Το μαντήλι | Ελλάδα Κράλλη

Νυχτοπερπατούσε κάτω από το φως του φεγγαριού. Τα πουλιά δεν κελαηδούσαν και πλάσματα του σκοταδιού ακολουθούσαν το κάθε της βήμα, καθώς εισχωρούσε πιο βαθιά μέσα στο δάσος. Δεν γνώριζε το μέρος. Η νύχτα ήταν δροσερή και κρύωνε. Κάτι την άγγιξε και ξαφνικά έβαλε άρχισε να τρέχει.
«Ποια ήταν αυτή η κοπέλα;», απόρησε ένας νεαρός που είχε βγει για μια βραδινή βόλτα στη φύση.
Σκεφτόταν εκείνος ότι ίσως την τρόμαξε με τον φακό του μέσα στο σκοτάδι, αλλά απορούσε πως εκείνη έβλεπε που πήγαινε δίχως φως. Ήταν καθισμένος μπροστά από το τζάκι του χαμένος στις σκέψεις εκείνης της γυναικείας μορφής στο δάσος.
«Καλημέρα γιέ μου!
-Καλημέρα μητέρα!
-Εδώ κοιμήθηκες;
-Δεν το πήρα είδηση ότι αποκοιμήθηκα στον καναπέ.
-Σου έχω πει τόσες φορές να μην τριγυρίζεις τα βράδια σε εκείνο το μέρος.
-Γιατί μητέρα; Μου αρέσει η επαφή με την φύση και να πλάθω διάφορες όμορφες σκέψεις.
-Ναι, αλλά…
-Μην ανησυχείς. Θα προσέχω».
Την φίλησε γλυκά, παίρνοντας την κούπα με τον καφέ του και κατευθύνθηκε στην αυλή. Η μητέρα του έδειχνε ανήσυχη. Τα μάτια της έκρυβαν ένα μυστικό. Δεν ένιωθε έτοιμη να του μιλήσει ακόμα. Ήταν χαρούμενη που ζούσε μακριά από την πόλη. Πάντα την θεωρούσε τόπο της διαφθοράς. Ανακουφιζόταν με την σκέψη ότι σε εκείνο το χωριό που κατοικούσαν όλα ήταν ήρεμα. Όχι όμως όλα δυστυχώς.
Δειλινό. Αυτό που φορούσε έμοιαζε παραμυθένιο. Ήταν ένα λευκό φόρεμα διακοσμημένο με διάφορα λουλούδια. Τα μαλλιά της ήταν πολύ μακριά. Πατούσαν την μάνα γη και οι τελευταίες αχνές ακτίνες του ήλιου πριν κοιμηθεί έλουζαν το πορτοκαλί χρώμα τους. Ψηλά είχε δέσει ένα λευκό μαντήλι για να ταιριάζει με το φόρεμά της. Τα πουλιά την αποχαιρετούσαν και τους χαμογελούσε γλυκά. Άκουσε νερό να τρέχει κάπου και ενθουσιάστηκε ακούγοντας αυτόν τον ήχο. Ήταν στα βάθη του δάσους ένας ποταμός. Έβαλε τα χέρια της μέσα και σκόρπησε το νερό ψιλά. Μικρές δροσοσταλίδες κρεμιόντουσαν από τα μαλλιά της δίνοντας την αίσθηση μικρών κρυστάλλων.
«Ποια είσαι;».
Ο νεαρός πάλι την παρακολουθούσε. Εκείνη τρόμαξε τόσο πολύ που το έβαλε στα πόδια. Μέσα στην τρεχάλα της να ξεφύγει μπλέχτηκαν τα μαλλιά της στα κλαδιά ενός δέντρου και το μαντήλι της έπεσε. Έμεινε παγωμένη. Τότε ήταν που τον ξαναείδε να κρατάει το μαντήλι της.
«Δικό σου είναι αυτό; Έλα πάρτο».
