Η Πολυτάραχη Ζωή ενός Τελειόφοιτου (Ένα συνεχώς αναβαλλόμενο κείμενο, μέρος 2ο) | Τάσος Ζαννής

Η Συνέχεια…

Νοέμβριος 2016: Τα πράγματα αρχίζουν να δυσκολεύουν…

Περίεργος μήνας ο Νοέμβρης. Πολύ περίεργος. Όσο και να προσπαθώ να διατηρώ την ηρεμία και την αισιοδοξία μου, συνέχεια κάτι συμβαίνει, κάτι αλλάζει, από τη μια στιγμή στην άλλη. Δύο θάνατοι (Κρεγκ Γκιλ – ντράμερ των Inspiral Carpets και  Λέοναρντ Κοέν) κι (ακόμη) μία ανείπωτη τραγωδία στον αέρα, με το αεροσκάφος LaMia Airlines να μεταφέρει 77 ανθρώπους και να συντρίβεται στο Μεντεγίν της Κολομβίας. 71 ψυχές δεν τα καταφέρνουν (21 δημοσιογράφοι και σχεδόν όλη η ομάδα της Σαπεκοένσε), ενώ έξι από αυτούς επιζούν. Ταξίδευε για να αγωνιστεί στον τελικό του Copa Sudamericana. Ο κόσμος συγκλονίζεται, το ίδιο και η ψυχή μου.

Πίσω στην μουντή καθημερινότητα, όλα κυλούν με τόσο γρήγορο ρυθμό. Αυτό νιώθω. Δεν μπορώ να σταματήσω τον χρόνο. Δεν μπορώ να πατήσω pause. Δεν μπορώ να σταματήσω την ροή των πραγμάτων. Η ζωή τρέχει, και το ίδιο πρέπει να κάνω κι εγώ για να την προλάβω.

Μία δύσκολη εβδομάδα κλείνει, μια ακόμη πιο δύσκολη και πιο απαιτητική ανοίγει. Δεν κοιμάμαι καλά τα βράδια. Δεν ξέρω, έχουμε τσακωθεί με τον ύπνο. Νιώθω εξαντλημένος, κουρασμένος, πιεσμένος αλλά δεν κοιμάμαι. Θα το μετανιώνω αυτό μετά από χρόνια. Είμαι σίγουρος. Δεν παραπονιέμαι όμως, γιατί αυτή ακριβώς η βιαιότητα της καθημερινότητας, είναι που με παίρνει από το χέρι και με καθοδηγεί. Βρίσκομαι σε μα τέτοια περίοδο στη ζωή μου που η ίδια η καθημερινότητα μού δίνει κράτημα.

Οι έξοδοι έχουν πλέον περιοριστεί κατά πολύ, με εξαίρεση μια Κυριακή βράδυ, που απολαμβάνουμε φάτσα-κάρτα μπροστά μας τους 1000mods. Μετά από καιρό, αποφασίζουμε να γυρίσουμε στο σπίτι με τα πόδια από τη σχολή. Λίγο το κρύο, λίγο ο φόρτος εργασίας, μας κάνουν τις περισσότερες φορές να μετακινούμαστε με το λεωφορείο. Ένα συννεφιασμένο απόγευμα στην Καστοριά, περπατάμε και συζητάμε για όλα όσα έχουμε ζήσει τέσσερα χρόνια τώρα σ’ αυτή την πόλη. Οι συζητήσεις που λαμβάνουν χώρα, μας σκαλώνουν, και η ατμόσφαιρα αποκτά μια πιο μελαγχολική διάθεση. Όμορφα μελαγχολική. «Ξέρεις ποιο τραγούδι κολλάει στην περίπτωση ρε; If Today Was Your Last Day» λέω στον Νίκο, κι αυτός μόλις γυρίζει στο σπίτι, τα παρατάει όλα και κάθεται να καταγράψει σκέψεις και συναισθήματα για ένα τραγούδι, για μία συζήτηση, για ένα περπάτημα από τη σχολή. Το έχει ανάγκη, και το καταλαβαίνει μέσα από μένα. Λίρα εκατό αυτός ο άνθρωπος. Ειλικρινά.

Δίνω δύναμη στον Νίκο, κι ο Νίκος δίνει δύναμη σε μένα. Για να αντέξουμε ακόμη μία μέρα, για να συνεχίσουμε στο ίδιο τέμπο, για να ξεπεράσουμε τους εαυτούς μας. Φτάνει ο Νοέμβρης για να βάλουμε ένα πρόγραμμα στη δουλειά μας. Το προσπαθούμε και πριν αλλά δεν βγαίνει το ρημάδι. Δεν είμαστε πλήρως έτοιμοι για κάτι τέτοιο. Τα σημάδια υπάρχουν, όμως έχουμε αποφασίσει να προσπαθήσουμε για το καλύτερο. Τι είναι στην τελική; Μια ακόμη πρόκληση που έχουμε θέσει στον εαυτό μας. Αυτό είναι. Κι εμείς δεν σταματάμε μέχρι να πετύχουμε τον στόχο μας.

Στο πρόγραμμα έχουμε και μια μέρα off, μακριά από σκέψεις και σκοτούρες για το σεμινάριο. Κάθε Σάββατο βράδυ, λοιπόν, φοράμε τα καλά μας και βγαίνουμε έξω, στον… πολιτισμό. Βγαίνουμε έξω να ξεσκάσουμε λίγο, να αποβάλλουμε το άγχος και να διαχειριστούμε καλύτερα την κατάσταση. Κυρίως όμως, βγαίνουμε έξω για να χαλαρώσουμε, να μιλήσουμε για πράγματα εκτός ακαδημαϊκών πλαισίων, και φυσικά για να πιούμε. Αχ, το ποτό. Λύτρωση είναι το γαμημένο. Μπύρες, ρακόμελα, κρασιά, τσίπουρο, βότκες, ουίσκι. Δεν γνωρίζουμε σύνορα εμείς. Πάντα με μέτρο. Προς μεγάλη μας απογοήτευση όμως, μερικές φορές βλέπουμε ότι μας χτυπάει περισσότερο από ό,τι υπολογίζουμε. Έχουμε ξεσυνηθίσει, διάολε. Δεν αναγνωρίζουμε τους εαυτούς μας. Άτιμο σεμινάριο.

Εν τω μεταξύ, μια απολύτως τυπική μέρα, αρχές του μήνα, εκεί που όλα μοιάζουν απελπιστικά μουντά, εμφανίζεσαι εσύ. Χωρίς να το περιμένω, χωρίς να το ελπίζω. Πάλι από δική μου… παραίνεση αλλά δεν γαμιέται, λέω από μέσα μου. Μιλάμε μετά από καιρό κανονικά, ήρεμα, χωρίς εντάσεις και λοιπά παρατράγουδα. Μιλάμε τυπικά. Όσο κι αν το μισώ, το έχω αποδεχτεί. Για καλό και των δυο μας. Προσέχω κάθε σου μήνυμα, κάθε σου λέξη. Προσπαθώ να δω τι κρύβεται από πίσω. Δεν δυσκολεύομαι ιδιαίτερα, η αλήθεια είναι, αλλά δεν έχει σημασία.

