2.10. Μικροί Θάνατοι | Ιωάννα Μαλούνη

«Κακώς σε κινητοποίησα χθες»

Η Νάγια ακουγόταν πολύ ήρεμη. Καμία σχέση με το φοβισμένο τόνο φωνής της προηγούμενης ημέρας.

«Μίλησα με κάποια παιδιά που ήμασταν μαζί στο πάρτι» μου εξήγησε. «Δεν είχα καμία ανάμειξη. Ο Στέλιος πέθανε τελικά μια εβδομάδα μετά»

«Ξέρουμε από τι;» ρώτησα. «Έχουμε κάποια νέα ένδειξη;»

«Ακόμα το κρατάνε κρυφό. Δε θέλει η οικογένεια να βγει κάτι στο φως και ν’ ασχολούνται όλοι. Έτσι έχω μάθει»

Αναστέναξα. Αναστέναξε κι εκείνη.

«Ξέρεις τι θα σου πω τώρα, έτσι;» με ρώτησε.

«Ξέρω» της είπα.

Ότι ενίοτε γινόταν Έμιλι και δε θα μπορούσα να βασίζομαι για πάντα πάνω της για να μου διαλύσει τον πανικό και την καχυποψία. Ότι κανένας δε θα μ’ έσωζε, όπως νόμιζα.

«Πάω για δουλειά!» έκανε. «Φιλιά!»

Εγώ είχα να βγω με το Χάρη. Είχα καιρό να τον δω. Μου είχε πει να πάμε σ’ ένα μπαρ να δούμε έναν stand up comedian. Πάντα μου διέφευγε τ’ όνομα του, όταν το ανέφερε – δεν τα πήγαινα άλλωστε ποτέ καλά μ’ αυτόν τον κλάδο.

«Για πες μας τα νέα σου» έκανα στο Χάρη. «Δε μας μιλάς πολύ εσχάτως»

«Είχα μια δύσκολη περίοδο» μου είπε κοφτά. «Δεν ήθελα να μιλήσω με κάποιον. Κατέβασα ρολά. Τώρα προσπαθώ να είμαι καλύτερα»

«Τι συνέβη;» τον ρώτησα.

Μου έκανε νόημα να σωπάσω. Είχε έλθει η ώρα της παράστασης. Είπα να επικεντρωθώ σ’ αυτήν, να δω αν θα γελούσα, έστω και λίγο.

«Ήρθε η ώρα που κανείς δε ζήτησε»

Η φωνή του κωμικού μου ακουγόταν γνώριμη. Κοίταξα λίγο καλύτερα. Μπορούσα ν’ αναγνωρίσω αυτόν το μακρυμάλλη καστανόξανθο τύπο. Ήταν ο Μάνος.

«Θα σας πω μια ιστορία» έκανε.

Έκανε μια παύση.

«Οκ, αυτή είναι συνήθως η εισαγωγή μιας ιστορίας που λέω για να τραβήξω την προσοχή σας και να χαρεί το εγώ μου»

Είχα γελάσει ήδη από τις πρώτες του λέξεις.

Όταν η παράσταση τελείωσε, δε μπορούσα να μείνω χωρίς να του μιλήσω. Του έδωσα «συγχαρητήρια». Είχα καιρό να γελάσω τόσο.

«Η περσόνα του κυνικού, νάρκισου stand up comedian με κατέκτησε» του είπα.

Χαμογέλασε.

«Τώρα μου έδωσες την προσοχή που αγαπώ και μισώ ταυτόχρονα» μου είπε.

Έριξε μια ματιά στο Χάρη.

«Ο τύπος;» έκανε.

«Ο κολλητός μου» του εξήγησα.

Τους σύστησα.

«Δε φαίνεσαι πολύ καλά» του είπε ο Μάνος μετά τη χειραψία.

«Δεν είμαι» έκανε αυτός.

«Συγγνώμη για το θάρρος μου, αλλά αυτό βγάζει μάτι» απολογήθηκε ο Μάνος.

Στράφηκα στο Χάρη.

«Συμβαίνει κάτι;» τον ρώτησα.

Χτύπησε το κινητό του.

«Όλα καλά;» με ρώτησε τότε ο Μάνος. «Σου έχει περάσει το σοκ;»

«Κάτι γίνεται» αποκρίθηκα εγώ.

Δεν ήμουν αρκετά πειστική.

«Ο Κυριάκος ακόμα να βρεθεί;» έκανε.

«Ναι, δεν έχει βρεθεί» του είπα. «Το αναφέρουν συνέχεια στο μετρό»

«Όσο κι αν τον απεχθανόμουν, πιστεύω πως σε κανέναν δεν αξίζει ο θάνατος»

Κοκάλωσα.

«Πιστεύεις ότι έχει πεθάνει;»  τον ρώτησα.

«Δεν είναι κανένας παππούς που εξαφανίστηκε επειδή είχε Αλτσχάιμερ και ξέχασε τη διαδρομή για το σπίτι»

Δεν ήθελα να είναι έτσι τα πράγματα. Όχι, όχι, σε καμία περίπτωση.

«Ελπίζω να είναι καλά» ευχήθηκα. «Και να χωρίσει τη Ρένια»

«Είναι μεγάλα παιδιά» με γείωσε ο Μάνος. «Ας κάνουν ό,τι θέλουν. Δε μπορείς να κάνεις κάτι γι’ αυτό»

Είδαμε το Χάρη να ξαναμπαίνει στο μαγαζί μετά την κλήση του. Ήταν έτοιμος να ξεσπάσει. Σε κλάματα, σε φωνές, δεν ήξερα.

«Τι συνέβη;» του ψιθύρισα.

Μας κοίταξε βουρκωμένος.

«Ο πατέρας μου πέθανε» είπε.

 

 

«This is the part where I remember all the things I should forget»

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s