερη. Προσευχόταν για όλους τους απόντες τριγύρω του τη στιγμή της προσευχής και απευθυνόταν στους ψυχολογικά παρόντες τη στιγμή της προσευχής. Καταλαβαίνει κανείς πως ο φυσικά απών μπορεί να είναι ο ίδιος με τον ψυχολογικά παρόντα κι έτσι η προσευχή ήταν σαν μιαν επίκληση στην αυθεντία του καθενός.

Η Λία ήταν γαρύφαλο. Δεν ήταν τα μαλλιά της, ούτε κάποιο ιδιαίτερο χρώμα μαλλιών ή δέρματος, ούτε το σύνηθες άρωμά της. Αν προσπαθούσες να την ανακαλέσεις στη μνήμη σου, πρώτα θα σου ερχόταν η εικόνα ενός γαρύφαλου σε πολύ κοντινό πλάνο γερμένο προς τ’ αριστερά. Την προηγούμενη νύχτα της αποψινής τους διανυκτέρευσης στην παραλία αυτή την ήσυχη είχε ανταλλάξει μηνύματα με ένα αγόρι, που της είχε κάνει ερωτική εξομολόγηση. Δεν έβρισκε ο ίδιος τον εαυτό του όμορφο και άξιο να γυρίσει αυτή να τον κοιτάξει, μα “Η ομορφιά δεν είναι αξιολογητικό κριτήριο. Είναι σημείο έμπνευσης”. Αυτός τη ρώτησε, γιατί δεν βγαίνανε λοιπόν. “Μα επειδή στο λέω και στο αναγνωρίζω, πως είσαι όμορφος, δε σημαίνει πως σαν Μεσσίας θα σου αποδείξω εγώ τι σημαίνει ομορφιά”. Κι εκείνος δεν καταλάβαινε.

  • Ζαν
  • Ναι, Λευκή μου!
  • Ξέρεις τον Άτλαντα και τον Σίσυφο;
  • Ναι.
  • Ο Άτλας έφερε τον ουράνιο θόλο, μια γιγάντια πέτρα διαρκώς, αδιάκοπα. Ο Σίσυφος πάνω που κάθε φορά έφτανε στο τσακ να τον αποθέσει στην κορυφή τον βράχο του αυτός κατρακυλούσε.
  • Θα μου πεις κάτι για Καμύ;
  • Όχι. Ο Σίσυφος είναι η απάντηση στην υποτιθέμενη ισοπέδωσή σου. Σκέψου εσαεί να είχες το βάρος και την ενοχή μιας σημασίας που δε θα μπορούσες να ελπίζεις πως κάπου θα την εναπόθετες.
  • Δε βοηθά η φιλοσοφία, αγαπημένη μου, γλυκιά μου, Λευκή. (τόσο γλυκά μιλούσε ο Ζαν στους ανθρώπους).

 

Εκείνη τη στιγμή φύσηξε ένας πολύ πολύ δυνατός αέρας μέσα στη ζεστή σκοτεινιά που σάλιωνε η θάλασσα στα χείλη της αμμουδιάς έτοιμη να ψιθυρίσει κάτι. Δυσανασχέτησαν έντονα οι περισσότεροι (ή όλοι, δε θυμόταν καλά ο φίλος που μου μιλούσε για την ιστορία του φίλου του) για τον δυνατό αέρα. Την ίδια στιγμή ο ίδιος ο άερας σε κάποιαν αυλή στο χωριό πιο πέρα θα ήταν ένα βάλσαμο μες στην νύχτα την πνιγηρή από ζέστη κι υγρασία.

Λογικά η Λευκή θα κοιμήθηκε κοντά στον Ζαν ή μακριά, είναι ένα μεγάλο ταλέντο των ερωτευμένων ανθρώπων να δίνουν υπερβολική σημασία στην απόσταση ή υπερβολική αδιαφορία να δείχνουν κι ίσως να τον ονειρεύτηκε ή μπορεί να μην ονειρεύτηκε και τίποτε σχετικό. Στον ύπνο της ήρθε το παλικάρι αυτό που είχε κάνει την εξομολόγηση την προηγούμενη νύχτα στην Λία, τελικά. Τον είδε να της μιλάει με ένα ράμφος και ενώ ήταν αυτός -να, αναγνώριζε τα μάτια του, τη μύτη, το πρόσωπο, τα χέρια του, ένιωθε πως ήταν αυτός, αν και ποτέ του δεν τον είχε δει- θα έπαιρνε όρκο πως ήταν και κύκνος. Και φιληθήκανε ακουμπώντας τα δάχτυλά τους και τα νύχια τους έπεσαν ένα ένα σαν φυλλοφόλου δέντρου τα φύλλα.

Ο Γιάννης ο ξανθός είχε τυλιχτεί γύρω από την κουβέρτα του κι η Λία είχε ξαπλώσει στα πόδια του Ζαν. Έφτιαχναν ένα μεγάλο “Π” αν τους έβλεπες από ψηλά. Ξυπνούσαν από μυγάκια ή το πιο έντονο κύμα της παλίρροιας. Πού και πού ξανάρχιζαν τη συζήτηση. Δεν ξαναφύσηξε παρά μονάχα το πρωί.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s