Σε έχω ζήσει και μπορώ να ξέρω πότε είσαι καλά. Δεν είσαι καλά. Αυτό μου λες, αυτό εισπράττω κι εγώ. Θέλω τόσο πολύ να σε βοηθήσω, να μάθω τι έχεις, τι σε απασχολεί, να προσπαθήσω να κάνω κάτι, οτιδήποτε, για να σε κάνω να νιώσεις καλύτερα. Μου λες να μιλήσουμε για κάτι άλλο, να ξεχαστείς. Το σέβομαι και το κατανοώ. Σου λέω βλακείες, από εκείνες, τις γνωστές μου. Σε κάνω να γελάσεις. Αυτό είναι το πιο σπουδαίο μου επίτευγμα εκείνες τις μέρες. Νιώθω περίεργα. Όμορφα περίεργα. Όπως τότε που μιλούσαμε για πρώτη φορά, τότε που μας είχε βρει το πρωί πάνω στο πληκτρολόγιο. Τέτοιες μέρες, πριν από δύο χρόνια ήταν. Μόνο που τώρα, ξέρω ότι η συζήτηση έχει ένα όριο. Και το κατανοώ.

Όσο μαγικές είναι αυτές οι στιγμές συνομιλίας μας, άλλο τόσο με τσακίζουν ψυχολογικά, και δεν μπορώ να διαβάσω ούτε μισή πρόταση στο επιστημονικό άρθρο που μελετάω. Την διαβάζω, την ξαναδιαβάζω, τζίφος. Άδικος κόπος. Γυρνάω πάλι στα μηνύματά μας. Τι στο καλό είναι αυτό που μου κάνεις; Δεν έχω πάνω μου και τσιγάρα, γαμώτο. Το σηκώνει η περίσταση.

Η Στιγμή: Μπορεί να κουράζομαι, μπορεί να μην έχω πολύ χρόνο και διάθεση αλλά όταν κάθομαι να γράφω, ξεχνιούνται τα πάντα. Την 14η Οκτώβρη του 2014, την έχω σημαδεμένη μέσα μου εδώ και δύο χρόνια. Είναι η μέρα που χάθηκα στα μάτια σου, η μέρα που σε αγκάλιασα και σε φίλησα ενώ από πίσω έπαιζε το I Wanna Be Yours. Όλα για πρώτη φορά. Δύο χρόνια μετά, δεν είμαστε μαζί, και στις 14 Οκτώβρη του 2016, κάθομαι ουσιαστικά για πρώτη φορά και ανοίγω την καρδιά μου για σένα, γράφοντας όχι γενικά κι αόριστα, αλλά για την μέρα που γνωριστήκαμε, ενώ παράλληλα κάνω και το επίσημο ντεμπούτο μου στην Πάστα Φλώρα. Ντεμπουτάρω δηλαδή εδώ μέσα, μ’ ένα άκρως ιδιαίτερο θέμα. Τίποτα δεν είναι τυχαίο. Ξέρω τι κάνω.

Το I Wanna Be Yours θα μπορούσε κάλλιστα να είναι Το Τραγούδι Του Μήνα αλλά αποφασίζω να το θέσω εκτός συναγωνισμού. Δεν χρειάζομαι να του βάλω κάποια ταμπέλα για να τονιστεί η ιδιαίτερη σημασία του για μένα. Μόνο να σκεφτείς ότι έπαιζε στη λούπα, απαλά κι όμορφα, καθώς την φιλούσα, θαρρώ πως φτάνει και περισσεύει. Να τα αγαπάτε τα τραγούδια. Να γίνεστε ένα με αυτά, να τα αφήνετε να σας κυριεύουν. Γιατί μπορεί να τα φέρει έτσι η ζωή, που να σας προσφέρουν μια στιγμή την οποία θα τη μνημονεύετε για χρόνια.

Το Τραγούδι: Αν και θα έπρεπε να παίζει συνέχεια ο Κοέν, δεν μπορώ να το διαχειριστώ (όπως έπαθα και με τον Μπόουι), οπότε τον αφήνω για λίγο, και στρέφω την προσοχή μου σε αυτό εδώ το διαμάντι. Κάπου ανάμεσα στο Give It All των Foals και το Scientist των Coldplay, επιλέγω να καταλήξω εδώ. Κάτι μέσα του με τράβηξε λίγο περισσότερο τώρα, αυτή την περίοδο. Δεν το ακούω συχνά. Από επιλογή. Είναι από Εκείνα Τα Τραγούδια. Θα μπορούσα όμως να ξεκινάω κάθε Φθινοπωρινοχειμερινό μου μήνα μαζί του. Πολύ εύκολα όμως. Υπάρχει λόγος. Πάντα υπήρχε. Μουσική, η μόνη διαφυγή.

Ο Matt Berninger, ο τραγουδιστής των National, έχει δηλώσει πως, όταν γράφει στίχους, συνήθως πίνει κρασί και αφήνεται στη μαγεία της στιγμής και της μουσικής που παίζουν τα υπόλοιπα μέλη. Στο συγκεκριμένο τραγούδι, φαίνεται πως το ζευγάρι αντιμετωπίζει προβλήματα και είναι έτοιμο να χωρίσει. Αυτή είναι και η γενικότερη προσέγγιση του άλμπουμ: να προσπαθείς να κρατήσεις ζωντανή μια σχέση που οδεύει στον γκρεμό.

Παρότι το feeling του δεν είναι καθόλου χαρούμενο, μέσα του ενυπάρχει ο σαρκασμός και το χιούμορ. Είναι μια γκρίζα περιοχή της καρδιάς ανάμεσα στην σκληρότητα και την ειλικρίνεια των συναισθημάτων. Γράφει για τους εθιστικούς φόβους που τον κρατούν ξύπνιο τα βράδια, είτε αυτοί έχουν να κάνουν με τον ρομαντισμό, με το άγχος της καθημερινότητας, με τους λογαριασμούς που πρέπει να πληρώσει ή με το να είναι καλός γονιός και σύζυγος. Είναι μια είδους κάθαρση για εκείνον. Νιώθει προβληματισμένος και θέλει να το αποτυπώσει στα τραγούδια του.

The National – Conversation 16
[High Violet, 2010]

 

Δεκέμβριος 2016: Η Παρουσίαση του Σεμιναρίου, η Εκδρομή και Το Τελευταίο (Μεγάλο) Άρθρο της Χρονιάς

Και φτάνουμε επιτέλους στον Δεκέμβρη. Όπου Δεκέμβρης σημαίνει τέλος σεμιναρίου! Οι πρώτες μέρες του μήνα κυλούν μαρτυρικά. Έχοντας ρίξει τη… δουλειά της ζωής μας τον Νοέμβριο, η καθηγήτρια μας βλέπει πανέτοιμους για να παρουσιάσουμε πρώτοι το σεμινάριο. Μπορεί εμείς να της λέμε μέσες-άκρες «γιατί μας το κάνετε αυτό, να μας πεθάνετε θέλετε; Κάπου ώπα δηλαδή», αλλά εκείνη εμμένει στην απόφασή της, κι έτσι έχουμε μία βδομάδα μπροστά μας να τελειοποιήσουμε το έργο μας και να το παρουσιάσουμε. Όσο περίφημα κι αν τα πηγαίνουμε, δεν είμαστε πλήρως έτοιμοι για την παρουσίαση. Δηλαδή, ναι, θα το τρέχαμε λίγο (όπως και συμβαίνει), αλλά σ’ αυτό που συμφωνούμε με τον Νίκο, είναι ότι, αν η παρουσίαση γινόταν δύο εβδομάδες αργότερα, το αποτέλεσμα θα έβγαινε αρτιότατο. Με στυλ και άποψη, και δίχως να βιαστούμε. Αποφασίζουμε να δούμε το ποτήρι μισογεμάτο όμως, και καταλήγουμε στο ότι μας βολεύει να παρουσιάσουμε πρώτοι για πολλούς και διάφορους λόγους. Κάποιος πρέπει να κάνει την αρχή. Κι αν δεν την κάνουμε εμείς, τότε ποιος ρε διάολε;

