2.11. Απρόσκλητη | Iωάννα Μαλούνη

Κάποια πράγματα γίνονται υπερβολικά γρήγορα. Ένα από αυτά είναι το να ξυπνήσεις σ’ ένα κρεβάτι που δεν είναι δικό σου.

Γύρισα να δω. Είχα κοιμηθεί με το Μάνο. Προφανώς είχαμε κάνει σεξ. Προφανώς εκείνη τη στιγμή δε μ’ ένοιαζε πόσο χαζό κι ανούσιο θα μπορούσε να είναι το περιστασιακό σεξ. Κι ούτε μ’ ένοιαζε ποτέ ιδιαίτερα αυτό .Γιατί δεν ήταν η πρώτη φορά που το έκανα και δε θα ήταν κι η τελευταία.

Να τον περιμένω να ξυπνήσει;, αναρωτήθηκα. Κι αν κοιμάται μέχρι το μεσημέρι; Δε μπορώ να είμαι εδώ για πάντα! Και πεινάω!

Ντύθηκα με τα ρούχα της προηγούμενης βραδιάς – που μάλλον δεν τα φορούσες μέρα μεσημέρι. Θέλησα να φτιάξω ένα τοστ. Ίσως αυτό να πρόσβαλε το Μάνο, να το θεωρούσε κατάχρηση της κουζίνας του, να φώναζε μπράβους. Αλλά ήθελα μόνο να φάω κάτι, να τον χαιρετήσω και να φύγω.

«Ποια είσαι εσύ;»

Μια γυναικεία φωνή με σταμάτησε ενώ έμπαινα στην κουζίνα. Πάγωσα. Τι να της έλεγα;

«Αν κοιμήθηκες με τον αδελφό μου, δε θα σε κατακρίνω» μου είπε. «Δεν είμαστε στη δεκαετία του ’50. Προφανώς οι γυναίκες κάνουν σεξ πριν το γάμο»

Μου έδωσε το χέρι για χειραψία.

«Ισμήνη» συστήθηκε. «Αδελφή του Μάνου»

«Έμιλι» έκανα.

Ήμουν πολύ χαρούμενη που η Ισμήνη ήταν μια συνειδητοποιημένη φεμινίστρια.

«Θες να σου φτιάξω τοστ;» με ρώτησε η Ισμήνη.

«Φυσικά!» έκανα.

Λυσσούσα για ένα τοστ κι αυτό έβγαινε προς τα έξω.

Άρχισε να φτιάχνει το πρωινό μας.

«Είμαστε από την επαρχία οπότε μένουμε οι δυο μας» εξήγησε. «Ο Μάνος είναι στο έκτο έτος και χαλαρά προσπαθεί να βγάλει τη σχολή του. Εγώ είμαι τρίτο έτος και μάλλον ει΄μαι πιο φυτό από τον αδελφό μου»

«Τα ‘χετε μοιράσει» έκανα.

«Για να λέμε την αλήθεια, ο Μάνος δεν ενδιαφερόταν ποτέ ιδιαίτερα για τη σχολή του» έκανε. «Την αντιμετώπιζε σαν τον περιφερειακό φίλο, που θα έβγαινες μια δυο φορές το μήνα για έναν καφέ μα δε θ’ ασχολιόσουν παραπάνω, επειδή δεν ταιριάζετε τόσο για να κάνετε κολλητή παρέα»

Έβγαλε το πρώτο τοστ από την τοστιέρα.

«Πάντα του άρεσε να γοητεύει τους άλλους» μου είπε. «Τώρα το έχει κάνει κι επάγγελμα»

Μια ηλεκτρονική ποπ μελωδία ακούστηκε. Αγχώθηκα. Ήξερα ότι είναι το κινητό μου. Γαμώτο, τον ξύπνησα!, σκέφτηκα. Έτρεξα να το σηκώσω.

Όντως τον είχα ξυπνήσει. Είχε μόλις ανοίξει τα βλέφαρά του και χασμουριόταν. Πίστευα πως θα μου έριχνε ρυθμικά κατάρες. Κανείς δε θέλει να τον ξυπνάνε απότομα. Κυριολεκτικά ή μεταφορικά.

Τεντώθηκε. Περίμενα ν’ ακούσω κράξιμο.

«Υπάρχουν ακόμα άτομα που ξυπνάνε πριν τις δώδεκα το Σάββατο;» με ρώτησε.

«Ναι» του είπα. «Δεν είμαστε αστικός θρύλος»

«Διδακτικά ξεκίνησε η ημέρα μου»

Γέλασα.

«Το κινητό σου με ξύπνησε» είπε.

«Η μάνα μου θα είναι» έκανα.

Όντως ήταν η μάνα μου.Της έστειλα ένα μήνυμα και στράφηκα ξανά στο Μάνο.Μα τότε με κάλεσε η Ρένια. Δε θα της απαντούσα. Όχι σήμερα. Όχι σήμερα.