Πήγε να την πλησιάσει ώστε να της το δώσει και εκείνη το έσκασε ξανά. Ο νεαρός τύλιξε στην χούφτα του το μαντήλι και γύρισε σπίτι του. Δεν μπόρεσε να κοιμηθεί εκείνο το βράδυ. Συνεχώς έβλεπε εφιάλτες με την μορφή της κοπέλας. Είχε μαγευτεί από την ξεχωριστή ομορφιά της και την πρωτόγονη παρουσία της. Ήταν αποφασισμένος να την βρει και να την φέρει σπίτι του.
Έφτασε το επόμενο πρωί και η μητέρα του τον είδε διαφορετικό. Το βλέμμα του ήταν χαμένο και δεν είχε διάθεση να ασχοληθεί με τίποτα.
«Γιε μου είσαι καλά;».
Δεν της απάντησε. Σηκώθηκε απότομα και έφυγε δίχως να πει που πήγαινε.
Ήταν κουλουριασμένη στο στρώμα της φύσης, νιώθοντας την δυστυχία να την πνίγει για αυτό που είχε χάσει. Τα πουλιά δεν μπόρεσαν να την παρηγορήσουν και ο ποταμός δεν ξέπλενε τα δάκρυά της με τίποτα. Ένιωσε το έδαφος να δονείται από έντονα βήματα. Φοβήθηκε. Ήταν έτοιμη να φύγει.
«Μη φεύγεις».
Τον κοιτούσε με τρόμο και δυστυχία.
«Αυτό δεν θες;». Της έδειξε το μαντήλι και ήταν έτοιμη να πέσει καταπάνω του να το πάρει.
«Αν το θες θα μείνεις μαζί μου, αλλιώς δεν θα το πάρεις ποτέ».
Εκείνη με πικραμένο ύφος έγνεψε καταφατικά και τον ακολούθησε. Μόλις την έφερε ο νεαρός στο αρχοντικό του η μητέρα του γούρλωσε τα μάτια της από φόβο.
«Γιατί την έφερες αυτή εδώ;
-Σιωπή μάνα. Αυτή είναι η μέλλουσα γυναίκα μου».
Την αγκάλιαζε και εκείνη παρέμενε θλιμμένη και σιωπηλή.

Σε λίγες μέρες έγινε μεγάλο γλέντι στο χωριό. Ο νεαρός και η κοπέλα παντρεύτηκαν. Η μητέρα όλη την διάρκεια του γλεντιού κοιτούσε ανήσυχα τον γιό της. Εκείνος έπινε και γελούσε. Φιλούσε την κοπέλα και εκείνη προσπαθούσε να συγκρατήσει τα δάκρυά της. Διάφοροι συγγενείς και κάτοικοι κοιτούσαν καχύποπτα το ζευγάρι. Μερικοί φοβόντουσαν, μα προσπαθούσαν να μην το δείχνουν. Ήταν ο πιο περίεργος γάμος που είχε τελεστεί στο χωριό.

Δεν πέρασε πολύς καιρός και η κοιλιά της κοπέλας άρχισε να φουσκώνει. Ποτέ της δεν μιλούσε παρά έστεκε μονάχη της στο παράθυρο με το ίδιο θλιμμένο βλέμμα. Η μητέρα την λυπόταν αρκετές φορές, μα σιωπούσε.
«Το χωριό αναρωτιέται γιε μου για αυτήν την κοπέλα. Γνωρίζουν όλοι ότι δεν είναι πλάσμα ανθρωπινό.
-Ζηλεύουν μάνα, διότι διάλεξε εμένα.
-Μα, δεν την βλέπεις καλό μου παιδί πόσο δυστυχισμένη είναι;
-Θα γίνει μάνα φυσικό είναι να της βγαίνουν οι ευαισθησίες της παραπάνω.
-Πρέπει να την διώξεις για δικό σου καλό, μα και για δικό της.
-Σιωπή μάνα. Δεν με νοιάζει τι σκέφτονται όλοι. Αυτή είναι η γυναίκα μου και να το πάρουν απόφαση, όπως και εσύ».
Με αυτά τα λιγοστά λόγια έσκυψε το κεφάλι της και αποχώρησε. Εκείνος πλησίασε την κοπέλα που κοιτούσε έξω από το παράθυρο με την κοιλιά της φουσκωμένη. Την αγκάλιασε και εκείνη δεν αντέδρασε καθόλου.