Οι μέρες περνούν, έρχονται οι White Lies, δεν πάω, έρχονται και οι Motorama, ούτε εκεί πάω. Δεν έχω χρόνο. Έχουμε χάσει τον ύπνο μας, και είμαστε όλη τη μέρα στο σπίτι με δεκάδες χαρτιά τριγύρω. Τι γίνεται, πότε τελειώνει όλο αυτό, βαριέμαι, νυστάζω, θέλω καφέ, θέλω ρακόμελο, θέλω τσιγάρα. Θέλω απλά να πετάξω όλα αυτά τα χαρτιά που είναι μπροστά μου, να τσακίσω δυο κρέπες και να κοιμάμαι μέχρι να παίξει ξανά η Λίβερπουλ. Γίνεται; Αμ, δεν γίνεται. Όχι τώρα, τουλάχιστον. Τώρα είναι η ώρα των τελικών αποδείξεων.

Η μέρα της κρίσης, έχει πλέον φτάσει. Δευτέρα, 5 Δεκεμβρίου του 2016. Ξυπνάμε από τις 7 το πρωί για να βάλουμε τις τελευταίες πινελιές. Το έγγραφο κλείνει στις 64 σελίδες περίπου. Μας λείπουν κάτι μικρά που θα προσθέσουμε στη συνέχεια, αλλά θα τα πάμε τέλεια. Είμαστε σίγουροι. Όσο περνά η ώρα, το άγχος ολοένα και μεγαλώνει. Μα δεν είναι άγχος παρά υπερένταση. Βλέπεις, δεν θέλουμε απλά να παρουσιάσουμε και να φύγουμε. Όχι, δεν είμαστε τέτοιοι. Είμαστε τελειομανείς εμείς. Θέλουμε να την παρουσιάσουμε και να το νιώσουμε μέσα μας, να γίνουμε ένα με το θέμα, να το εξηγήσουμε όσο καλύτερα μπορούμε. Γιατί εμείς οι δύο στο μέλλον θα κάνουμε χρυσές δουλειές. Γιατί αν είναι να κάνεις κάτι, φρόντισε να το κάνεις σωστά και μετρημένα. Οι προχειρότητες δεν είναι για μας. Το ξέραμε απ’ την αρχή.

Φτάνει η μεγάλη ώρα. Η καρδιά χτυπάει δυνατά, σαν τότε, στην πρώτη μας εργασία. Έχουμε φτάσει πλέον στην παρουσίαση μίας εκ των τελευταίων μας. Ποιος να μας το ‘λεγε. Σηκωνόμαστε και ξεκινάμε την παρουσίαση. Τα λεπτά περνούν κι εμείς μιλάμε ασταμάτητα. Αναλύσεις επί αναλύσεων, ο ένας πίνακας συσχέτισης μετά τον άλλον. Η παρουσίαση έχει μόλις τελειώσει για να ακολουθήσει το χειροκρότημα και τα σχόλια της καθηγήτριας.

Μπορούμε πλέον να χαλαρώσουμε. Μετά από τόσα ξενύχτια, τόσους καφέδες, τόσο διάβασμα, τόσες μεταφράσεις και τόση πίεση, μπορούμε πλέον να νιώσουμε όχι απλά χαρούμενοι μα και δικαιωμένοι. Κι αυτό διότι τα λόγια που εισπράττουμε από υους συμφοιτητές και την καθηγήτρια, ήταν πάρα πολύ θερμά. Δεν ξέρω αν τα έχουμε πάει τόσο τέλεια όσο θέλαμε, αλλά το μόνο σίγουρο είναι ότι βάλαμε όλη μας την ψυχή και πλέον τα έχουμε καταφέρει. Καθόμαστε στη θέση μας και ρίχνουμε χαμόγελα ικανοποίησης ο ένας στον άλλον. «Ρε τι κάναμε; Μήπως τελειώσαμε; Μήπως σκίσαμε;», του ψιθυρίζω, και δίνουμε ένα δυνατό brofist. Το brofist της επιτυχίας, Νίκο, αγόρι μου. Αυτό που σου λέω.

Δεν έχει φύγει απλά ένα βάρος από πάνω μας. Από εκείνη τη στιγμή, νιώθουμε πως επιστρέφουμε στην κανονικότητα του προγράμματός μας. Δεν ξέρω κι αν υπερβάλω κιόλας περιγράφοντας τη διαδικασία του σεμιναρίου. Θα νομίζει κάποιος ότι κάνουμε διπλωματική. Διπλωματική δεν κάνουμε (ακόμα), αλλά ρίχνουμε ατελείωτες ώρες ψάχνοντας/διαβάζοντας/μεταφράζοντας επιστημονικά άρθρα. Βλέπεις, θέλουμε να το προχωρήσουμε και σαν πτυχιακή το θέμα. Τόσο μας καυλώνει. Ούτε απλή διαδικασία θεωρείται, αλλά ούτε και κάτι άπιαστο. Όλα στο μυαλό είναι. Αν θες κάτι, θα βάλεις τα δυνατά σου και θα το πετύχεις. Ο εχθρός του καλού, μαθαίνω από μικρός, είναι πάντα το καλύτερο. Μιας κι ο Νίκος συμμερίζεται ακριβώς την ίδια άποψη, λέμε να ξεπεράσουμε τους εαυτούς μας. Και ω ναι, τα καταφέραμε. Μπορεί να κάναμε τόσες θυσίες αλλά αυτή η στιγμή που αναγνωρίζονται οι κόποι σου, είναι τόσο γαμημένα ανεκτίμητη. Το λέω και το πιστεύω. Δεν υπάρχει ωραιότερο πράγμα στον κόσμο από το να βλέπεις τα όνειρά σου να πραγματοποιούνται. Κι ας ανεβαίνεις ένα-ένα τα σκαλιά. Δεν χρειάζεται βιασύνη. Είδαμε τι έπαθε κι ο λαγός στο γνωστό παραμύθι. Υπομονή, πίστη και προσπάθεια. Αυτά θέλει.

Έχοντας αποβάλει από μέσα μας την πίεση όλης αυτής της περιόδου (και ολοκληρώνοντας λοιπές ακαδημαϊκές υποχρεώσεις), μπαίνουμε στο λεωφορείο και ταξιδεύουμε για τα όμορφα Γιάννινα, τα οποία επισκέπτομαι για πρώτη φορά μετά από 16 ολόκληρα χρόνια. Περνάμε καλά, απολαμβάνουμε κάθε στιγμή και πριν καν το καταλάβουμε, έχουμε επιστρέψει στα σπίτια μας. Το χρειαζόμουν ένα ταξιδάκι. Μακριά από μαθήματα και λοιπές σκοτούρες. Για πρώτη φορά στα τέσσερα χρόνια, νιώθω ότι πιέζω τον εαυτό μου ώστε να ξεπεράσω τα όριά μου. Του είχα δώσει μια υπόσχεση λίγους μήνες πριν, βέβαια. Ότι, κοίταξε να δεις Τάσο, τελευταίο έτος έφτασες, είσαι ένα βήμα πριν την πρακτική σου, έχεις κάνει τόση υπερπροσπάθεια, τόσες εργασίες, δεν διανύεις και την πιο ευτυχισμένη περίοδο της ζωής σου, το ξέρω, αλλά κάνε λιγάκι ακόμα υπομονή και θα δεις τους κόπους τεσσάρων ετών να ανταμείβονται.

