Ποιος μετράει; | Γιώργος Ασκαλίδης

 

Σηκώνω το τέταρτο ποτήρι σαν βαφτισμένο παιδί να αστράψει καμαρωτό προς τα ταβάνια του τρισάθλιου αυτού καφενείου. Διευθύνω το λιγοστό στάγμα ουίσκι που απέμεινε στον πάτο του προς τα χείλη. Θαρρείς αυτό το ουτιδανό στάγμα ήταν ικανό να ξεδιψάσει το τρακ το οποίο εξωτερίκευσε τον ρυθμό του σε ακατάπαυστο τρέμουλο του δεξιού μου ποδιού εδώ και μισή ώρα. Κάθε ανάσα φαντάζει κλεψιά. Ένα γοργό βλέμμα τριγύρω.

 

Νέυρα ποτισμένα με βενζίνη. Τι κρύβω, διερωτούν; Το μουσειακό έκθεμα, εγκάθετο στο γυαλί του, απογυμνωμένο στο χάζι κάθε ξένης ματιάς εκεί που με την σειρά της διεισδύει αιχμηρά όση καταδεκτική συμπόνοια χωράει το σενάριο που έχουν πλάσει κατά νου. Δεν ξέρουν. Ποτήρι μετά το ποτήρι, τελευταία ψιλά, απρόσιτος παρά μόνο στον νεαρό που σερβίρει και αδειάζει το τασάκι. Με εμπεδωμένες τις περιστασιακές κλεφτές ματιές προς την είσοδο, κατευθύνω τις κόρες των ματιών να αφουγκραστούν τα λεγόμενα του βιβλίου που πήρα. Φαινομενικά τουλάχιστον, πιάνει. Στην έκτη προσπάθεια να διαβάσω, η ίδια ρημάδα παράγραφο φαντάζει πια αρχαία γλώσσα. Τα μάτια υποτροπιάζουν για άλλη μια φορά προς την είσοδο και ο οίκτος τους μου παγώνει το σβέρκο. Ας είχα έγνοια το αργό του βραδιού που διήκει το άγνωστο του και καληνυχτίζει το φως της ημέρας μέχρι ξανά να έρθει η σειρά του. Να μάζευα επί τόπου το παλτό, το βιβλίο και τα τσιγάρα μου να αφεθώ στην παραίσθηση της μέθης.  Σαν αδέσποτο χαρταετό τρεκλίζοντας, σε οδούς ταλαιπωρημένους να χόρευα. Με τέρμα την κλειδωμένη πόρτα της μαμάς, στα γόνατα να ξερνάω ανάμεσα σε λυγμούς, ακατάπαυστα χτυπώντας να ανοίξει.

 

Στον τυφώνα του ειρμού, χτυπάει ο σερβιτόρος καινούριο ποτήρι στο τραπέζι και απότομα ξύπνιος, συνειδητοποιώ. Η πόρτα της μαμάς δεν θα ανοίξει. Έχεις αργήσει για άλλη μια φορά. Έχω ξεμείνει από ψιλά και τσιγάρα. Το βιβλίο δεν με ενδιαφέρει. Είναι το ίδιο ακριβώς παιδικό αίσθημα στο δωματιάκι αναμονής του οδοντίατρου. Η άγκυρα αδημονίας. Ο κούκος ξεπηδάει. Το ξέβγαλμα παύλα μακελειό πλησιάζει. Αίματα, κλάματα, γάντια που βρωμάνε λάστιχο και εχθρικά εργαλεία με τροχούς για να βασανίσει καλά τα παιδάκια ο Κακός Μυτόγκας Οδοντίατρος. Απαράλλαχτο συναίσθημα.