Μετά από λίγους μήνες ήρθε στον κόσμο ένα πανέμορφο κοριτσάκι. Καθόταν και το πρόσεχε η κοπέλα ολημερίς με δάκρυα στα μάτια. Ο νεαρός σύζυγος έπινε όλο και πιο πολύ και η μητέρα δεν μπορούσε να κάνει τίποτα για να το αποτρέψει.
Όταν ο νεαρός πήγε μια βόλτα προς το δάσος ένα σούρουπο κάθισε στον ποταμό να πλύνει το πρόσωπό του για να συνέλθει από το μεθύσι. Ζαλίστηκε τόσο που λιποθύμησε δίπλα στο ποτάμι. Η μάνα του ήταν εκεί και τον παρακολουθούσε. Τον πλησίασε και είδε δίπλα του ένα άσπρο μαντήλι. Μύριζε τόσο αιθέρια. Δεν είχε αισθανθεί τέτοια μυρωδιά ξανά. Κατάλαβε ότι αυτό ανήκε στην κοπέλα. Το πήρε και έφυγε.
«Ορίστε κόρη μου αυτό δεν αναζητάς τόσο καιρό και κλαίς;».
Εκείνη αμέσως ένιωσε τέτοια εφορία, μα και ταυτόχρονο καραδοκούσε μέσα της ο τρόμος.
«Πάρτο και φύγε πριν γυρίσει. Φύγε για καλό δικό σου».
Ήταν για κλάσματα του δευτερολέπτου σε δίλλημα. Είχε το μαντήλι στα χέρια της και κοιτούσε το μωρό της στην κούνια που κοιμόταν γαλήνια. Όμως έφυγε και χάθηκε με τα τελευταία της δάκρυα μακριά από τους ανθρώπους.
Ο νεαρός από τότε κατέρρευσε και δεν μπορούσε να κάνει βήμα από το σπίτι του. Έπινε κάθε μέρα καθισμένος σε μια καρέκλα στο δωμάτιο του. Η μητέρα του τον φρόντιζε καθημερινά και μεγάλωνε ταυτόχρονα και την εγγονή. Όταν το μωράκι μεγάλωσε ξαφνικά ο νεαρός συνήθλε από το κώμα των ετών. Σιχάθηκε το ποτό και τρόπο με τον οποίο ζούσε. Πήρε την κόρη του και έφυγαν για την πόλη. Η μητέρα δεν άντεξε την μοναξιά και μετά από λίγα χρόνια πέθανε.
Η κοπέλα με το λευκό φόρεμα επέστρεψε μετά από χρόνια στο αρχοντικό του νεαρού. Δεν βρήκε κανέναν. Ένιωσε τέτοια θλίψη που δεν άντεχε να ζει άλλο.
Το σπίτι ήταν ετοιμόρροπο και εγκαταλειμμένο για πάρα πολύ καιρό. Το κορίτσι έχοντας φτάσει στην εφηβεία χάζευε το μέρος όπου είχε μεγαλώσει ο πατέρας της. Καθώς προχωρούσε της απέσπασε την προσοχή ένα αιθέριο άρωμα. Ήταν διαφορετικό από τόσα αρώματα που είχε μυρίσει. Κοντά στο σαλόνι δίπλα στο τζάκι βρήκε ένα άσπρο μαντήλι. Από εκεί ερχόταν εκείνη η μυρωδιά.
«Κοίτα μπαμπά τι βρήκα!
-Μα, που το βρήκες αυτό;
-Ήταν πεσμένο εδώ.
-Το είχα χάσει για πολύ καιρό και νόμιζα ότι χάθηκε.
-Είναι της γιαγιάς;
-Όχι, κόρη μου. Ήταν της μητέρας σου.
-Μπορώ να το κρατήσω;
-Φυσικά και μπορείς».
Καθώς έφευγαν για να της δείξει το δάσος, ένα δάκρυ κύλησε από το μαντήλι πάνω στο μάγουλο του κοριτσιού. ‘Ήταν τα νοτισμένα δάκρυα της νεράιδας, η οποία είχε χάσει την αγάπη, διότι δεν άντεχε η καρδιά της την ταραχή της ανθρωπότητας.
Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s