Συνήθως οι άνθρωποι, όταν γυρίζουν από εκδρομές, το μόνο που χρειάζονται είναι ξεκούραση. Εκείνο το βράδυ, για ακόμα μια φορά, καταλαβαίνω ότι δεν είμαι ένας συνηθισμένος άνθρωπος. Γιατί αυτό που χρειάζομαι εγώ, απέχει κατά πολύ από την αντιληπτή πραγματικότητα ενός κουρασμένου ανθρώπου. Δε νομίζω να χρειάζονται πολλοί κουρασμένοι άνθρωποι κρασί, τσιγάρα κι ένα τετράδιο για να ελέγξουν, να δαμάσουν την ορμητικότητα της σκέψης τους.

Και κάπου εκεί, ξεπροβάλλεις και πάλι εσύ, σαν το υπέρλαμπρο ουράνιο τόξο μετά από καταρρακτώδη βροχή. Ξεπροβάλλεις εσύ, κι εγώ εξαφανίζομαι σταδιακά. Ξέρεις… προσπαθώ. Προσπαθώ κάθε μέρα. Όχι να μη σε σκεφτώ. Αυτό θα ήταν εντελώς ανώφελο. Προσπαθώ κάθε μέρα να σε σκέφτομαι με έναν τέτοιον τρόπο ώστε η σκέψη σου να μου δίνει μια ώθηση να συνεχίσω. Να συνεχίσω να γίνομαι καλύτερος.

Η Μουσική χτίζει μια γέφυρα μέσα μου. Μια συναισθηματική γέφυρα επικοινωνίας μεταξύ εσένα κι εμένα. Είναι ο τρόπος μου να σου μιλήσω, να σε προσεγγίσω. Είναι ο τρόπος μου να εισβάλλω στον κόσμο σου και να τον γνωρίσω, να τον εξερευνήσω, ξανά, από την αρχή, σπιθαμή προς σπιθαμή. Όλη την ώρα παίζει το She Bangs The Drums στα αυτιά μου. Δεν μπορώ να σου εξηγήσω τι μου προκαλεί αυτό το τραγούδι. Είσαι οι αναγεννησιακοί ερωτικοί στίχοι, η γνήσια αχανή μελωδία, η μαγευτική φωνή του Ian Brown, οι γλυκές παραμορφώσεις της κιθάρας, ο ονειρικός ήχος των ντραμς. Είσαι τόσο γαμημένα όμορφη. Σε συναντάω στα όνειρά μου, σου τραγουδάω και σου υπενθυμίζω συνεχώς πόσο γαμημένα όμορφη είσαι. Γιατί δε θέλω να το ξεχνάς ποτέ αυτό.

Αυτές είναι οι σκέψεις μίας σειράς νυχτών που ακολουθούν, και είναι πέρα για πέρα μοναχικές. Βέβαια, πλησιάζουν και Χριστούγεννα. Κι εγώ δίνω ακόμα μία υπόσχεση στον εαυτό μου, την οποία και κάνω πράξη μόλις φτάνω στη Σύρο. Το σπίτι, ζεστό. Στο τραπέζι, βλέπω διαφόρων ειδών γλυκά και ένα πιάτο σπιτικό φαγητό να με περιμένει. Το δέντρο, εκεί, στην καθιερωμένη του θέση. Στολισμένο, περιποιημένο, με τις καρδούλες και τα φωτάκια του. Γυρίζω στο σπίτι, μετά από σχεδόν τέσσερις μήνες. Κανείς όμως δεν ξέρει ότι δεν γυρίζω με άδεια χέρια.

Το έχω οργανώσει το σχέδιο στο μυαλό μου. Μια μέρα, πριν πάω στο μάθημα, αποφασίζω να ξυπνήσω λίγο πιο νωρίς, και να ξοδέψω μερικά χρήματα προκειμένου να συγκεντρώσω δώδεκα δωράκια, ένα για κάθε άτομο της οικογένειας. Μια κίνηση που έπρεπε να είχα κάνει εδώ και καιρό. Όχι κάτι υπερβολικό, μη φανταστείς. Δωράκια διακοσμητικά, δωράκια που θα χρησιμεύσουν στην καθημερινότητα του καθενός. Πώς και παίρνω μια τέτοια απόφαση; Πριν κάμποσους μήνες είχα υποσχεθεί, σε ένα συγκεκριμένο άτομο και στον εαυτό μου, ότι θέλω να ανταποδίδω την αγάπη, τη βοήθεια και τη στήριξη που μου παρέχουν τόσα χρόνια. Χωρίς αυτούς, δεν θα είχα φτάσει ως εδώ, δεν θα ήμουν αυτός που είμαι. Θέλω να γίνομαι καλύτερος με την κάθε μέρα που περνάει.

Η μαμά κοιμάται γιατί θα πιάσει το ταξί στις 6. Το ίδιο και η γιαγιά, η οποία δεν έχει ιδέα ότι είμαι ενάμισι λεπτό μακριά της, και θα μας δει φάτσα κάρτα μπροστά της αύριο το πρωί με την ξαδερφούλα, και θα λέει «άχου, θα τρελαθώ». Όλοι κοιμούνται, κι αύριο, σε ανύποπτο χρόνο, θα δεχτούν ένα δώρο αγάπης. Θέλω να γίνομαι καλύτερος μέσα από μικρά, απλά, καθημερινά πράγματα που ξέρω ότι μπορούν να σταθούν ικανά ώστε να δω ένα γλυκό χαμόγελο στα πρόσωπά τους. Τότε, ναι, θα ξέρω ότι έχω εκπληρώσει την αποστολή μου με απόλυτη επιτυχία.

Σμίγω ξανά με φίλους και συγγενείς, λέμε τις ιστορίες του ο καθένας, για να φτάσουμε στην 31η του Δεκέμβρη.

Η στιγμή: Ξημερώνει 31 Δεκεμβρίου του 2016. Το ξεκίνημα της τελευταία μέρας του χρόνου, με βρίσκει άυπνο και ξαπλωμένο, με το λάπτοπ στα γόνατα, ακούγοντας για αρκετή ώρα Slowdive. Έξω βρέχει, κι εγώ έχω μόλις ολοκληρώσει ένα κείμενο κοντά στις 5.500 λέξεις. Είναι το δεύτερο κείμενό μου εδώ μέσα. Κατά έναν παράδοξο τρόπο, δεν νιώθω κουρασμένος μετά από την κοπιαστική μας προσπάθεια με το σεμινάριο. Κι έτσι, συνεχίζω να γράφω, απρόσκοπτος και μεθυσμένος από τις αναμνήσεις. Κλείνομαι στο σπίτι, μακριά από όλους κι από όλα για λίγες ώρες. Θέλω να μείνω μόνος, μαζί με τα τσιγάρα κι ένα μπουκάλι μαυροδάφνη. Επιλέγω να χαθώ στη Μουσική εκείνο το βράδυ, με αποτέλεσμα να γράψω για σένα και για μένα. Πολλά μπορεί να έχουν αλλάξει, αλλά αυτά που έχουμε ζήσει, τα κρατάω καλά φυλαγμένα μέσα μου. Το Crazy For You των Slowdive κλείνει και ανοίγει ταυτόχρονα τη μέρα με έναν υπερβατικά μαγικό τρόπο.