 

Είναι τελικά σήμερα; Θα με δικαιώσεις κυνικό; Θα με πάρουν με τις κλωτσιές όταν κλείσουν, κλαφτό και χυδαίο; Αδέκαρο να σκορπίζομαι, όσο σε κάποιου άλλου τη γλώσσα ψάχνεις το φως στο τούνελ;  Στο παραλήρημα μου να ομοιοκαταληκτούν τα βογκητά σας; Τα φιλιά του τον θώρακα σου να πολιορκούν; Ξέρεις ότι μου αρέσει όταν είμαι σωστός.

 

Μην με δικαιώνεις όμως έτσι. Μην.

 

Γνώριμη φιγούρα στο τζάμι. Καταπίνει το πεζοδρόμιο και ξεχύνεται μέσα πριν την διαβάσω. Να’σαι. Η κόψη του χαμόγελου ιπποτικά αστράφτει στο κόντραστ του αναψοκοκκινισμένων σου μάγουλων. Πριν καν με διακρίνεις. Πλησιάζεις. Στέκεσαι από πάνω. Σε κοιτάω καθιστός χωρίς να αποκριθώ. ‘Έχεις αρχίσει πρόταση δεύτερη φορά και το μόνο που έχεις ψελλίσει είναι λαχάνιασμα και κάτι σύμφωνα ενθουσιασμού. Με τραβάς από το χέρι σαν παιδί και μετα βίας προλαβαίνω να αρπάξω το παλτό και τα τσιγάρα.

– Κέρδισα! Αγάπη μου, κέρδισα! Κοίτα με!

– Τι ακριβώς κέρδισες, αφήνω να ειπωθεί όσο πιο μουδιασμένα μπορούσα να προσποιηθώ. Πάλλονται παρορμήσεις στον αχταρμά των σκέψεων μου. Τι να πρωτοκάνω, να σε βρίσω, να σε βαρέσω στη μύτη ή να αρπάξω να σε φιλήσω;

– Ήμουν στο καζίνο! Και και και, εκει που ήμουν έτοιμος, ξέρεις, να παρατήσω το παιχνίδι, πετάω και το τελευταιο ψιλό, ξέρεις, και και και στα καλά καθούμενα ρε, ούτε που το περίμενα, κερδίζω!  Χίλια ευρώ! Που τα έβαλα να δεις; Σκατά, σε ποια τσέπη είναι; Τρέμουν τα χέρια μου, σορρυ. Να, κοίτα!

– Χαίρομαι για σένα.

– Για μας! Αγάπη μου; Μπορούμε να πάμε να μείνουμε σε εκείνο το χλιδάτο ξενοδοχείο στην Κολόμβου που κοροϊδεύουμε πάντα. Ρουμ σέρβις! Ακριβά κρεβάτια! Σαμπάνια!

-Μισό λεπτό. Πάτα φρένο. Είμαι πιωμένος. Εκτός αυτού, σε περίμενα τρεις γαμημένες ώρες.

– Ξεχάστηκα. Συγνώμη. Αλλά τι σημασία έχει; Θα επανορθώσω.

Με φιλάς όπως εσύ ξέρεις πως και με το χέρι στον ώμο, τραβάς να με κατευθύνεις. Δυο αδέσποτοι χαρταετοί στη μοίρα των δρόμων. Δεν είσαι τέλειος. Δεν θα γίνεις ποτέ. Και ήδη ξέρω, είμαστε δυστύχημα σε slow motion. Αλλά η νύχτα φαντάζει ατελείωτη. Και μπορώ για τώρα να βάλω σελιδοδείκτη στο βιβλίο και στους κούκους, τα εργαλεία βασανιστήριου και τον επόμενο εραστή σου. Το μόνο που ξέρω τώρα είναι ότι λαχταρώ σαμπάνια. Και ακριβά στρώματα. Και τα φιλιά στον θώρακα. Και την ατέλεια της τελειότητας σου.

 

 

  • Ελαφρώς βασισμένο στο «Δύο νέοι, 23 έως 24 ετών» του Κωσταντίνου Καβάφη.
Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s