Συγγνώμη, σ’ ευχαριστώ, σ’ αγαπάω. Χρόνια πολλά ρε Μάνα! | Τάσος Ζαννής

 

(Ωδή στην Καλύτερη Μάνα του Κόσμου)

Θαυμασμός. Σεβασμός. Εκτίμηση. Ευγνωμοσύνη. Και για τη μάνα σου, και για τον πατέρα σου. Δεν υπάρχει ιερότερο πράγμα στον κόσμο από τους γονείς, την οικογένεια.

Θυμάμαι τότε, αρκετά παλιά, το 2004, εκείνη τη μέρα που εσύ και ο μπαμπάς με φωνάξατε να κατέβω στην κουζίνα για να μου πείτε κάτι. Καθόσασταν και οι δύο και είχατε σοβαρό ύφος. Ξεκίνησε να μιλάει ο μπαμπάς αλλά δεν του έβγαινε, οπότε πήρες εσύ τον λόγο. Εξηγώντας μου την κατάσταση και περιγράφοντάς μου όσο πιο… μαμαδίστικα μπορείς (μετά από χρόνια, όπως ήταν λογικό, κατάλαβα ότι πάντα είχες τον τρόπο να προσαρμόζεις τις συζητήσεις), ότι εσύ και ο μπαμπάς έχετε κάποια προβλήματα επικοινωνίας, και ότι θα πρέπει να χωρίσετε.

Θυμάμαι ακριβώς την αντίδρασή μου. Αν και ουδέποτε υπήρξα το κακό παιδί, που θα προκαλέσει καυγά, θα θυμώσει και θα χάσει τον έλεγχο, τότε ήταν η μοναδική φορά που νομίζω τον έχασα. Χτυπούσα τραπέζια και καρέκλες. Ωρυόμουν. Άρχισα να κλαίω και έφυγα από το σπίτι, τραβώντας με όλη μου τη δύναμη την πόρτα του σπιτιού. Οι όποιες δυσλειτουργίες της τώρα, ίσως να οφείλονται (και) σ’ αυτό. Έτρεχα κλαίγοντας στον δρόμο και πήγα στη γιαγιά. Είχα φτάσει σε λιγότερο από ένα λεπτό. Κοντά τα σπίτια, βλέπεις. Ούτε εκεί ηρέμησα, όμως. Μπήκα μέσα και χτυπούσα κι εκεί τις καρέκλες. Ήμουν ανεξέλεγκτος. Όμως, ήμουν και εννιά χρονών.

Χωρισμός. Διαζύγιο. Διαφορετικά σπίτια. Τι είναι αυτά τα πράγματα για ένα παιδί εννιά χρονών; Τι μπορεί να σημαίνουν, πώς μπορεί να τα εκλάβει, πώς μπορεί να τα συνηθίσει; Καταστάσεις που του προκαλούν μόνο κλάμα και προβληματισμούς. Στη συνέχεια θα καταλάβαινε. Όμως τότε, για εκείνο το παιδί, η μετάβαση δεν θα ήταν εύκολη.

Δεν ήξερα τότε τους λόγους που μπορεί ένα ζευγάρι να χωρίσει. Το μυαλό ενός εννιάχρονου μάλλον, δεν μπορούσε να συλλάβει ότι η μαμά και ο μπαμπάς του, μια μέρα, θα χωρίσουν. Δηλαδή, ίσως είναι και το τελευταίο πράγμα που θα σκεφτεί ο μικρός. Σε τέτοια ηλικία δεν τον ενδιαφέρουν αυτά τα πράγματα (εκτός πάλι κι αν μιλάμε για τραγικές καταστάσεις στην οικογένεια που εκεί αναγκαστικά προσαρμόζεται και ωριμάζει πριν την ώρα του). Σε τέτοια ηλικία το παιδί θέλει να παίξει ποδόσφαιρο και να πάει στην πλατεία με τους φίλους του. Το μυαλό, όπως είναι φυσικό, δεν στροφάρει σε μικρή ηλικία. Η καρδιά του είναι αγνή και γίνεται θρύψαλα με το παραμικρό.

Το παιδί δεν καταλαβαίνει την επεξηγηματική (όσο και σοφή) φράση «Έτσι θα είμαστε καλύτερα». Η κατάσταση, όντως, θα είναι καλύτερη αλλά τι γίνεται με το παιδί; Φυσικά και θέλει να είστε καλύτερα. Ναι αλλά το παιδί το ίδιο, νιώθει καλύτερα όταν είναι και οι δύο γονείς του στο σπίτι. Θα του κακοφανεί όταν, το επόμενο πρωινό, ξυπνήσει και λείπει ο μπαμπάς του. Πόσω μάλλον, όταν συνειδητοποιήσει, ότι λείπουν τα πράγματά του. Το παιδί ίσως νομίζει ότι φταίει κι αυτό σε κάποιο βαθμό. Μέγα λάθος του βέβαια, αλλά παιδί είναι. Δεν ξέρει αυτά τα… μεγαλίστικα.

