2.07. Βαρετοί Άνθρωποι | Ιωάννα Μαλούνη

Είχα σταματήσει να ρωτάω τη Ρένια τι έκανε εν τέλει με τον Κυριάκο. Δεν περίμενα να τον χωρίσει και δε θα επέμενα σ’ αυτό. Είχα φθάσει σ’ αυτήν την ευχάριστη θέση να κατανοήσω γιατί δεν έπρεπε ν’ ανησυχώ. Όσο κι αν λέμε πάντα ότι θα κάνουμε τα πάντα για να γιατρέψουμε τον άλλον, τόσο περισσότερο καταλήγουμε ότι δε μπορούμε πάντα να το κάνουμε. Μερικές φορές υπερβάλλουμε για χάρη του άλλου, ξεχνώντας πως η επιλογή του να γιατρευτεί, να ξεφύγει από τα προβλήματά του είναι, σε τελική ανάλυση, δική του, όχι δική μας.

Όταν με κάλεσε σε πάρτι του Κυριάκου, κατάλαβα ότι δεν το είχε κάνει ακόμα.

«Πρέπει να κρατήσουμε τους τύπους και να δείχνουμε προς τα έξω ότι είμαστε καλά, ότι είμαστε ζευγάρι» μου εξήγησε. «Επίσης, είναι πιο ερωτευμένος μαζί μου, από ποτέ, και δε θέλω να του το χαλάσω»

Αυτή η ιστορία δεν έβγαζε πια κανένα νόημα.

Η Ρένια είχε πάρει την πρωτοβουλία να καλέσει και τη Νάγια. Η φίλη μου είχε, για κάποιο λόγο, δεχθεί. Υπέθεσα πως δεν το είχε σκεφτεί και πολύ, γιατί ήταν σίγουρη πως θα πήγαινα και θα σχολιάζαμε αιθεροβάμονες μπουρζουάδες μαζί. Δε θα το περνούσε από κόσκινο. Ήθελε απλά να περάσει καλά.

Δεν είχα ξαναπάει στο σπίτι του Κυριάκου. Ήταν, όμως, αυτό, που φανταζόμουν. Ήταν τακτοποιημένο κι είχε πολλά ασημικά. Το σαλόνι έμοιαζε με αίθουσα χορού. Έξω, υπήρχε μια πισίνα κι ένας τεράστιος κήπος. Θα τον λυπόμουν, αν θα έπρεπε να νοικιάσει ένα μικρότερο σπίτι κάποια στιγμή. Δε μπορούσα να τον φανταστώ στην ιδιωτική του εστία στην Αγγλία.

Έδωσα στον Κυριάκο τα σοκολατάκια, που του είχα αγοράσει ως δώρο, επειδή ήμουν βέβαιη πως θα είχε τέτοιες τυπικούρες και θα παρεξηγούταν σοβαρά αν δεν του έφερνα κάτι, επειδή ερχόμουν για πρώτη φορά – και τελευταία, ήλπιζα –  στο σπίτι του. Με ευχαρίστησε ξερά, σχεδόν τυπικά, γιατί μάλλον του είχα φέρει σοκολατάκια της πλέμπας και δεν τα άντεχε το στομαχάκι του.

«Κοίτα αυτή τη σκιακιέρα» μου ψιθύρισε η Νάγια. «Αν έπαιζε σκάκι από μικρός, τότε αυτό εξηγεί γιατί έγινε βαρετός άνθρωπος»

Όντως, υπήρχε μια σκακιέρα στο σαλόνι και μας θύμιζε ότι κάποιοι άνθρωποι είχαν μόνο αυτήν την αξία – να υπενθυμίζουν πως δε χρειάζεται να περνάς ώρες προσπαθώντας να γίνεις βαρετός.

«Είστε φίλες του Κυριάκου;» μας ρώτησε ένας τύπος κάποια στιγμή.

«Δεν έχουμε κάνει κάτι τόσο κακό, ώστε να το αξίζουμε» είπε η Νάγια.

«Είμαστε φίλες της Ρένιας» εξήγησα εγώ. «Ξέρεις, της κοπέλας του»

«Ουάου!» έκανε ο τύπος. «Τόσος κόσμος καλεσμένος, λες και θα της κάνει πρόταση γάμου!»