Το Τραγούδι: Μιας και είναι ο τελευταίος μήνας του χρόνου, επιλέγω να κάνω μια μίνι ανασκόπηση. Αφήνοντας έξω τον Νικ Κέιβ αλλά και την ιδιαίτερη αδυναμία που έχω στους Last Shadow Puppets, η καρδιά μου με οδηγεί εδώ.

Το WALLS (We Are Like Love Songs), είναι το έβδομο άλμπουμ των Kings Of Leon, και κυκλοφόρησε στις 14 Οκτώβρη. Όλα τα τραγούδια, ένα προς ένα, είναι εκπληκτικά. Όταν όμως, κάθισα και άκουσα με την ησυχία μου για πρώτη φορά το Over, ένιωσα ένα πολύ γλυκό τσίμπημα στην καρδιά. Κάτι ήθελε να μου πει το τραγούδι. Ήρθε από το πουθενά, μου πήρε την ψυχή, και δεν έχω σταματήσει να το ακούω εδώ και μήνες. Η οικογένεια Followill έκανε πάλι το θαύμα της κι έβγαλε ακόμη μια ομορφιά. Οι Kings of Leon, το λέω και το πιστεύω, είναι από εκείνες τις λίγες μπάντες που διατηρούν, μετά από τόσα χρόνια, την μουσική τους αξιοπιστία και δεν απογοητεύουν ποτέ κανέναν. Είναι από τις πιο αξιέπαινες και μεγαλοπρεπείς μπάντες που υπάρχουν τη σήμερον ημέρα στη μουσική βιομηχανία. ‘I’ll hang around forever until you cut me down, all pressed and ready to face the crowd’.

Kings Of Leon – Over
[WALLS, 2016]

 

 

Ιανουάριος 2017: Τα νέα δεδομένα για την Πρακτική, η θλιβερή Λίβερπουλ και η Εξεταστική

Οι μέρες περνούν στη Σύρο αλλά οι εναπομείνασες εργασίες με καλούν να επιστρέψω στην Καστοριά. Πολλά τα μαθήματα, πολλές κι οι εργασίες. Δείχνω σοβαρό και πειθαρχημένο πρόσωπο, παραδίδω όλη τη δουλειά μου εγκαίρως, και τώρα μου μένουν λίγες στιγμές ηρεμίας και χαλάρωσης πριν την εξεταστική. Μία εξεταστική που έρχεται να ολοκληρώσει μια άκρως πιεστική περίοδο. Μία εξεταστική ολίγον τι διαφορετική από τις προηγούμενες – όχι πιο δύσκολη αλλά πιο απαιτητική, για διάφορους λόγους.

Πολύ γαμημένος ο Γενάρης. Δεν βρίσκω την ησυχία μου καθόλου, όσο κι αν προσπαθώ. Πάντα κάτι γίνεται και είμαι μες την ένταση. Μερικές φορές κοιτάω τον εαυτό μου στον καθρέφτη, και δεν με αναγνωρίζω. Ο Τάσος έχει χάσει την ενέργειά του, τη ζωντάνια του, την επιθυμία του για τόσα πράγματα. Ξαφνικά φτάνω στο Ζ’ εξάμηνο, όλα σοβαρεύουν και δυσκολεύουν απότομα, με αποτέλεσμα ο χρόνος να είναι μειωμένος. Είναι πού επιλέγεις να δοθείς, από πού επιλέγεις να κρεμαστείς για να μη χάσεις τον έλεγχο, να μην πέσεις και τσακιστείς. Δεν θα μάθεις ποτέ πόσο προσπαθώ να ξεχνιέμαι μερικές φορές, πόσο λίγο απέχω απ’ την κατάρρευση, πόσο πολύ μου λείπεις. Ποτέ.

Τι ψοφόκρυο είναι αυτό; Τι εννοείς -15 βαθμούς κελσίου κάθε μέρα κι εμείς πρέπει να πηγαίνουμε ανελλιπώς στα πρωινά μαθήματα γιατί είναι τα τελευταία; Αλλά χιονίζει, δικέ μου. Βλέπω τόσο χιόνι σε διάρκεια δύο εβδομάδων όσο δεν έχω δει ποτέ μου. Κι είναι τόσο όμορφο, τόσο αγνό. Η γαμημένη εξεταστική να μην υπήρχε κι όλα τέλεια θα ήταν.

Δύο τραγούδια με κρατούν όρθιο και ζεσταίνουν την ψυχή μου όλες αυτές τις μέρες. Diamonds από The Boxer Rebellion και Pyro από Kings Of Leon. Δύο τραγούδια που έχουν μια πολύ ιδιαίτερη θέση στην καρδιά μου. Κι αν δεν το ήξερα πριν, το μαθαίνω τώρα. Τώρα που αναζωπυρώνονται μέσα μου, έρχονται απ’ το πουθενά και συντροφεύουν γλυκά και μελωδικά όλες τις στιγμές της μέρας μου.

Στα ξαφνικά, βέβαια, έρχεται και μια είδηση που με συνταράσσει, καθώς αλλάζει όλα όσα έχω στο μυαλό μου. Η μαμά φτάνει στην Καστοριά λίγο πριν την εξεταστική κι ο χρόνος που περνάω μαζί της είναι ελάχιστος (λόγω διαβάσματος) αλλά άκρως πολύτιμος. Μετά από αρκετές συζητήσεις και νέα δεδομένα που προκύπτουν, τα σχέδια για την πρακτική μου σε εφημερίδα της Σύρου, ακυρώνονται λόγω ενός χρωστούμενου μαθήματος. Τα βάζουμε κάτω με τη μαμά και καταλήγουμε στην απόφαση να κάνω την πρακτική μου σε τοπική εφημερίδα της Καστοριάς. Μια απόφαση που έχει τα θετικά και τα αρνητικά της. Μια απόφαση όμως, που λαμβάνεται με κριτήριο πρώτα και πάνω απ’ όλα, την ολοκλήρωση των σπουδών μου. Γιατί είμαι τόσο κοντά, διάολε.

Και μέσα σ’ όλα, έχω και τη Λίβερπουλ που καταφέρνει κάτι εξωπραγματικό τον Γενάρη του 2017. Πιθανότατα θα τον θυμούνται άπαντες με το τέλος της σεζόν, γιατί αυτή η ομάδα κερνάει την μία πίκρα μετά την άλλη αυτόν τον μήνα, κι εγώ, μαζί με όλους τους άλλους, δεν μπορώ να πιστέψω στα μάτια μου.

