Βιβλιοπαρουσίαση: Θάνατος στη Βενετία – Thomas Mann | Όμικρον Μι

ew

 

Ο Άχενμπαχ ήταν ένας καταξιωμένος Γερμανός συγγραφέας. Αυτό που τον χαρακτήριζε σαν άνθρωπο πέρα από το εκτενές και βραβευμένο έργο του, ήταν η φυσική του κατάσταση. Ασθενικός από τα παιδικά του χρόνια έμαθε να ζει προσαρμοσμένος σε ένα αυστηρό καθημερινό πρόγραμμα.
Μεγαλύτερος του φόβος ήταν να μην πεθάνει πριν προλάβει να ολοκληρώσει το έργο του έτσι είχε αποφασίσει ήδη πως θα διαθέσει τον χρόνο του για να μπορεί να συνεχίσει να γράφει. Αυτό που τον βασάνιζε ήταν ότι πλησίαζε η εποχή που έπρεπε να μετακινηθεί και αν πάει στο εξοχικό οπού περνούσε τα καλοκαίρια του. και αυτό ήταν ότι χειρότερο γιατί ο Άχνμπαχ μισούσε τα ταξίδια και τις μετακινήσεις.
Καθώς όμως θα πραγματοποιήσου τον προκαθορισμένο του ημερήσιο περίπατο μια συνηθισμένη μέρα, μία ξαφνική επιθυμία σαν σπίθα θα ανάψει μέσα του και αμέσως θα φουντώσει. Κόντρα στον χαρακτήρα του και τη μέχρι τώρα ζωή του θα θελήσει να φύγει. Να ταξιδέψει κάπου όπου δεν έχει ξαναπάει. Το ίδιο κιόλας βράδυ θα σχεδιάσει το ταξίδι του και θα φύγει άμεσα.
Το ταξίδι αυτό θα τον οδηγήσει στη Βενετία. Σε ένα πολυτελές ξενοδοχείο οπού μένουν κυρίως ξένοι τουρίστες θα βρει κάτι που δεν το είχε φανταστεί όταν ξεκινούσε για αν φύγει από το Μόναχο. Εκεί μέσα σε μια αποπνικτική ατμόσφαιρα θα γνωρίσει τα δύο μεγαλύτερα βιώματα που μπορεί ένας άνθρωπος να γευτεί. Τον έρωτα και το θάνατο.
Ό Τόμας Μαν σε αυτό το βιβλίο του καταπιάνεται με τον έρωτα, και πιο συγκεκριμένα με τον πλατωνικό έρωτα, ειδωμένο από μια οπτική όχι και τόσο συνηθισμένη, μέσα από την μοναχικότητα.
Ο έρωτας αυτός ξεφεύγει από τις γνωστές νόρμες ετεροκανονικότητας και μπαίνει σε διαφορετικά μονοπάτια αφού το αντικείμενο του πόθου του Άχενμπαχ είναι ένα έφηβο αγόρι. Ένας έρωτας φιλολογικός, χωρίς την παραμικρή σαρκική επαφή που ωστόσο από την μια καίει την ψυχή του Άχενμπαχ στη φλόγα της ανικανοποίητης επιθυμίας και από την άλλη του απαλύνει αυτόν τον πόνο εμ το να ξέρει πως θα δει έστω για μια ακόμη φορά τον έφηβο Τάτζιο.
Η μοναχικό μέσα στην οποία ένας ξένος βιώνει τον «απαγορευμένο» έρωτα για έναν άλλο ξένο σε μία ξένη πόλη, ως ατομική του υπόθεση και χωρίς αν περιμένει κάποια ανταπόκριση, αν και ο συγγραφέας αφήνει να εννοηθεί πως ο έφηβος έχει καταλάβει το ενδιαφέρον του μεσήλικα, μας οδηγεί στη σκέψη, αν τελικά είναι αλήθεια πως ο έρωτας αφορά πάντα δύο. Εδώ είναι και η επαναστατικότητα του βιβλίου αυτό μιας και αυτό που εγώ συμπεραίνω είναι ότι ο έρωτας βιώνεται διαφορετικά από κάθε άτομο, μπορεί να αφορά μονό έναν οι πολύ περισσότερους ανθρώπους χωρίς να υπάρχει κάτι το μεμπτό σε αυτό.
