11: Σχετικό Είναι Αυτό | Ιωάννα Μαλούνη

Μισώ το timing. Το κακό timing συγκεκριμένα. Κι ακόμα πιο συγκεκριμένα το είδος του timing, που μου θύμιζε ότι δεν έχει καμία σημασία αν η δική σου ζωή έχει μείνει στάσιμη. Οι ζωές των άλλων προχωρούν, είτε το θες, είτε όχι. Κι εσύ απλά θα κάθεσαι να τους κοιτάς, χωρίς καν να έχεις το περιθώριο ν’ αντιδράσεις.

Το δεύτερο πλήγμα, μετά το χωρισμό του Άρη, ήταν το ξαφνικά πολυάσχολο πρόγραμμα του Μίλτου. Ο ίδιος έλεγε πως είχε ένα απαιτητικό πρόγραμμα, επειδή βοηθούσε τον καθηγητή του σε μια σημαντική εκδήλωση. Μα δεν τον φοβόμουν. Είχε την ικανότητα να τα βγάζει πάντα πέρα.
Ήταν, όμως, αρκετά ανήσυχος.
«Κάνω αρπαχτές με πολύ κόσμο» μου εξομολογήθηκε κάποια στιγμή.
«Κάνω παρέα με τον Δον Ζουάν!»τον πείραξα.
Δεν απάντησε κατευθείαν. Έχει έρθει η σερβιτόρα για να φέρει τις μπύρες μας. Την ευχαριστήσαμε.
Μόλις έφυγε, ο Μίλτος συνέχισε την εξομόλογησή του.
«Η κατάστασή μου είναι ένα χάος» είπε. «Ό,τι κι αν κάνω, δε νιώθω καλά με τον εαυτό μου».
«Δε θέλω να ξέρω τι θα κάνεις αν κάνεις φόνο» τον πείραξα ξανά.
«Σίγουρα δε θα το πω στη μαμά μου».
Αναστέναξε.
«Νόμιζα πως η κατάσταση με τη Φαίδρα είχε ξεκαθαρίσει τι μου ταιριάζει» έκανε.
Ξεκίνησε να στρίβει τσιγάρο. Ήταν όντως νευρικός και χαμένος. Μπορούσε κανείς να το αντιληφθεί από την αποτυχία του να φτιάξει κάποιο καλό. Άλλη μια φορά που οι καταστάσεις μας θύμιζαν κάτι πολύ στοιχειώδες – ότι οι ανθρώπινες σχέσεις είναι πιο πολύ σαν μια οθόνη λάπτοπ, που σκονίζεται συνέχεια. Έρχεται η μητέρα σου, την καθαρίζει μα σε λίγο θα ξαναπιάσει σκόνη. Η σκόνη αυτή θα επιστρέφει για να σου θυμίζει πόσο αβέβαιος παραμένεις σχετικά μ’ αυτές, να σε κάνει να πιστέψεις ότι οι ορισμοί σου δε θα είναι ποτέ σωστοί. Ότι μεγαλώνεις μα είσαι ακόμα μακριά από το να βγάλεις άκρη.
«Πιστεύω ότι είχατε μια άρρωστη σχέση ανταγωνισμού με τη Φαίδρα» του είπα. «Πάντα ήσουν το κουλ παιδί και ξέρω ότι το να είσαι πάντα το καλό, κουλ παιδί είναι μια δύσκολη αποστολή. Η Φαίδρα ασκούσε τη γοητεία της πάνω σου με τέτοιο τρόπο, που το στάτους σου αυτό δεν αρκούσε. Κι ήθελες να φανείς πιο κουλ από αυτήν, λέγοντας ψέματα στον εαυτό σου ότι μπορείς να κάνεις αρπαχτές, ότι δε σ’ ενθουσιάζει πια και τόσο».
Μου έκανε νόημα να σταματήσω. Η Φαίδρα είχε μπει στο μαγαζί. Τη χαιρετήσαμε κι οι δυο.
