2.08. Δεν Είσαι Αθώα (Mid Season Finale) | Ιωάννα Μαλούνη

Ήταν ακόμα πολύ νωρίς. Ήθελα να πάει 6 το πρωί, για να πάρω κάποιο λεωφορείο και να φύγω. Γύρω μου, επικρατούσε πανικός κι εγώ δεν το άντεχα αυτό. Ήμουν κι εγώ σε πανικό. Η Νάγια κι ο Μάνος προσπαθούσαν να με ηρεμήσουν.

«Δεν το έκανε εκείνη, έτσι;» τους ρώτησα.

Με κοίταξαν με κενό βλέμμα.

– Μια ώρα πριν –

«Άντε, γιατί δεν έρχεται το ζεύγος να μας δείξει πόσο υπέροχο είναι;»

Ο Μάνος δε σταματούσε την ειρωνεία. Το απολάμβανε, γιατί ήταν φανερό πως έβρισκε την κατάσταση όλο και πιο γελοία.

Τότε μπήκε η Ρένια. Υποθέσαμε ότι χώρισε με τον Κυριάκο, για να είναι μόνη της. Ήλπιζα να ήταν αυτό το μεγάλο της βήμα. Ο Κυριάκος δε θα της άξιζε ποτέ. Ήταν η προσωπική της μαζορέτα, ο αφοσιωμένος γκρούπι της, που ταυτόχρονα θα υποβάθμιζε την αξία της. Πίστευα ακόμα σε μια καλύτερη Ρένια, χωρίς αυτόν.

«Δεν ξέρω πού είναι ο Κυριάκος» έκανε με απαθές βλέμμα.

Γύρισα στη Νάγια και στο Μάνο.

«Λέτε να είναι νεκρός;» τους ρώτησα.

«Δεν τον καταράστηκα εγώ!» έκανε ο Μάνος, στον ίδιο ειρωνικό τόνο με πριν. «Αλήθεια! Μπορεί να είπα να σφάξουμε τη μπουρζουαζία, αλλά δεν εννοούσα αυτό!»

Ήθελα να γελάσω μα δεν το κατάφερα. Δεν είχα περιθώριο για πολλά συναισθήματα ή πολλές αντιδράσεις.

«Θα είχε περισσότερο πάθος αν ανακοίνωνε ότι πέθανε το χρυσόψαρό της» μας ψιθύρισε η Νάγια.

«Δεν έχει χρυσόψαρο» της είπα στον ίδιο τόνο.

«Ευτυχώς, γιατί θα έπεφτε πολύ στην εκτίμησή μου»

«Ενώ τώρα…»

Έκανα μια παύση.

«Κοίτα, είμαι πολύ ξαφνιασμένη για να σκεφτώ αν θα την εκτιμούσα περισσότερο με ή χωρίς χρυσόψαρο»,της είπα.

Πλησίασα τη Ρένια.

«Τι συνέβη;» της ψιθύρισα.

Η Ρένια δε μιλούσε. Συνέχιζε να κοιτάζει με αυτό το απαθές βλέμμα. Η καρδιά μου είχε αρχίσει να τρέμει. Αν τον είχε σκοτώσει; Αν παραλίγο να γίνω μάρτυρας σ’ αυτή τη σκηνή;

Αυτές οι υποψίες δε θα έπρεπε να με απασχολούν, σκέφτηκα. Δε θα έπρεπε καν να τρέχουν στο μυαλό μου. Η Ρένια δε θα σκότωνε ποτέ κανέναν. Ήταν λάθος, που σκεφτόμουν έτσι. Δεν απείχα πολύ από κάτι ηλίθιους αρθρογράφους, που για όλα κατηγορούσαν αυτόν, που έχει mental issue, για τα πάντα, χωρίς καμία διασταύρωση. Ένιωθα ηλίθια, γιατί αυτό δε θα έπρεπε να συμβαίνει σε καμία περίπτωση. Δεν ήμουν πια αυτή, που κατηγορούσε τη Ρένια για τα πάντα. Είχα προχωρήσει πια κι αυτές οι σκέψεις έτειναν να με πάνε πίσω.