Δεν θα το κρύψω, ότι αυτό το γεγονός, ήταν η πρώτη μου δύσκολη στιγμή που έπρεπε να διαχειριστώ. Τα πιο σοβαρά και τα πιο δύσκολα, τα είχαν οι γονείς με τη διαχείριση των συναισθημάτων και της κατάστασης. Αλλά ήμουν κι εγώ, που απλώς έπρεπε να αλλάξω τρόπους ζωής και να συνηθίσω μια άλλη καθημερινότητα, εντός κι εκτός σπιτιού.

Τα χρόνια όμως πέρασαν. Τα χρόνια πέρασαν με την μαμά και τον μπαμπά να ζουν σε ξεχωριστά σπίτια. Την κατάσταση την έζησα στο πετσί μου. Πόνεσα, έκλαψα αλλά κάποια στιγμή το συνήθισα. Το σπουδαιότερο πράγμα όμως, ήταν άλλο. Ήταν η στιγμή που άρχιζα να καταλαβαίνω γιατί συνέβη όλο αυτό. Νομοτελειακά θα γινόταν κι αυτό. Απλά έπρεπε να περάσει κάποιος χρόνος.

Αυτό που οφείλω, ως ο μονάκριβος γιος της οικογενείας, είναι το προφανές. Με τα χρόνια κατάλαβα, πως δύο άνθρωποι που γίνονται πρώην σύζυγοι, δεν συνεπάγεται ότι γίνονται και πρώην γονείς. Ανάθεμα κι αν γινόταν κάτι τέτοιο. Τα προσωπικά συναισθήματα οφείλουν να μπαίνουν στην άκρη όταν μιλάμε για την ύπαρξη ενός ή περισσότερων παιδιών στη μέση. Οι γονείς θέτουν ως στόχο τη διασφάλιση της ομαλής μετάβασης του παιδιού σε μια νέα πραγματικότητα, σε μια νέα τάξη πραγμάτων. Δεν υπάρχει τίποτα παραπάνω από το παιδί. Δεν πρέπει να υπάρχει. Έτσι το εκλαμβάνω τώρα, μετά από αρκετά χρόνια σκέψης και συνειδητοποίησης της πραγματικότητας.

Μπορεί να χώρισαν αλλά ήταν εκεί για μένα. Ήταν, είναι και θα είναι πάντα εκεί για μένα. Ήταν από την αρχή κοντά μου, δίπλα μου, σε κάθε μικρή και μεγάλη μου απόφαση και επιτυχία.

Τότε που γράφτηκα στην ακαδημία ποδοσφαίρου (το ήξεραν και οι δύο από την αρχή ότι το ποδόσφαιρο θα με προσέλκυε περισσότερο από οτιδήποτε άλλο). Τότε που έσπασα το χέρι μου στο γήπεδο (στον μόνο σοβαρό τραυματισμό που είχα ως τώρα). Τότε που πέρασα επιτυχώς τις εξετάσεις και ήμουν επί τρία χρόνια στο Αθλητικό Γυμνάσιο, κάνοντας αυτό που αγαπάω: να παίζω ποδόσφαιρο. Τότε που απέτυχα να πάρω το Proficiency με την πρώτη, αλλά και τότε που πείσμωσα και κατάφερα να το πάρω την αμέσως επόμενη χρονιά. Τότε που έγραψα το πρώτο μου βιβλίο, όσο… παιδαριώδες κι αν ήταν το εγχείρημα αυτό. Τότε που πέρασα στις πανελλήνιες. Τότε που έμενα, πλέον, μόνος μου, σ’ ένα εντελώς ξένο μέρος, εκατοντάδες μίλα μακριά τους. Τότε που δημοσιεύτηκε το πρώτο μου άρθρο σε τοπική εφημερίδα. Τότε, την πιο ιδιαίτερη στιγμή μου, που γνώρισαν την πρώτη μου κοπέλα (και η μαμά είχε γεμίσει φαγητά και γλυκά το τραπέζι και το ψυγείο – Α ΡΕ ΜΑΝΑ). Μεγαλεία, όχι αστεία.

