Με τα μάτια κλειστά | Σοφία Κροκίδα

Ουσιαστικά, ποτέ του δεν συμφώνησε. Ποτέ δεν είπε ναι, εντάξει, θέλω, πάμε ή κάτι παρόμοιο. Ούτε καν κούνησε το κεφάλι σε ένδειξη συγκατάβασης. Γι’ αυτό κι εκείνη τώρα κράταγε τα μάτια της πεισματικά κλειστά προσπαθώντας και παράλληλα αποφεύγοντας να καταλάβει.

Είχε στηθεί μπροστά του αποφασιστική και ανυπόμονη, πάντα την έκανε να νιώθει σαν παιδί, συνήθως όχι με την καλή έννοια. Το σκεφτόταν όλη τη μέρα, και το έκανε να φαίνεται τόσο αυθόρμητο.

«Πάμε για λίγες μέρες στο χωριό;» είπε λίγο πιο δυνατά απ΄όσο επέβαλλε η στιγμή, και αυτόματα ευχήθηκε να μην είχε πει κουβέντα. Τα ζευγάρια έχουν μια μαγική ικανότητα να ακούνε τον άλλο πριν καν μιλήσει, και εκείνη άκουσε πριν καν μιλήσει το όχι που ο εκείνος ήθελε να πει. Ήταν όμως πολύ αργά για να απογοητευτεί. Έτσι συνέχισε δίνοντας τον ίδιο ορεξάτο τόνο στη φωνή της: «Θα κοιμόμαστε στο κρεβάτι πλαι στο παράθυρο που σου αρέσει και θα ακούμε μουσική. Κοίτα, θα πάρουμε κι αυτό!» είπε, κι εμφάνισε πίσω απο την πλάτη της ένα πορτοκαλί βαλιτσάκι. «Έχεις όλους εκείνους τους δίσκους καταχωνιασμένους και ούτε που τους ακούς ποτέ. Μου το χάρισε η Μαρίζα γιατί έλεγε πως μόνο χώρο πιάνει στο σαλόνι της. Τι λες;»

Την πρώτη φορά που πήγε σπίτι του, τους είχε δει να πιάνουν μια ολόκληρη βιβλιοθήκη, και έκρυψε ένα χαμόγελο σκεπτόμενη πως ήταν τυχερή που επιτέλους γνώριζε κάποιον που αγαπάει τη μουσική. Όσο εκείνος έφτιαχνε καφέ, εκείνη έψαχνε το πικάπ, είχε ήδη βρει το δίσκο που ήθελε να ακούσει, αλλά πικάπ δεν βρέθηκε ποτέ εν τέλει. Δεν πρόλαβε να ρωτήσει, την έκοψε λέγοντας «ζάχαρη να φέρω;», και την επόμενη φορά που πήγε σπίτι του οι δίσκοι είχαν εξαφανιστεί και στη θέση τους βρήκε σκόρπια βιβλία και μικροπράγματα. Θα ήταν τουλάχιστον διακόσιοι δίσκοι. Και τώρα ήταν άφαντοι. Πάλι δε ρώτησε, ήταν απο τη φύση της διακριτική. Κι όταν άρχισαν να συγκατοικούν και ανακάλυψε τους δίσκους στο πατάρι, προσεκτικά στοιβαγμένους και καλυμμένους με πλαστικό κατάλαβε πως οι δίσκοι δεν την αφορούσαν. Κάτι σκόρπιες κουβέντες είχε πιάσει μόνο, και στο μυαλό της ήταν αρκετές για να μην θέλει να μάθει. Τον γνώρισε άλλωστε μελαγχολικό, δεν έφταιγαν οι δίσκοι.