Είδαμε πως κατευθυνόταν προς έναν άνδρα, που καθόταν σε τραπέζι δίπλα μας. Ο Μίλτος ήταν ακόμα πιο ανήσυχος για το διάστημα, που αυτοί οι δυο μιλούσαν. Έριχνε κλεφτές ματιές. Εγώ τον κοιτούσα επικριτικά, γιατί νόμιζα πως είχε σκοπό να καταλάβει αν ο άνδρας αυτός ήταν υποψήφιος γκόμενος της.
Σύντομα, όμως, κατάλαβα γιατί ήταν τόσο επίμονος στο να τους κοιτάζει. Ο άνδρας της είχε πιάσει το στήθος. Εκείνη είχε φρικάρει και δε μπορούσε να κάνει τίποτα. Ο μίλτος αμέσως σηκώθηκε από το τραπέζι μας. Κατευθύνθηκε προς τον άνδρα. Η σερβιτόρα τους πλησιάσε θορυβημένη.
«Άστην ήσυχη!» φώναξε ο Μίλτος στον άνδρα.
Ο άνδρας δεν πτοήθηκε. Η Φαίδρα ήθελε να φωνάξει για βοήθεια μα κάτι την έπνιγε. Η σερβιτόρα έμενε αμέτοχη.
«Καλά, εσύ ήρθες εδώ για να κοιτάς;» τη ρώτησε ο Μίλτος θυμωμένος.
Βάρεσε τον άνδρα. Εγώ έτρεξα προς το μέρος τους. Πήρα τη Φαίδρα από το χέρι και βγήκαμε από το μπαρ. Έκανα νόημα στο Μίλτο να βγει κι αυτός μα έμεινε. Θα είχα να τον περιμένω.
«Είσαι καλά;» ρώτησα τη Φαίδρα, όταν βγήκαμε έξω.
Εκείνη έτρεμε. Τη χάιδεψα στην πλάτη.
«Έλα, ηρέμησε» έκανα.
Λίγα λεπτά αργότερα, βγήκε ο Μίλτος από το μπαρ.
«Είχα να τους εξηγήσω και να πληρώσω» μας είπε. «Δε μπορώ να πιστέψω ότι κάποιοι άνθρωποι μένουν άπραγοι μπροστά σε τέτοιες καταστάσεις»
Έριξε το βλέμμα του στη Φαίδρα.
«Είσαι ασφαλής τώρα» της είπε.
«Σχετικό είναι αυτό» έκανε εκείνη.
«Είσαι καλύτερα;»
«Εχμ, ας τα λέμε»
Και ποιος είναι καλύτερα μετά από αυτό; σκέφτηκα.
«Με κάλεσε, υποτίθεται, για δουλειά» μας εξήγησε.
Δυσανασχετήσαμε. Μερικοί άνθρωποι χρησιμοποιούν τα καλύτερα προσχήματα για τις χειρότερες πράξεις.
«Τέλος πάντων» έκανε ο Μίλτος. «Πάμε στο μετρό»
Όταν φθάσαμε στην επικύρωση εισιτηρίων, η Φαίδρα μας είπε ότι έπρεπε ν’ αλλάξει γραμμή για να πάει σπίτι της. Εκεί μας χαιρέτησε.
«Καληνύχτα» έκανε ο Μίλτος.
Έμειναν να κοιτάζονται αμήχανα. Είχαν ένα σύντομο, κοινό κι αμήχανο παρελθόν, που τους θύμιζε να μη γυρίσουν ο ένας στον άλλον. Μια τέτοια συνάντηση τους είχε βγάλει, όμως, εκτός προγράμματος. Μα υπήρχε ένα θετικό, που δεν το έβλεπαν – ότι βοηθούσαν τον άλλον, ακόμα κι έτσι.
«Να σε πάω σπίτι;» ρώτησε τη Φαίδρα.
Εκείνη χαμογέλασε, τον χτύπησε φιλικά στην πλάτη και του απάντησε:
«Όχι, ευχαριστώ. Το ‘χω».
Μας ευχαρίστησε ξανά και συνέχισε το δρόμο της.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s