Τότε, τότε, τότε… Στιγμές της ζωής μου, στιγμές που θα έχω να θυμάμαι για πάντα. Στιγμές της νιότης, στιγμές του τώρα, στιγμές του πάντα, για πάντα. Όλα αυτά τα τότε, όλες αυτές οι πρώτες φορές, όλες εκείνες οι θυσίες που έκαναν, αποδεικνύουν περίτρανα, πως ήταν εκεί για μένα, στις χαρές και στις λύπες. Ποιος γονέας θα έκανε διαφορετικά; Ποιος δεν θέλει το καλύτερο για το παιδί του;

Τα χρόνια πέρασαν από τότε, από το διαζύγιο της μαμάς και του μπαμπά. Οι σχέσεις τους πέρασαν από σαράντα κύματα και μετά τον χωρισμό αλλά κάπως έστρωσαν τα πράγματα στη συνέχεια. Θαρρώ πως έπαιξα κι εγώ τον ρόλο μου, με διάφορες νουθεσίες και παρακινήσεις και στους δύο. Εγώ πάντα, με το μυαλό και τη σκέψη ενός έφηβου. Να τα τονίζουμε κάτι τέτοια.

Μεγάλωσα σ’ ένα σπίτι με αρχές, ιδανικά και αξίες. Μου έμαθαν να σέβομαι την προσπάθεια του άλλου, όπως και να σέβομαι τη διαφορετικότητα που υπάρχει στον κόσμο. Μου έμαθαν να προσπαθώ για μένα και για κανέναν άλλο. Με συμβούλευσαν να μην τα παρατάω με την πρώτη δυσκολία. Να πέφτω κάτω επτά φορές και να σηκώνομαι οκτώ.

Δεν μου έλειψε και δεν στερήθηκα ποτέ τίποτα. Και τις εκδρομές μου πήγα, και τις βραδινές περιπλανήσεις μου έκανα, και τα πάρτι μου έκανα – η μαμά άνετα δουλεύει ως event organizer οποιαδήποτε στιγμή. Άνετος κι ωραίος. Ό,τι ζητούσα, το είχα. Ίσως να είχα και περισσότερα από ό,τι άξιζα. Γι’ αυτό και μερικές φορές, παρά τη θέλησή μου για ένα νέο λάπτοπ, μια νέα τηλεόραση, μια έξτρα πολυτέλεια, δεν το είπα ποτέ. Δεν το είπα ποτέ γιατί θα θεωρούμουν πλεονέκτης. Δεν το είπα ποτέ για να μάθω να εκτιμώ αυτά που έχω, τα οποία άλλος ούτε στα όνειρά του δεν τα βλέπει.

Με τον καιρό, λοιπόν, κατάλαβα ότι ζούσα και με τα απλά. Επιθυμούσα, κυνηγούσα την απλότητα και τη λιτότητα. Δεν ήθελα ποτέ μια ζωή στη λούσα και στην τρυφηλότητα. Ποτέ δεν ήθελα να τρώω με χρυσά κουτάλια. Ήθελα τα απλά και καθημερινά κουτάλια που έχει όλος ο κόσμος, με τα οποία θα έτρωγα και μετά θα έπλενα με τα ίδια μου τα χέρια.

Κατά έναν μεγάλο βαθμό, ό,τι έχω καταφέρει κι όπου έχω φτάσει ως σήμερα, δεν θα γινόταν πραγματικότητα χωρίς την αμέριστη βοήθεια της μαμάς και του μπαμπά. Παρ’ όλες τις διαφωνίες τους, θέλω να πιστεύουν ότι έκαναν το καλύτερο δυνατό για τον γιο τους ώστε να βγει έξω στην κοινωνία και να αντιμετωπίσει την σκληρή πραγματικότητα. Γιατί ο γιος τους, δεν ζει στον δικό του κόσμο. Ξέρει ότι η ζωή δεν είναι στρωμένη με ροδοπέταλα. Αντιθέτως, ξέρει ότι είναι ένα μονοπάτι δύσκολο και σκληροτράχυλο, με μια συνεχή ανηφόρα. Ξέρει επίσης, ότι είναι άδικη πολλές φορές. Άδικη, σκληρή και άκαρδη.

Όταν χώρισαν οι γονείς μου, έμενα με τη μαμά. Η επικοινωνία και η επαφή μου με τον μπαμπά δεν συνάντησε κανένα εμπόδιο, και όλα πήγαιναν μια χαρά. Μέσα από καθημερινές προσπάθειες, αμέτρητα ταξίδια σε όλη τη χώρα, δημιουργήσαμε με τη μαμά έναν τόσο στενό δεσμό μεταξύ μας που με βοήθησε πάρα πολύ στην περίοδο της εφηβείας μου, αλλά και γενικότερα στην πορεία της ενηλικίωσής μου.