Γράφω-σβήνω, γράφω σβήνω. Συνεχώς και αδιαλείπτως. Το μυαλό κάνει σβούρες γύρω απ’ το φάντασμα του εαυτού μου. Το σέρνω από δω κι από κει. Ψάχνει ένα μέρος να κοντοσταθεί, να ξαποστάσει. Δεν είναι καλές αυτές οι μέρες. Αυτή η περίοδος ημερών, δεν είναι καθόλου, μα καθόλου ευνοϊκή για την ομάδα. Κι αφού αποτελεί την μεγάλη μου Δραπέτευση απ’ τη μουντή καθημερινότητα που με περιβάλλει, ούτε για μένα είναι και οι ευνοϊκότερες μέρες του βίου μου. Σαφώς και υπάρχουν πολύ σοβαρότερα θέματα από το ποδόσφαιρο αλλά είναι κάτι που καταφέρνει και με τραβάει, με σπρώχνει μακριά από τη σκοτεινή πλευρά του μυαλού μου.

Σταματάω. Σκέφτομαι αν όλα αυτά που γράφω βγάζουν κάποιο νόημα, αν οδηγούν στην εξαγωγή οποιουδήποτε συμπεράσματος. Μάταια. Όλα είναι μάταια κι ανώφελα. Η Λίβερπουλ δέχεται τρεις (3) ήττες συνεχόμενες μέσα στο Άνφιλντ, και μέσα σε τέσσερις (4) ημέρες καταφέρνει (γιατί περί κατορθώματος πρόκειται) να αποκλειστεί από δύο (2) διοργανώσεις στις οποίες όχι μόνο υπολόγιζε ότι θα διακριθεί, αλλά και το ότι, μέσω των κατακτήσεων τους, η ομάδα θα πάρει ψυχολογία για τη δύσκολη συνέχεια. Φευ.

Είμαι φύσει αισιόδοξος άνθρωπος, και πάντα βλέπω το ποτήρι μισογεμάτο. Ακόμα και τώρα, σε μια πολύ ανεξήγητη και περίεργη περίοδο για την ομάδα, εξακολουθώ να βλέπω μια σπιθίτσα, ένα φωτάκι, μια σχισμή ελπίδας μέσα στη γενικευμένη κατακραυγή και στην εκνευριστική μουρμούρα του περίγυρου. «Εμείς θα είμαστε εδώ, πάλι. Κάπως, καταφέρνουμε και γινόμαστε συνεχώς περισσότεροι. Κάπως», όπως γράφει πολύ εύστοχα μια ψυχή.

Η Στιγμή: Ένα παγωμένο βράδυ του Γενάρη, χτυπάει ξαφνικά το τηλέφωνο. Ο Νίκος δεν ακούγεται στα κέφια του και μου λέει να περπατήσουμε λίγο. Το ρολόι δείχνει 00:30. Είχα ετοιμαστεί για ύπνο αλλά μόλις τον ακούω, συνέρχομαι, ντύνομαι χοντρά και σε λιγότερο από ένα λεπτό βρίσκομαι έξω από την πόρτα του. Μένει στον απέναντι δρόμο. Η ευτυχία η ίδια, τέσσερα χρόνια τώρα.

Παίρνουμε μπύρες και καθόμαστε σ’ ένα παγκάκι. Συζητάμε για πολύ ώρα. Πόσες αλήθειες ξερνάμε αυτό το βράδυ; Δεν πρόκειται να τις γράψω αλλά τις θυμάμαι όλες. Αλήθειες, σκέψεις, φοβίες που κρύβονταν καλά μέσα μας όλη την περίοδο της πίεσης με το σεμινάριο. Εκείνο το βράδυ μάλλον, είναι γραφτό να τα βγάλουμε από μέσα μας. Καθώς φεύγουμε, κρατάω τα καπάκια από τις μπύρες μας στην τσέπη μου, και τώρα βρίσκονται στο γραφείο μου, σε ξεχωριστή θέση. Το κάνω αυτό για να κρατήσω τη στιγμή. Είμαι κι εγώ ένας Συλλέκτης Στιγμών, όπως κι αυτός στα Φτηνά Τσιγάρα. Μπορεί να μη σημαίνει και τίποτα μετά από μερικά χρόνια αυτή μου η κίνηση, αλλά σημασία έχει ότι σκέφτηκα να το κάνω μιας και κατάλαβα ότι εκείνο το βράδυ, δεν ήταν ακόμα ένα βράδυ. Τα βλέμματά μας, λένε πολλά. Είμαστε δυο Πολεμιστές της Αγάπης. Δεν την πολεμάμε, αλλά πολεμάμε γι’ αυτήν. Νομίζω το θέτω πολύ εύστοχα.

Το Τραγούδι: Το Diamonds φαίνεται να ξεχωρίζει στην καρδιά μου αλλά στις 12 Γενάρη, συμβαίνει κάτι που μου δίνει φτερά. Οι Slowdive, η αγαπημένη μου shoegaze μπάντα, επιστρέφει 22 χρόνια μετά το Pygmalion, υπογράφοντας με την ανεξάρτητη Dead Oceans.

Το ακούω ξανά και ξανά, και με κάνει να αισθάνομαι ότι φεύγω από αυτόν τον κόσμο, και πάω σε έναν άλλον. Κι εκεί, σ’ αυτόν τον άλλο κόσμο, είναι μαζί μου άνθρωποι που νιώθουν την ίδια καύλα, την ίδια απόλαυση, την ίδια διάθεση να σηκωθούν και να χορέψουν στους ρυθμούς της shoegaze, ν’ αφήσουν τον παρορμητισμό τους, να τους οδηγήσει σε μια κατάσταση νιρβάνας, να απελευθερώσουν κάθε ίχνος της κουραστικής τους ζωής, και νιώσουν, επιτέλους, ζωντανοί – ζωντανοί κι Ερωτευμένοι. Εκεί, σ’ αυτόν τον άλλο κόσμο, χορεύω μαζί σου, χαζεύω τις κινήσεις σου, τα μάτια σου, το χαμόγελό σου, τα μαλλιά σου που ανεμίζουν ανέμελα. Σε κοιτάζω, σε αγγίζω, σε απολαμβάνω, μου γελάς, σου γελάω. Σε φιλάω γλυκά, όπως την πρώτη φορά, και γινόμαστε χρωματιστά πυροτεχνήματα που λάμπουν ψηλά στον ουρανό. Νιώθω ότι έχω γεννηθεί σε λάθος εποχή. Τι γυρεύει ένας Ρομαντικός στα 21 του σε μια τέτοια εποχή;

22 χρόνια μετά, παραμένουν τα μαγευτικά φωνητικά, το δραματικό build-up, οι αχανείς μελωδίες, οι απόκοσμες κιθαριστικές παραμορφώσεις. 22 χρόνια μετά και η shoegaze μοιάζει αναλλοίωτη στο χρονοντούλαπο της μουσικής ιστορίας. Τελικά, η Μουσική είναι η σπουδαιότερη δραπέτευση.

Slowdive – Star Roving
[
Slowdive, 2017]

 

 

Φεβρουάριος 2017: Το Τέλος της Εξεταστικής και η Οριστική Μετακόμιση του Νίκου

Περίεργες μέρες κάνει ο Φλεβάρης. Τόσο στον καιρό όσο και στην ψυχή μου. Ξημερώνει επιτέλους η τελευταία μέρα της ρημάδας της εξεταστικής. Προσπαθώ να συγκρατήσω και να ενθαρρύνω τον εαυτό μου. Να του δώσω δύναμη, να συνεχίσει να αποδίδει κάθε μέρα τα μέγιστα. Ως γιος, ως φίλος, ως φοιτητής, ως αρθρογράφος, ως (καλύτερος) άνθρωπος. Δίνω και το τελευταίο μάθημα και πέφτω για ύπνο κατευθείαν. Δεν έχω δύναμη ούτε και όρεξη για κάτι άλλο. Έχω δώσει ό,τι είχα και δεν είχα για να τα πάω όσο καλύτερα μπορούσα στην εξεταστική. Κάτι που θα φαινόταν λίγο αργότερα, όταν στα περισσότερα μαθήματα θα έπαιρνα βαθμούς άνω του 7,5.