Πήρε ένα ποτήρι κι έβαλε κρασί.

«Μάνος» μας συστήθηκε. «Φίλος ενός φίλου του Κυριάκου, που ήρθε εδώ για να έχει υλικό σπατάλης φαιάς ουσιάς χάρη στον Κυριάκο και τους φίλους του».

Του συστηθήκαμε κι εμείς.

«Υποψιάζομαι πρόταση γάμου, πάντως» είπα. «Είναι από αυτά τα ζευγάρια, που άνετα θα το έκαναν»

«Αυτό είναι θλιβερό» έκανε ο Μάνος. «Καταλήγουν με κουτσούβελα κι απωθημένα στα τριαντακάτι»

«Ε, αυτοί θα υποφέρουν, όχι εμείς» έκανε η Νάγια.

Εγώ, ωστόσο, ανησυχούσα ακόμα γι’ αυτούς.

«Με συγχωρείτε» έκανα. «Πάω έξω να κάνω ένα τσιγάρο. Δεν αφήνει να καπνίσουμε εδώ μέσα ο εορτάζων. Φοβάται μη σπάσει καμιά πορσελάνη από τη νικοτίνη, λογικά»

Η αλήθεια ήταν ότι είχα πολλή ώρα να δω τη Ρένια με τον Κυριάκο κι αυτό με ανησυχούσε ακόμα πιο πολύ.

«Κάτι πάει λάθος μ’ εσένα!» άκουσα τον Κυριάκο να φωνάζει.

«Ναι, μιλάω με τύπους, καθαρά για να μου ανεβάσουν την αυτοπεποίθηση και δε θέλω να το μάθεις, αλλά τώρα το έμαθες» έκανε η Ρένια ειρωνικά.

«Μπορείς να μείνεις μαζί μου και να τ’ αφήσεις αυτά;»

Δε μπορούσα ν’ αντέξω την υστερία τους. Ήμουν κι εγώ κάποτε σε σχέση, όπου είχα δει ότι δεν πήγαινε άλλο και το απέφευγα. Έχει συμβεί σε όλους ή ακόμα κι αν δεν έχει γίνει, θα συμβεί στο μέλλον. Η κατάστασή τους, όμως, άγγιζε την υπερβολή. Είχα σκεφτεί ότι νοιαζόμουν άδικα τόσο πολύ γι’ αυτούς, αφήοντας τον εαυτό μου σε μια γωνία, λες και δεν ήξερα ότι έπρεπε, σε κάθε περίπτωση, να φροντίζω τον εαυτό μου πρώτα κι έπειτα τους άλλους. Τον τελευταίο χρόνο, έκανα το αντίθετο. Είχα βρεθεί σ’ ένα παρασκήνιο, όπου παρακολουθπύσα σχέσεις να καταστρέφονται, μαζί με τον εαυτό μου. Και το ανεχόμουν.

«Εδώ είσαι;»

Ο Μάνος βρισκόταν πίσω μου.

«Ναι» έκανα.

«Έχεις στήσει αυτί;» μου ψιθύρισε.

Γέλασα.

«Δε θέλει και πολλή προσπάθεια» έκανα.

«Είναι κι οι δυο καμμένα χαρτιά» μου είπε. «Ψάχνουν πράγματα, που δεν υπάρχουν, για να δημιουργήσουν δράματα και να νιώσουν περήφανοι μ’ αυτό. Λυπάμαι όποιον έχει αναλάβει να τους ξεμπλέξει.

Έβηξα ξερά.

«Μερικά πράγματα δε διορθώνονται» συνέχισε.

Μα έχει ναρκισσιστική διαταραχή!, ήθελα να του φωνάξω. Κάνει συνεδρίες!

Έγειρα το κεφάλι μου στον ώμο του. Ο Κυριάκος κι η Ρένια ακόμα τσακώνονταν. Ήθελα να τους αφήσω να καταστραφούν μα ένιωθα ότι θα το μετάνιωνα.

Κοίταξα το Μάνο. Τον είχα συμπαθήσει. Τουλάχιστον, δεν ήταν σαν κι αυτούς.

 

“Feeling their doubt, shut them all out”

 

 

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s