12. Σε διάλεξαν | Ιωάννα Μαλούνη

Κι ενώ εμείς βρισκόμασταν σε κομμάτια, η Κλαίρη έμοιαζε πιο συγκροτημένη από ποτέ. Θα μπορούσα να μας φανταστώ σε τηλεοπτικό μοντάζ. Μ’ εμένα να κοιτάω τις αγγελίες στο Ίντερνετ, στην αρχή με απάθεια, έπειτα με απελπισία. Τον Άρη να πιάνει τα τσιγάρα του και να κοιτάει με κενό βλέμμα τον κόσμο, που πηγαινοέρχεται έξω από ένα Δημοτικό, περιμένοντας να μοιράσει φυλλάδια. Το Μίλτο να δουλεύει για την εκδήλωση και να σκέφτεται ξανά και ξανά ότι η μόνη στιγμή, που είχε νιώσει ζωντανός εσχάτως, ήταν όταν βοήθησε τη Φαίδρα. Κι όλα αυτά ενώ η Κλαίρη φασωνόταν με τον Αποστόλη – γιατί ήταν ζευγάρι κι η ζωή ήταν όλη δική τους.

Σύντομα, η Κλαίρη μας πρότεινε να βγούμε όλοι μαζί, εμείς κι ο Αποστόλης. Εμείς δεχθήκαμε μα ξέραμε ότι δε θα το συμπαθούσαμε στο άμεσο μέλλον. Μας φαινόταν εκνευριστικό που ένας τέτοιος άνθρωπος, τόσο κολλημένος στο παρελθόν, ήταν μαζί της. Της έμοιαζε πολύ σ’ αυτό. Ίσως να ήταν χειρότερος από εκείνη. Πολύ φοβόμασταν ότι θα τηε χτυπούσε τα καμπανάκια των τοξικών της πλευρών. Μα ήμασταν χαρούμενοι. Και θα τη στηρίζαμε στην επιλογή της αυτή και θα στεκόμασταν αντικειμενικοί της κριτές. Θα χαιρόμασταν κι αν αυτός δεν της έκανε καλό, θα είχαμε τον τρόπο μας να την προστατεύσουμε.

Η Κλαίρη μας πήγε σ’ ένα όμορφο μαγαζί στην Πλάκα. Ευτυχώς που το επέλεξε αυτή, σκέφτηκα. Ο Αποστόλης θα μας πήγαινε στα McDonalds στο Σύνταγμα, θα βλέπαμε ενοχλητικές παρέες δεκαπεντάχρονων, γεμάτες ορμόνες και φασαρία, και θα θέλαμε να βάλουμε βόμβα στο μαγαζί.

Ο Αποστόλης μας ρώτησε όλες τις κλισές ερωτήσεις: με τι ασχολούμαστε, τι κάνουμε με τη ζωή μας. Όλες τις απαραίτητες ερωτήσεις των εισαγωγικών συζητήσεων. Αλλά πιο αναμενόμενη ήταν η εξής ερώτησή του:

«Εσείς πώς τα περνούσατε στο Λύκειο;»

Κρατήθηκα να μη γελάσω. Ο Αποστόλης θα μπορούσε να κερδίσει βραβείο προβλεψιμότητας, χωρίς καν να κουνήσει το μικρό του δαχτυλάκι.

«Έτρεχα πίσω από ένα γκόμενο τρία χρόνια» του είπα. «Ο τύπος ήταν ο κλασικός κάγκουρας, που θα τον έβρισκες στο ίδιο ελληνάδικο κάθε Σάββατο. Κάποια στιγμή αυτός βρήκε μια κοπέλα κι αυτή μου έκανε προξενιό ένα φίλο της, προφανώς για να με ξεφορτωθεί»

«Ε, τουλάχιστον βρήκες κι ένα καλό» έκανε ο Αποστόλης.

«Ο φίλος της ήταν ο πιο εκνευριστικός άνθρωπος στον κόσμο» αποκρίθηκε. «Κυκλοθυμικός μέχρι θανάτου»

Η αφήγησή μου άρχιζε να μην του αρέσει.