Σήμερα αυτό το πλάσμα έχει γενέθλια, εξ’ ου και ο λόγος που γράφω αυτές τις γραμμές. Σπανίως της λέω πόσο πολύ την αγαπάω. Μεγάλο μου λάθος. Φαντάζομαι δεν είμαι ο μόνος που κάνει τέτοιο λάθος. Τα αγόρια ιδίως, θεωρούν κάπως… περίεργο και άβολο να μιλούν με τέτοιον τρόπο στη μαμά. Στον μπαμπά, πάντα, μας λύνεται η γλώσσα. Στη θέα της μάνας όμως, μας κόβονται τα πόδια. Κάτι αντίστοιχο λογικά θα συμβαίνει και με τα κορίτσια. Συζητούν τα πάντα με τη μαμά αλλά όταν έρχεται η ώρα για συζήτηση με τον μπαμπά, πίνουν το αμίλητο νερό.

Τι περίεργη που είμαστε εμείς η νεολαία τελικά. Πράττουμε χωρίς να σκεφτόμαστε, κάνουμε πράγματα που τα μετανιώνουμε στο τέλος, και καταλήγουμε να δεχόμαστε συμβουλές από τους γονείς. Έτσι μάλλον πρέπει να γίνεται. Ως εμπειρότεροι σε κάθε τομέα, που έχουν φάει τη ζωή με το κουτάλι, πάντα θα ξέρουν κάτι περισσότερο από σένα. Παρίστανε τον… εξυπνάκια όσο θες αλλά πάντα θα γυρνάς στη μαμά και τον μπαμπά. Ο αυθορμητισμός φέρνει λάθη, τα λάθη φέρνουν συμβουλές, και οι συμβουλές φέρνουν ωριμότητα. Έτσι είναι γιατί έτσι πάει. «Θα μεγαλώσεις και θα καταλάβεις», μου έλεγαν. Σαν κάτι να βλέπω μπροστά μου.

Όλες αυτές οι λέξεις, όλες αυτές οι υπερ-αναλύσεις των καταστάσεων, για μένα μπορεί να μη σημαίνουν κάτι ιδιαίτερο, διότι χρησιμοποιώ την πένα μου ώστε να καταγράψω όσο πιο πειστικά μπορώ τα συναισθήματα που κατοικούν μέσα μου. Είναι δηλαδή, ακόμα ένα άρθρο, ακόμα ένα κείμενο, σ’ ακόμη μια μέρα που σταματάω και υπενθυμίζω στον εαυτό μου από πού ξεκίνησε και προς τα πού πορεύεται.

Η κυρία Βάλια, με τις εξαίσιες σπιτικές της συνταγές (άνετα κάνει τη δική της εκπομπή μαγειρικής σε κανάλι μεγάλης εμβέλειας), είναι το σημαντικότερο πρόσωπο της ζωής μου. Εδώ και κάμποσο καιρό, μετά από διάφορες αναποδιές και… παρεξηγήσεις, είμαστε ξανά εδώ, πιο ενωμένοι από ποτέ, πάντα ο ένας δίπλα στον άλλον, πάντα ο ένας για τον άλλον. Πάντα μαζί και ποτέ χώρια. Πάντα να δίνουμε δύναμη και να στηρίζουμε ο ένας τον άλλον. Γιατί έτσι έχουμε μάθει.

Κι έρχομαι τώρα, μάνα, για να το κλείσω κιόλας γιατί σαν μεγάλο να βγήκε πάλι το κείμενο, να σου πω δυο-τρία πράγματα που τα ξέρεις βέβαια, αλλά εγώ νιώθω την ταπεινή υποχρέωση να τα γράψω. Ξεκινάμε;

Μάνα, συγγνώμη.

Συγγνώμη για όσες φορές σε απογοήτευσα. Να ξέρεις όμως, ότι έβαλα τα δυνατά μου για μην το κάνω.

Συγγνώμη για όλα τα μικρά και μεγάλα ψέματα που σου έχω πει. Μερικές φορές ζούσα στον δικό μου κόσμο.

Συγγνώμη για όλες εκείνες τις φορές που σε έκανα να μου φωνάξεις και μετά να κλάψεις. Είναι το τελευταίο πράγμα που θέλω στη ζωή μου, να σε βλέπω έτσι.