Σαν να συμβαίνουν μερικά πράγματα σε μένα, για μένα, χωρίς εμένα. Θέλω να γράψω κάτι, έχω την ανάγκη να το κάνω, να ξεδώσω λίγο, αλλά δεν αρκεί η θέληση. Πρέπει να συνεργαστεί και το μυαλό. Χρειάζεται επειγόντως ξεκούραση. Πέφτουν πολλά μαζεμένα και πρέπει να ηρεμήσει για να επεξεργαστεί τα δεδομένα. Περνούν όμως μέρες από τότε που έγραψα κάτι. Σαν να μην είμαι ο εαυτός μου τώρα τελευταία. Σαν να χάνω τον έλεγχο.

Μαθαίνω όμως, ότι στις 16 Νοεμβρίου ο Νικ Κέιβ με τους Bad Seeds θα έρθουν στο Φάληρο και η έκστασή μου είναι τόσο μεγάλη που προμηθεύομαι το εισιτήριο από την πρώτη κιόλας μέρα κυκλοφορίας.

Η Στιγμή: Βέβαια, αφού έχουν τελειώσει και τα μαθήματα κι έχω απαλλαχθεί από λοιπές σκοτούρες, το βάρος πέφτει σε κάτι που σκέφτομαι εδώ και μήνες αλλά συνεχώς το αποφεύγω. Μόνο που τώρα, έχει φτάσει η στιγμή να το αντιμετωπίσω. Γιατί τώρα, μετά από τόσα πολλά που έχουμε ζήσει σ’ αυτή την πόλη, ο Νίκος ξενοικιάζει. Είναι γεγονός πλέον. Το λέγαμε κάποτε, αναρωτιόμασταν πώς θα είναι η ζωή όταν ο ένας απ’ τους δύο φύγει πιο νωρίς. Να που ο καιρός πέρασε και μας κάνει να αναπολούμε στιγμές και καταστάσεις.

Δεν θα το κρύψω. Συντελείται μια αλλαγή μέσα μου αυτές τις μέρες. Προσπαθώ να προσαρμοστώ στο γεγονός ότι φεύγει ο καλύτερος φίλος μου κι ότι οι νύχτες δεν θα είναι ίδιες χωρίς αυτόν. Γιατί έτσι είναι. Σίγουρα αλλάζουν τα πράγματα από δω και πέρα. Δεν είναι της παρούσης αυτές οι σκέψεις όμως. Αυτό που μετράει τώρα, είναι να φάμε, να δούμε ταινίες, να βγούμε έξω, φυσικά να πιούμε, να μιλήσουμε. Να ζήσουμε τη στιγμή.

Τον βοηθάω με την μετακόμιση, βλέπουμε το Fight Club το απόγευμα και το τελευταίο του βράδυ στην Καστοριά, το εκμεταλλευόμαστε στο έπακρον. Δεν κάνουμε και κάτι πρωτότυπο, μη φανταστείς. Ό,τι κάναμε πάντα. Αυτό θέλουμε, αυτό χρειαζόμαστε. Τυπικά πράματα. Ηρεμία και το πιοτό να ρέει. Κυρίως το δεύτερο. Φυσικά και υπό την κατάλληλη μουσική συνοδεία. Γι’ αυτό κι εγώ φροντίζω να παίξει το House Of The Rising Sun, ένα από τα αγαπημένα του. Μιλάμε. Μιλάμε πολύ. Και πίνουμε. Έτσι κυλάει η βραδιά.

Το επόμενο πρωί, 18 Φλεβάρη, πίνουμε τον τελευταίο καφέ πριν αναχωρήσει για την Αθήνα. Μιλάμε κι εκεί πολύ. Λέμε πολλά πράγματα. Προσπαθούμε να κάνουμε έναν μίνι απολογισμό των τεσσάρων χρόνων μας εδώ (αυτά θα τα καταγράψω όταν έχω το πτυχίο στο χέρι). Δίνουμε συμβουλές ο ένας στον άλλον, του λέω ότι είναι μέσα στα τρία πιο σημαντικά πρόσωπα της ζωής μου, μου λέει ότι είμαι ο πιο υπέροχος/μυστήριος άνθρωπος που έχει γνωρίσει. Δεν είναι δα και κρυφό μυστικό, ότι ήμασταν και θα είμαστε πάντα εκεί ο ένας για τον άλλον. Κατάλαβες, μάγκα μου; Κατάλαβες τι πάστα είμαστε εμείς οι νησιώτες; Άντε βγάλε άκρη με μας τώρα. Διανύουμε τις τελευταίες μας στιγμές, βγάζουμε την απαραίτητη σέλφι μας, κι ο Νίκος επιβιβάζεται στο λεωφορείο.

Κάτι σπάει μέσα μου καθώς πηγαίνω σπίτι. Είμαι μόνος μου. Ανεβαίνω τη μεγάλη ανηφόρα μόνος μου. Και την επόμενη μέρα το ίδιο θα συμβεί. Περίεργες γαμημένες μέρες. Θα στρώσω. Έτσι κάνω πάντα.

Το Τραγούδι: Είναι αυτές οι γαμημένες κρύες νύχτες του Χειμώνα, αυτά τα μελαγχολικά βράδια, βράδια χωρίς εξάρσεις, βράδια μοναχικά που με κάνουν να καταλήγω σε ένα τραγούδι που έχει πολιορκήσει την ψυχή μου όλον τον Φλεβάρη. Η new wave/post punk αναβιωτική μουσική των Motorama (σαφώς επηρεασμένη από Joy Division), μου ξυπνά ασύγκριτα συναισθήματα με ανεξήγητο τρόπο. Κρίνεται κατάλληλη για ηλιόλουστους χειμώνες, που καταδεικνύει το μεγαλείο της Χαρμολύπης. Αυτές είναι οι μουσικές που μου δείχνουν τον δρόμο, με παρασύρουν, με διαμορφώνουν. Αυτές είναι οι μουσικές που έχω επιλέξει να με συνοδεύουν στο ταξίδι μου για να σε βρω ξανά.

(Φυσούσε πολύ εκείνο το βράδυ καθώς γυρνούσαν στο σπίτι της. Είχαν πιει, και τραγουδούσαν μες τη μέση του δρόμου. Τα καστανόξανθα μαλλιά της ανέμιζαν στους ώμους του, και έκαναν το φεγγάρι να λάμπει ακόμα περισσότερο. Την κοιτούσε, την ξανακοιτούσε. Ήταν τόσο όμορφη. Τόσο γαμημένα όμορφη. Κοίταξε τα υπέροχα μάτια της και τη ρώτησε αν πέρασε καλά. Σε κλάσματα του δευτερολέπτου, τον αρπάζει και τον φιλάει. «Υπέροχα πέρασα, έλα, πάμε σπίτι να ξαπλώσουμε, κρυώνω». Σιωπή.)