«Επίσης, είχα βαριά ακμή και μισούσα τον εαυτό μου» συνέχισα. «Στις χοροεσπερίδες, το μόνο, που έκανα, ήταν να κοιτάω τα ζευγαράκια γύρω μου να φασώνονται, επειδή μόνο οι της κλίκας είχαν δικαίωμα σ’ αυτό, και κάθε μου βήμα μου θύμιζε ότι ήμουν ένα outsider. Μόνο όταν αποφοίτησα, ήμουν χαρούμενη»

Με κοιτούσε συντετριμένος. Δεν περίμενε να σπάσει ποτέ κανείς την τέλεια εικόνα που είχε για τα σχολικά χρόνια. Προχώρησε στο Μίλτο, μήπως και συναντούσε μια πιο ρομαντική οπτική.

«Εγώ ήμουν στην κουλ παρέα από πάντα» έκανα. «Ήταν σαν να μην το είχα επιλέξει»

«Σε διάλεξαν;» τον πείραξα.

«Κάπως έτσι» είπε εκείνος. «Τέτοια άτομα με προσέγγιζαν αιωνίως. Τα outsiders με συμπαθούσαν μα φοβούνταν να με πλησιάσουν. Ήθελα να τα πλησιάσω εγώ, όμως, αλλά τότε φοβόμουν τι θα πουν οι άλλοι. Στην πραγματικότητα, εκτιμούσα την παρέα μου, αλλά με νευρίαζε η ρηχότητα τους. Τους ενδιέφεραν τα skate, οι γκόμενες, οι χοροεσπερίδες, το ποιος τα έφτιαξε με ποιον. Εγώ είχα αιωνίως άλλα ενδιαφέροντα – τα βιβλία μου, τα μικρά πράγματα που έγραφα, τις μουσικές μου απόπειρες. Ήμουν πολύ nerd γι’ αυτούς. Οπότε τα περισσότερα outsiders ήταν πιο κοντά μου. Ήταν τ’ άτομα με τα οποία μπορούσα να μιλήσω πιο ουσιαστικά. Ωστόσο, δεν τόλμησα ποτέ να τα πλησιάσω κι αυτό μ’ έτρωγε πολύ. Έτσι, έμαθα να μη συμβιβάζομαι και να μην πιστεύω όσους ασπάζονται τα κουλ άτομα, επειδή ξέρω πολύ καλά ότι φτιάχνουν περίτεχνες βιτρίνες, με περιεχόμενο πάντα υποδεέστερο από αυτό που υπόσχονται»

Δε βρήκε την ελπίδα του στο Μίλτο. Έτσι, προχώρησε στον Άρη.

«Εγώ τα είχα καλά με όλους» του είπε ο Άρης. «Οι παρέες μου ποικίλαν και συνήθως ήταν εξωσχολικοί.  Ήμουν ένα ήσυχο παιδί κι ήξερα από τότε ότι η όλη φάση δεν άξιζε προσοχή»

Τελευταία του ελπίδα η Κλαίρη.

«Ήταν πολύ ωραία τότε!» του είπε. «Θα ήθελα να ξαναγυρίσω σ’ αυτές τις εποχές!»

Έκανα ένα μορφασμό αηδίας.

«Ντεπόν δυο φορές την ημέρα και περνάει»  έκανα.

Ο Αποστόλης μας είχε σίγουρα μισήσει. Ήταν πλέον σίγουρο. Φαινόταν έτοιμος να μας φωνάξει, ν’ ανατινάξει το μέρος, να πάρει την Κλαίρη από το χέρι και να φύγουν. Αλλά θα έπρεπε να περιμένει. Επειδή είχε χτυπήσει το κινητό μου κι έπρεπε ν’ απομακρυνθώ για να το απαντήσω.

Σε λίγα λεπτά, είχα νέα.

«Αύριο έχω συνέντευξη για πρακτική!» τους είπα ενθουσιασμένη.

«Είδες;» έκανε η Κλαίρη. «Ήξερα τι έκανα όταν έστελνα τα βιογραφικά!»

«Ας κάνουμε μια πρόποση!» πρότεινε ο Άρης.

Το ποτήρι μου με το κρασί ενώθηκε με τα ποτήρια των άλλων. Με το μοχίτο του Μίλτο. Το φλιτζάνι με τσάι της Κλαίρης. Τη μπύρα του Άρη. Την Κόκα Κόλα του Αποστόλη. Ήμασταν τόσο διαφορετικοί, ακόμα και σ’ αυτό, αλλά τόσο ενωμένοι.

Οι φίλοι μ’ αγκάλιασαν. Ο Αποστόλης όχι. Μα δε θα έδινα σημασία σ’ αυτόν. Μέσα σ’ αυτή τη χαρά, δεν ενδιέφερε κανένα μας.

https://www.youtube.com/watch?v=F8xS1FqQzjQ

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s