Συγγνώμη για όλες εκείνες τις φορές που σε παράκουσα και έκανα του κεφαλιού μου. Κάθε λάθος είναι και ένα μάθημα.

Συγγνώμη που δεν πέρασα τόσο πολύ χρόνο μαζί σου πριν φύγεις για τη δουλειά. Ξέρεις, μερικές φορές, σαν παιδί, δεν καταδέχομαι την παρέα της μαμάς. Όσο περνούν όμως τα χρόνια, αρχίζω και καταλαβαίνω ολοένα και περισσότερο τη σημασία και τη σπουδαιότητα εκείνης της στιγμής. Μέσα από απλά και καθημερινά πράγματα, όπως το μεσημεριανό ή ο απογευματινός καφές, έμαθα να δίνω περισσότερη βαρύτητα σε μερικά πράγματα. Θαρρώ πως ωριμάζω.

Μάνα, σ’ ευχαριστώ.

Σ’ ευχαριστώ που, μέσα σ’ αυτή τη δίνη της καθημερινότητας, με τόσα πράγματα να κάνεις και να σκεφτείς, εσύ προσπαθείς να περνάς όσο το δυνατόν περισσότερο χρόνο μαζί μου. Είσαι η δυνατότερη μάνα του κόσμου.

Σ’ ευχαριστώ που ήσουν δίπλα μου από την αρχή σε όλη αυτή την καθημερνή πρωτόγνωρη εμπειρία μου εδώ και τέσσερα χρόνια. Σημαίνει τα πάντα για μένα.

Σ’ ευχαριστώ που με έμαθες πόσο άσχημο πράγμα είναι το ψέμα και η υποκρισία. Πίστεψέ με, έχω μάθει. Έχω κάνει τις μαλακίες μου αλλά έχω μάθει.

Σ’ ευχαριστώ για όλα τα ταξίδια που έχουμε κάνει μαζί ως τώρα. Από το 2000 έως και σήμερα, τι να πρωτοθυμηθώ; Όλη την Ελλάδα έχουμε γυρίσει μαζί (συν ένα ταξίδι στο Παρίσι – αυτές οι ιστορίες είναι να τις λες).

Σ’ ευχαριστώ για όλες εκείνες τις στιγμές που με έκανες να γελάσω όταν δεν ήμουν καλά. Μια σου αγκαλιά και όλα έμοιαζαν δυνατά.

Μάνα, σ’ αγαπάω.

Σ’ αγαπάω γιατί μ’ αγαπάς κι εσύ. Και μ’ αυτό με κάνεις καλύτερο άνθρωπο.

Σ’ αγαπάω για όλες εκείνες τις αναλυτικές και βαθυστόχαστες συζητήσεις μας. Με έχουν βοηθήσει πολύ.

Σ’ αγαπάω γιατί, παρ’ όλες τις ατυχίες που σου (μας) συνέβησαν, εσύ δεν το έβαλες ποτέ κάτω και συνέχισες. Συνέχισες να προσπαθείς για να μου παρέχεις πάντα, τα πάντα. Και δεν μπορείς να φανταστείς πόσο το εκτιμώ αυτό.

Σ’ αγαπάω γιατί έχεις βρει έναν υπέροχο άντρα δίπλα σου, που σε στηρίζει και σ’ αγαπάει κι εκείνος. Κι ας είναι… Ολυμπιακός.

Σ’ αγαπάω γιατί σε θαυμάζω. Μένει κάτι άλλο να πω;

 

Μάνα, προσπαθώ να σε κάνω ευτυχισμένη κάθε μέρα που περνάει. Ελπίζω να τα καταφέρνω.

Μάνα, χρόνια πολλά, και αύριο υπόσχομαι ότι θα σου δώσω την καλύτερη αγκαλιά.

Με αγάπη,

Το Τασουλίνι σου

 

* Πάλι κλείνω με τραγούδι. Πάντα θα το κάνω. Γιατί χωρίς τη μουσική, θα ήμουν ένα τίποτα. Το ‘Thank You Mum’ ανήκει στο πρώτο (ομώνυμο) άλμπουμ των Good Charlotte, μιας alternative rock/pop punk μπάντας από την Αμερική, που κυκλοφόρησε το 2000.

Το ξέρω ότι δεν ακούς τέτοιες μουσικές αλλά ο γιόκας σου δεν μπορεί χωρίς αυτές. Κι εκτός αυτού, λέει και γλυκές αλήθειες μέσα.

‘I said I thank you, I’ll always thank you more than you would know, than I could ever show. And I love you, I’ll always love you. There’s nothing I won’t do to say these words to you, that you’re beautiful forever’

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s