Αιώνια, σ’ εμένα | Δημήτρης Λουπέτης

 

Σκάλισα μια τρύπα στον τοίχο για να δω τον κόσμο να περνάει έξω από εμένα

Κάθε βήμα και κάθε ζωή, φανερωμένα σώματα γυμνά, εκτεθημένα σε ελεγχόμενα φώτα

Στόματα που κρατουν πλαστικά ποτήρια δεμένα με σπάγκο, γραφές ξεχασμένες πάνω στο δέρμα, ένα τελευταίο μυστικό, το θραύσμα της νύχτας μέσα μας

Κάθε δεσμός εγκαινιάστηκε πάνω στην υπόσχεση της κατάρρευσης του, μια κοινωνία που ήκμασε πάνω στο σημάδεμα, σάρκες, λόγια, πρόσωπα, όλα περνούν μπροστά μου, μια ατελείωτη θάλασσα μεταβλητών με μόνη σταθερά το υπερβατικό μάτι

Είδα κορμιά να τρέφονται από τον πόνο, όλη η ζωή τους μια μισητή ικανοποίηση βασικών αναγκών, αναπνέουν και αυτό τα προσβάλλει, τόσο κατεστραμμένα και όμως λειτουργικά, χέρια που σέρνουν πέτρες πάνω από σπασμένα νύχια, τα φτερά τους σκορπισμένα στη λάσπη, κομμένα καιρό τώρα, πριν καλά καλά πέσει το χνούδι από πάνω τους

Κανείς δε γυρίζει το βλέμμα προς εμένα, τα κεφάλια τους είναι στραμμένα στον ουρανό και στις πλάτες τους κουβαλούν μικρά παιδιά με λευκά μάτια

Γαντζωμένα, δεν έμαθαν να περπατούν ποτέ και ψιθυρίζουν μια ιστορία για την αρχή και το τέλος, «είμαστε όλοι αιώνιοι, όλος αυτός ο πόνος είναι μια ψευδαίσθηση»

Εκτεθημένοι σε ήλιο και βροχή δεν προσεύχονται ποτέ, η ελπίδα δε φώλιασε ποτέ μέσα τους, σκάλισαν πολύ βαθιά και ξερίζωσαν ό,τι υπήρχε, χωρίς πνεύμονες και στομάχι, μια επιφάνεια καταγραφής στερημένη κάθε αναζήτησης νοήματος, εαυτός έντασης μηδέν, το σώμα μόνο ως κουφάρι, αγνό και ακατέργαστο

Καμία ιστορία δεν ειπώθηκε ποτέ πιο σιγανά, ποτέ λιγότερα χείλια δε μουρμούρησαν, καμία ένοχη απόλαυση δεν ήταν ποτέ μεγαλύτερη από αυτήν του αμέτοχου παρατηρητή

Κοιτάζω πλέον εκστασιασμένος, μάτι και πόνος ενωμένα σε μία και μόνη μηχανή, μια μηχανή που θορυβεί χαρούμενη, η αθλιότητα αυτού του κόσμου κυλλά μέσα μου πλέον, τόσα σώματα ενωμένα σε ένα κοινό νήμα, κάθε σκοπός χάθηκε στο χάος της ιστορίας, έμειναν μόνο φωνές σε όλες τις εντάσεις και συναισθήματα, ένα γλυκό χάιδεμα πίσω από τα αυτιά, εγώ είμαι η λογική, η αιτία, ο φόβος

Και η γη ολόκληρη ξεσπάει σε φλόγες, παντού συντρίμια, στάχτη και κραυγές, καμία όμως κραυγή σωτηρίας, μόνο το αέναο κλαυθμήρισμα της αβεβαιότητας να με γεμίσει

Δε μπορώ πλέον να τραβηχτώ πίσω, κολλάω ολόκληρος στον τοίχο μέχρι τα πνευμόνια μου να γεμίσουν καπνό, είμαι δικός σας τώρα, τα μάτια μου δακρύζουν από την κάψα και καθώς όλα σιγά σιγά ξεφτύνουν νιώθω αληθινά χαρούμενος, αφού, για πρώτη φορά, δεν υπάρχουν όρια, η ίδια η ζωή τα άφησε πλέον πίσω

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s