Πέρασε καιρός απο τότε, τόσος ώστε να ξεκαθαρίσουν οι ισορροπίες, εκείνη ακόμα πιο ερωτευμένη, εκείνος ακόμα πιο μελαγχολικός. Εκείνη να παραβιάζει πιο εύκολα πια τις κρυφές γωνιές του, εκείνος να παραμένει σιωπηλός. Έμαθε να μην ρωτάει πολλά πολλά, μονάχα που και που να παίρνει μόνη της δικαιώματα. Οι σχέσεις άλλωστε, όσο αποτυχημένες και αν είναι, χαρίζουν απλόχερα δικαιώματα και στους δύο. Γι’ αυτό και το πορτοκαλί βαλιτσάκι εκείνη τη μέρα. Είχε διαλέξει καμιά δεκαριά δίσκους που νόμιζε οτι θα του αρέσουν, και στη διαδρομή του απαρίθμησε τις επιλογές της. Πάλι δε μίλησε. Δεν ήξερε πια αν είχε χαρεί ή αν απλά την ανεχόταν, όπως μάλλον γινόταν όλο και πιο συχνά.

Το σπίτι μύριζε πεύκο και χλωρίνη. Μπήκε μέσα με φούρια και άνοιξε τα παραθυρόφυλλα να μπει ο ήλιος. Έστρωσε βιαστικά καθαρά σεντόνια στο διπλό κρεβάτι, έβαλε στην πρίζα το πικάπ και διάλεξε έναν δίσκο στην τύχη. Δεν ήξερε πολλά απο μουσική, γι΄αυτό και χαμογέλασε με ικανοποίηση όταν συνειδητοποίησε πόσο ταίριαζε ο ήχος του Παρίσι- Τέξας με την στιγμή. Όσο ο δίσκος γύρναγε εκείνη άνοιγε ένα φτηνό κρασί με προσοχή, ούτε απο κρασιά ήξερε πολλά, γενικά δεν ήξερε πολλά για τίποτα και ίσως γι αυτό δεν ένιωθε ποτέ υποδεέστερη στις σχέσεις τις, αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία.

Εκείνος ήταν κλεισμένος στο μπάνιο. Ανάμεσα σε ψόφια ζουζούνια και απορρυπαντικά έστεκε με κλειστά τα μάτια προς το ανοιχτό παράθυρο του μπάνιου προσπαθώντας να αναπνεύσει. Θυμήθηκε την τελευταία φορά που έπαιξαν εκείνοι οι δίσκοι. Με κλειστά τα μάτια σκεφτόταν καλύτερα, με κλειστά τα μάτια οι σκιές έπαιρναν μορφή, του άρεσε αυτό το παιχνίδι, του άρεσε να σκέφτεται πως ο χρόνος ήταν στα χέρια του, και πως τον είχε πάει πέντε χρόνια πίσω. Κατα βάθος ήταν ρομαντικός. Τι ανόητη λέξη αλήθεια. Σαν καμμένο χαρτί στην τράπουλα, με το που την πεις έχει κιόλας χάσει την ιδιότητά της. Παρ’ όλα αυτά, έστεκε με κλειστά τα μάτια. Άνοιξε τη βρύση και την άφησε να τρέχει για να μην της δώσει το δικαίωμα να σκεφτεί ότι δεν κάνει τίποτα κλεισμένος εκεί μέσα. Πριν βγει έριξε μια ματιά στον καθρέφτη. Πριν πέντε χρόνια δεν ήταν τόσο μεγάλος.

«Τι ακους;» την ρώτησε σαν να είχε βάλει τη μουσική μόνο για τον εαυτό της. Διέκρινε έναν αλλιώτικο τόνο στη φωνή του, μα ήξερε πως αν του το έλεγε θα είχε κιόλας χάσει ότι κέρδισε. Του έδειξε τον δίσκο και του έδωσε το ποτήρι με το κρασί περιμένοντας να την φιλήσει για την κίνησή της. Εκείνος παραμέρισε την κουρτίνα και χάζεψε λίγο το κίτρινο χαλί που είχε στρώσει το καλοκαίρι. Δεν είχε και πολλές επιλογές. Με το που άφηνε την κουρτίνα θα έπρεπε να χαμογελάσει, δεν είχε κάνει και πολλά γι αυτήν σήμερα άλλωστε. Πριν παραδοθεί της είπε «Μπορείς σε παρακαλώ να φέρεις τον βασιλικό στην κουζίνα; Θα μαραθεί εκεί έξω.»