Motorama – Wind In Her Hair
[Alps, 2010]

 

 

Μάρτιος 2017 – σήμερα: Η Πρακτική, το Survivor και Μια Διαφορετική Καθημερινότητα

Μένω μόνος μου, χωρίς τον κολλητό μου, χωρίς τους περισσότερους φίλους μου, σε μια πόλη πανέμορφη, σε μια περίοδο που, για πρώτη φορά, έχω την δυνατότητα να προσαρμόσω τον χρόνο μου και να κάνω αυτό που γουστάρω. Καταθέτω τα χαρτιά για την πρακτική αλλά δεν χάνω χρόνο: πριν καν ξεκινήσει επίσημα η πρακτική μου, ζητάω απ’ τον διευθυντή να πηγαίνω σε γήπεδα κάθε Σαββατοκύριακο για να βλέπω μπάλα, να μάθω περαιτέρω τα δεδομένα του τοπικού πρωταθλήματος και να κάνω ρεπορτάζ.

Τρεις εβδομάδες πριν την έναρξη της πρακτικής μου και λίγες μέρες μετά την πρώτη μου… αποστολή σε γήπεδο, δημοσιεύεται το κείμενό μου στην εφημερίδα. Με το ονοματεπώνυμό μου. Ένα παιδί 21 χρονών, απ’ τη Σύρο, που ξεκίνησε να γράφει για την καύλα του για τη Λίβερπουλ κάπου το 2011 σ’ ένα δικό του μπλογκ, βλέπει ανθρώπους της Καστοριάς να το εμπιστεύονται και να του δίνουν πάτημα για να ανέβει ακόμα ένα σκαλοπάτι.

Τα άρθρα που γράφω στην εφημερίδα, δεν είναι δα και κάτι σπουδαίο. Τρία τέταρτα δουλειά είναι, τίποτα άλλο. Η όλη διαδικασία που ακολουθείται, το παρασκήνιο, το ψάξιμο. Αυτά αποτελούν τη μαγεία. Δεν είναι το άρθρο καθαυτό. Είναι η δουλειά πίσω απ’ αυτό. Και δεν είναι η δημοσίευση καθαυτή. Είναι το μεράκι μου που βλέπω να εκτιμάται από τους ανθρώπους. Κι αυτό με κάνει ένα κλικ πιο περήφανο για τον εαυτό μου.

Εκτός από το κομμάτι της πρακτικής, παρακολουθώ μόνο ένα μάθημα στη σχολή, καθότι χρωστούμενο, και αρχίζω να ασχολούμαι ενεργά με το Web Tv του τμήματος, όπου γίνεται μια αξιοπρεπέστατη δουλειά από άτομα με διάθεση και ταλέντο. Το μόνο μελανό σημείο στην καθημερινότητά μου, τα βράδια. Αλλά όχι για πολύ. Το Survivor έρχεται και με χαλαρώνει κάθε βράδυ. Ξελαμπικάρει το μυαλό, διώχνει σκέψεις και σκοτούρες. Παρακολουθώ τόσο φανατικά που ένας καθηγητής μια μέρα, μου προτείνει να κάνουμε ένα αφιέρωμα.

Συνάμα, ξεκινάω γυμναστήριο. Καιρός ήταν. Τέσσερα χρόνια σ’ αυτή την πόλη, ούτε μια φορά δεν αξιώθηκα να πατήσω. Έπαιζα ποδόσφαιρο σε διάφορα γήπεδα βέβαια. Κι αυτό έρχεται να αλλάξει τώρα. Μάλλον… όχι να αλλάξει, αλλά να αναβαθμιστεί. Το ρεπορτάζ στην εφημερίδα, μου ανοίγει διάφορους… διαύλους επικοινωνίας με διάφορες ομάδες. Έτσι κι εγώ, τρεις φορές την εβδομάδα, παίρνω μέρος κανονικά στις προπονήσεις με την εισήγηση του προπονητή. Δέος, συγκίνηση. Τις καθημερινές προπονούμαι με την ομάδα και τα Σαββατοκύριακα κάνω ρεπορτάζ. Τι άλλο να ζητήσω;

Οι μέρες περνούν και η καθημερινότητά μου παραμένει ίδια. Χωρίς εντάσεις, χωρίς λοιπά παρατράγουδα. Όμως κάτι συνεχίζει να λείπει από μέσα μου.

Η Στιγμή: Θα μπορούσε κάλλιστα να είναι το Survivor αλλά μιας και κάνω την επιθυμία μου πραγματικότητα, η στιγμή που ηρεμώ απ’ όλους κι απ’ όλα, η στιγμή που ξεφεύγω λίγο απ’ τη μουντίλα της καθημερινότητας, είναι αυτές οι δύο-δυόμισι ώρες που βρίσκομαι στο γήπεδο για το ρεπορτάζ στην εφημερίδα. Η συνομιλία με τους διαιτητές/προπονητές/παίκτες, η ροή του αγώνα, οι κάμερες, τα τηλεφωνήματα για το live score στον προϊστάμενο, το φύλλο αγώνα, οι αμφισβητούμενες φάσεις, ακόμα και οι εντάσεις μεταξύ των πιο… θερμών οπαδών των ομάδων. Πριν κάμποσα χρόνια, τα έβλεπα αυτά στην τηλεόραση και ανυπομονούσα να τα κάνω κι εγώ. Τα χρόνια πέρασαν, και βρίσκομαι στο γήπεδο να κάνω αυτό ακριβώς που ονειρευόμουν από μικρό παιδί. Κι ας είναι για ένα τοπικό πρωτάθλημα. Όλοι από κάπου ξεκινούν, άλλωστε.

Το Τραγούδι: Πολλά τραγούδια με συντροφεύουν αυτή την περίοδο. Είναι μερικά όμως που με κάνουν να δραπετεύω, να φεύγω, να εξαφανίζομαι για λίγο απ’ τον κόσμο. Να ξεχάσω δεσμεύσεις και προβληματισμούς. Η Alice μοιάζει να είναι η συνοδοιπόρος μου σ’ αυτό το ταξίδι. Κρύβει μια αθεράπευτη γοητεία μέσα της. Το ξέρω, το έχω καταλάβει απ’ τις πρώτες κιόλας νότες. Μια γοητεία που λαχταρώ τόσο πολύ να γνωρίσω.

Η Post-punk δένει αρμονικά με τη shoegaze και μια μαγευτική κινηματογραφική ψυχεδέλεια με ταξιδεύει. Η Zoe Meyer (υποδυόμενη την Alice), μοιάζει να είναι βυθισμένη στη λύπη της. Μια σκοτεινή μελαγχολία ενυπάρχει στη μελωδία. Μια μελωδία καθηλωτικά υπνωτιστική που στοιχειώνει το σκηνικό, γίνεται ένα με την ψυχή της και παραδίνεται σε μια θλιβερή νοσταλγία.

Δεκέμβριος 2016, Βερολίνο. Οι The Underground Youth κυκλοφορούν το πρώτο single απ’ το (επερχόμενο) όγδοο άλμπουμ τους ‘What Kind of Dystopian Hellhole is This’ (κυκλοφόρησε στις 15 Φεβρουαρίου από την Fuzz Club Records).

The Underground Youth – Alice
[What Kind of Dystopian Hellhole is This?, 2016]

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s