– Δυο ώρες πριν –

«Είμαι εδώ, γιατί εσύ δε μπορείς να σταματήσεις να μου δίνεις προσοχή!»

Η φωνή της Ρένιας ακουγόταν ακόμα. Δεν είχε πάψει να μαλώνει μαζί του. Ήταν τόσο υστερική! Κόντευα να τρελαθώ. Πόσο θα διαρκούσε πια αυτό;

«Γιατί το κάνεις αυτό στον εαυτό σου;» με ρώτησε για νοιστή φορά ο Μάνος. «Ακούς ένα ζευγάρι να τσακώνεται, με τη θέλησή σου! Τι είδος μεγαλοψυχίας είναι αυτό;»

Δεν του απάντησα.

«Καλά» έκανε. «Δε θα είμαι άλλο πια η κυνική φωνή, που θα προσπαθεί να σε σταματήσει. Κάνε ό,τι νομίζεις!»

– Λίγα λεπτά αργότερα –

«Δεν ξέρω πού είναι» μου είπε η Ρένια. «Δεν ξέρω αν είναι νεκρός ή ζωντανός. Κι ούτε μ’ ενδιαφέρει»

Αναστέναξα.

«Πάμε έξω, να μιλήσουμε» της είπα.

«Ας πάμε» αναστέναξε εκείνη.

Τότε ένιωσα πραγματικά έτοιμη να της μιλήσω γι’ αυτό που με βασάνιζε.

«Κοίτα» έκανα. «Όλον αυτόν τον καιρό προσπαθώ να σε βοηθήσω και…»

Με κοίταξε εκνευρισμένη.

«Ποιος σου είπε ότι θέλω βοήθεια;» έκανε.

Είχα ξαφνιαστεί.

«Γιατί κάνεις ψυχοθεραπεία τότε;» τη ρώτησα.

«Έκανα μόνο δυο συνεδρίες» αποκρίθηκε. «Την έχω σταματήσει εδώ και καιρό»

Σχεδόν έτρεμα.

«Δε θέλω να θεραπευτώ, Έμιλι» μου ξεκαθάρισε. «Ξέρω πως προσπαθείς να με βοηθήσεις και να είσαι κοντά μου. Μα εγώ δε θέλω. Και, ας λέμε την αλήθεια, ούτε κι εσύ θες. Είσαι εδώ, επειδή αυτό είναι, τεχνικά, το σωστό. Είσαι πιο νηφάλια από εμένα, που έχω το mental issue, κι οι πιο νηφάλιοι πρέπει να βοηθούν τους λιγότερο νηφάλιους. Αυτό σε κάνει υποσυνείδητα να νιώθεις καλύτερα με τον εαυτό σου, να λες ότι υπάρχει πάντα το χειρότερο, μ’ εμένα να είμαι το χειρότερο. Κι εγώ χαίρομαι, γιατί σ’ έχω υπό τον έλεγχό μου, κι είμαι χίλια τα εκατό σίγουρη πως ποτέ ξανά δε θα γυρίσεις στην Έμιλι, που ήσουν»

Ήθελα να βάλω τα κλάμματα.

«Δεν ξέρω πώς αλλιώς να σου πω ότι έχεις επιλέξει να κάνεις κακό στον εαυτό σου» έκανε.

Άναψα ένα τσιγάρο. Δε μπορούσα παρά να μείνω με κενό βλέμμα και να την κοιτάζω να φεύγει. Δε μπορούσα να σταματήσω να κλαίω – και μου την έδινε, που ήμουν τόσο προβλέψιμη μ’ αυτό.

Δε θα είμαι ποτέ ευτυχισμένη, σκέφτηκα.

 

“If I loved myself, would you take it the wrong way?”

 

 

 

 

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s