Την παρακολουθούσε να περπατάει στα ξερά χόρτα με τα κουρασμένα σανδάλια και το πράσινο φόρεμα, «λαδί», τον είχε διορθώσει λες και δεν ήξερε πως δεν τον ένοιαζαν οι λεπτομέρειες. Ήξερε μόνο οτι της πήγαινε, και ότι και σήμερα επίτηδες το είχε βάλει, μήπως και κάνουν έρωτα αντί να κοιμηθούν απο τις έντεκα. Την κοίταζε καθώς με τα μαυρισμένα της πόδια πάταγε το έδαφος με σταθερά βήματα και θαύμασε τη δύναμή της, το βήμα της σε πλήρη αρμονία με την απόφασή της να έρθουν εδώ.  Ήταν όμορφη, η πιο όμορφη, έτσι του έλεγαν όλοι. Έσκυψε και με απαλές κινήσεις σήκωσε τον βασιλικό, πρόλαβε να κοιτάξει λίγο ακόμα τα ξανθά μαλλιά της που ο ήλιος έκανε άσπρα, τα λεπτά της χέρια, τη γύμνια της, και σα να τη λαχτάρισε. Χαμογέλασε και απομακρύνθηκε απο το παράθυρο.

Δεν ήταν αδιάφορος. Ήταν απλά κουρασμένος, πέντε χρόνια τώρα.

«Κλείνεις ποτέ τα μάτια να σκεφτείς;» τον ρώτησε ενώ ο δίσκος έπαιζε πάλι απο την αρχή. Ο ήλιος τους έκαιγε ήδη τα πόδια, το σχέδιο της πήγαινε όπως το είχε φανταστεί.

«Γιατί να κλείσω τα μάτια;» τη ρώτησε.

«Δεν ξέρω, νομίζω πως όταν κλείνεις τα μάτια σκέφτεσαι πιο όμορφα πράγματα. Να, κλείσε τα μάτια τώρα και άκου τη μουσική. Έλα, κλείστα. Να, εγώ τώρα σκέφτομαι πως είμαστε στην έρημο και…»

Σηκώθηκε απότομα και έκλεισε τη μουσική. Ξάπλωσε πάλι και της έπιασε το χέρι.

«Όχι, δεν το κάνω ποτέ. Προτιμώ να σκέφτομαι με ανοιχτά τα μάτια. Εσύ κάνε ότι θέλεις.»

Κάνανε έρωτα όταν ο ήλιος είχε πια πέσει και ύστερα την έπλυνε με ένα μαλακό ροζ σφουγγάρι τρίβοντας όλο της το κορμί αργά. Την πήρε ο ύπνος με τους πρώτους γρύλος.

Άνοιξε τα μάτια του απότομα, λες και θυμήθηκε πως είχε αμελήσει κάποια σημαντική δουλειά ενώ κοιμόταν. Κοίταξε την ώρα στο κινητό. 4:39. Δεν τον ένοιαξε αν θα την ξυπνήσει. Θα το καταλάβαινε άλλωστε το πρωί. Έβαλε μπρος το αμάξι και έκλεισε τη μουσική. Απο το ανοιχτό παράθυρο οι δίσκοι πέταγαν σαν αποδημητικά πουλιά, δεν κοίταζε καν που πηγαίνουν, ήξερε ότι σαν αλλάξει η εποχή θα ξαναέρθουν, τα ίδια ή άλλα.

Την βρήκε να κοιμάται. Της φίλησε το γυμνό ώμο που μύριζε ακόμα αφρόλουτρο και κοιμήθηκε μέχρι το μεσημέρι.

Στο γυρισμό μίλησαν για τα αγαπημένα τους νησιά και για το πως ορίζεται η ομορφιά. «Εννοώ ότι σίγουρα υπάρχουν κάποια αντικειμενικά…» πήγε να ολοκληρώσει την φράση της αλλά ένας πεταμένος δίσκος στην άκρη του δρόμου την σταμάτησε. Έφερε τα χέρια στο στόμα και δαγκώθηκε. Δεν πρόλαβε να σκεφτεί, χαμογέλασε ενστικτωδώς κοιτώντας το τίποτα για λίγα δευτερόλεπτα. «…κριτήρια.»

«Σε πειράζει να οδηγήσεις;» τη ρώτησε. «Θέλω να κλείσω λίγο τα μάτια μου. Είχα χρόνια να μυρίσω αυτή τη διαδρομή.»

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s