Στην ουσία της υπόθεσης λοιπόν έχουμε ένα τελευταίο ταξίδι. Ο Άχενμπαχ ταξιδεύει προς το θάνατο, και μάλιστα όταν το ανακαλύπτει νιώθει μια κρυφή και βαθιά ικανοποίηση. Μην έχοντας τίποτε άλλο να προσμένει αφοσιώνεται εμ όλες του τις δυνάμεις στο να παρατηρεί το νεαρό του, ο οποίος με την ομορφιά του έχει παγιδέψει τη σκέψη του συγγραφέα.
Η Βενετία της νουβέλας μας, είναι αποκομμένη από τον υπόλοιπο κόσμο και αργοπεθαίνει από μέσα προς τα έξω. Σε ένα σκηνικό που θυμίζει την κατάσταση στην πόλη του γιατρού Στόκμανν, έχουμε την αντιπαράθεση ανάμεσα στο οικονομικό συμφέρον και την ανθρώπινη ζωή. Και όπως συμβαίνει πάντα σε αυτές τις περιπτώσεις κερδισμένο είναι το οικονομικό συμφέρον στο βωμό του οποίου θυσιάζονται ανθρώπινες ζωές και κυρίως οι ζωές των μη προνομιούχων αυτής της κοινωνίας.
Όμως ο Άχενμπαχ, και εδώ διαφέρει με τον Ιψενικό ήρωα, αν και αντιλαμβάνεται το τι συμβαίνει δεν κάνει καμία προσπάθεια να το αποτρέψει. Αντιθέτως αφήνεται συνειδητά προς την καταστροφή του να παρασυρθεί σε αυτό που του έχει γίνει πλέον έμμονη ιδέα. Στον Τάτζιο του. Μοναδική του επιθυμία να είναι κοντά στον έφηβο του. Ευχαριστιέται με το να βλέπει τα μικρόνοα ανθρωπάκια να υποκρίνονται πως δήθεν δε συμβαίνει τίποτα και ευχαριστιέται όταν βλέπει στα μάτια τους πως ξέρουν ότι ξέρει την αλήθεια
Έχουμε λοιπόν μια νουβέλα στην οποία τίποτα άλλο δεν έχει σημασία πέρα από τον έρωτα. Όλη η προηγούμενη ζωή του μεσήλικα συγγραφέα, όλη η Βενετία, ο θάνατος που αφήνει παντού το στίγμα του. τίποτα από όλα αυτά δε μετράει. Όλα σβήνουν. Όλα γίνονται ένα και συνωστίζονται στο πρόσωπο του Τάτζιο.
Κυνηγώντας το αδύνατο και το άπιαστο, ο Άχενμπαχ καταλήγει στο θάνατο που τόσο φοβόταν όλη του τη ζωή. Ο Τόμας Μαν μας δίνει μια νουβέλα στην οποία κυριαρχεί ο εσωτερικός διάλογος, η μοναξιά ή καλύτερα η μοναχικότητα, ο έρωτας που γίνεται εμμονή, και τέλος, μία αγωνιώδη σιωπηρή φωνή για την ανάγκη έκφρασης της διαφορετικότητας έξω από τα κοινός αποδεκτά κοινωνικά συμβόλαια. Και όλα αυτά τελειώνουν με τον πιο φυσικό και απλό τρόπο, με το θάνατο.

Τίτλος πρωτοτύπου : Der tod in Venedig
Τίτλος μετάφρασης : Θάνατος στη Βενετία
Συγγραφέας : Thomas Mann
Μετάφραση : Μαρία Κωνσταντινίδη
Εκδόσεις : Ίνδικτος
Έτος : 2017

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s