«Συγγνώμη που σας διακόπτω…»

Τότε μπήκε η Ισμήνη στο δωμάτιο. Η φωνή της έτρεμε. Ο Μάνος σηκώθηκε να την ηρεμήσει.

«Τι έγινε;» ρώτησε την αδελφή του.

Είχε γουρλώσει τα μάτια του. Το ίδιο κι εγώ.

«Βρήκα αυτό στο μπαλκόνι μας» έκανε εκείνη.

Η καρδιά της χτυπούσε δυνατά. Ήμουν σίγουρη γι’ αυτό. Πίστευα πως θα ούρλιαζε σε λίγο. Ή θα άρχιζε να κλαίει. Ή και τα δυο.

Έδωσε στο Μάνο το σημείωμα που κρατούσε.

«Λογικά θα το έφερε ο αέρας» έκανε.

«Είναι σημείωμα αυτοκτονίας!» φώναξε εκείνη. «Για όνομα!»

«Να δούμε τι γράφει…» είπα εγώ.

Ο Μάνος το διάβασε σ’ εμάς δυνατά και καθαρά.

«Δε θέλω να ταλαιπωρώ κανέναν. Έχω ναρκισσιστική διαταραχή και το κάνω συχνά. Δεν έχω κάνει τίποτα σωστά. Και δε θα κάνω ποτέ τίποτα σωστά. Οπότε καλύτερα να πηγαίνω….

Στέλιος Ευστρατίου»

Ευστρατίου. Στέλιος Ευστρατίου. Ο Στέλιος. Ο Στέλιος, του οποίου ο θάνατος είχε άγνωστα αίτια. Άγνωστα μέχρι σήμερα.

Είχα φρικάρει. Ο Μάνος κι η Ισμήνη με παρακολουθούσαν να τρέμω. Δε μπορούσαν να κάνουν κάτι άλλο από το να φρικάρουν κι οι ίδιοι.

Η Ισμήνη με χάιδεψε καθησυχαστικά στην πλάτη.

«Τον ήξερα» ψιθύρισε. «Έμενε δίπλα μας»

Χτύπησε ξανά το κινητό μου. Ξανά η Ρένια. Δεν ήθελα να το σηκώσω.

Μα ένιωθα ενοχές. Κι αν κι εκείνη έκανε αύριο – μεθαύριο κάτι τέτοιο; Θα την άφηνα, κάνοντας την αθώα περιστερά;

Ξάπλωσα στο κρεβάτι του Μάνου. Εκείνος ξάπλωσε μαζί μου. Η Ισμήνη έφυγε από το δωμάτιο. Προφανώς φανταζόταν τι θ’ ακολουθούσε – και  δεν ήθελε να μας βλέπει.

Μα δε θα συνέβαινε. Εκείνος μου χάιδεψε τη μέση. Έπειτα κοίταξε το ταβάνι. Το βλέμμα του ήταν κενό. Αισθανόμασταν παγιδευμένοι.

«Έχω κάνει τη ζωή μου ένα χάος» του εξομολογήθηκα. «Συνειδητοποίησα ότι δε γνωρίζω καν καλά τους ίδιους μου τους φίλους. Έχω κάνει μόνο αποφευκτικές κι επιφανειακές σχέσεις. Αναρωτιέμαι για δε με ικανοποιούν ενώ η απάντηση βρίσκεται στην ίδια τους τη φύση. Και το μόνο που κάνω γι’ αυτά είναι να τα κρύβω, μέχρι να με πλακώσουν. Δε νοιάζομαι πραγματικά για τους άλλους, ούτε καν για τον εαυτό μου.  Κι αν νοιαστώ, θα είναι επειδή πρέπει, επειδή θα φοβάμαι ότι θα τους χάσω, όχι γιατί θέλω»

Τον κοίταξα στα μάτια.

«Συγγνώμη» έκανα. «Δε χρειαζόταν να μάθεις»

Στράφηκε προς εμένα.

«Καλά κάνεις» χαμογέλασε.

Σειρά μου να κοιτάξω το ταβάνι με κενό βλέμμα. Ήθελα να συνεχίσω το μονόλογό μου μα κάτι μ’ εμπόδιζε. Κι είχα καταλάβει τι ήταν αυτό. Ήταν το γεγονός ότι, μέσα σε μια τέτοια προβληματική ζωή, μπορούσα επιτέλους να ενδιαφερθώ για κάποιον. Ναι, τον ερωτευόμουν. Δεν ήξερα για ποιο λόγο, αλλά τον ερωτευόμουν κι αυτό έμοιαζε να βγάζει νόημα.

Θα μπορούσε να είναι το σημείο εκκίνησης που χρειαζόμουν.

https://www.youtube.com/watch?v=AN5Yhq4u-yM

«You were right this never gets old. Waking up in another direction»

 

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s