Απελπισμένα Αντίο | Alterego

Το σώμα είναι βαρύ, τα πόδια μου έχουν βγάλει πληγές, δεν το βαστάνε πια τόσο εύκολα.

 
Πληγές, μεγάλες άσχημες ουλές. Ξεθωριασμένες, αραχνιασμένες μνήμες, σε κλειστά μπουντρούμια κλεισμένος ναυαγός της ζωής μου. Φοβισμένα μάτια της ψυχής μου, άσπρα, μαργαριτάρια. Έχει καιρό που έχω τυφλωθεί και νιώθω ανίκανος να δω τα πανέμορφα χρώματα που άγγιξαν τον ουρανό μου, που χαϊδεύουν τα μαλλιά μου. Σαν αέρας, σαν βροχή.

 
Πόσο ψηλά φαίνονται τα ματωμένα σίδερα που έριξα μέσα ότι πολύτιμο έχω, τον εαυτό μου; Τι με έκανε ν’ αγαπήσω τον φόβο; Ποια δύναμη ορίζει την αδυναμία να δεις, να υπάρξεις; Και πόσο ακόμη θα ψαχουλεύεις να βρεις τα κομμάτια σου για να ενώσεις;

 
Δεν είδες καθαρά που σε χαιρετούσε το καράβι όταν σάλπαρε για άλλα λιμάνια. Δεν άφησες το γέρο χρόνο να καλύψει το κενό που άφησε η στιγμή φεύγοντας. Έκλεισες τα μάτια, μην τυχόν και ρίξεις την ζωή σου στα παραμύθια. Από τι έχεις φτιάξει το δικό σου παραμύθι και όταν βρέχει γίνεται μούσκεμα και γεμίζει λάσπες; Από τι υλικό έφτιαξες το κορμί σου και όταν πιάνει καταιγίδα ελκύει τόσο πολύ τον κεραυνό;

 
Νιώθω την καρδιά μου να θέλει να πάρει μια ανάσα. Να ξαποστάσει λίγο από το συνεχόμενο χτύπο που αφήνει πίσω της η αναπνοή μου.

 
Μα αυτός ο πελώριος τοίχος που έκτισα όλο και μεγαλώνει και δεν μπορώ να του δώσω μια μπουνιά, να τον ρίξω κάτω να γίνει κομμάτια και θα είναι εκείνα τα κομμάτια που δεν θέλουν να βρεθούν ποτέ, γιατί θα τα σκορπίσει ο άνεμος και θα τα ρίξει στους βάλτους.

 
Είναι κομμάτια που κατάφερες να αφανίσεις και δεν περίμενες από τον άδικο χρόνο να κάνει την δουλεία του. Η δουλειά έγινε ήδη, από τον δοξασμένο αέρα της δύναμης σου. Σίφουνας η δύναμη σου και εσύ επιμένεις να την κάνεις αεράκι. Που όσο κι αν κτυπάει στο πανύψηλο δέντρο δεν το λυγίζει, οι στάλες βροχής διαφέρουν από την ξαφνική μπόρα που φέρνει χαλασμό και κτυπά αλύπητα τα λουλούδια του κήπου. Του κάθε κήπου…

 
Τα καράβια έφευγαν και εσύ αποχαιρετούσες τον κόσμο που ξενιτευόταν από την χώρα, από μια χώρα που τους πόνεσε, τους πίκρανε και άμοιρε εαυτέ με τι υλικά έφτιαξες αυτή την χώρα. Αυτοί σου άφηναν ένα αντίο, σχεδόν απότομο μην τυχόν και προλάβεις να τους ρωτήσεις “Μα γιατί βάλατε πλώρη για άλλες στεριές”;

 
Μα δεν πονάς πια για τα ταξίδια που δεν έκανες μαζί τους, κλαις και πονάς για τα ταξίδια που ξέχασες να κάνεις όταν το σώμα σου ζητούσε μια αλλαγή. Όταν η φύση άλλαζε εποχή. Ξεχάστηκες κάπου εκεί στην προκυμαία. Και αφού σε εξάντλησε η αναμονή του εισιτηρίου που δεν εκδόθηκε ποτέ, θέλησες να γίνεις λαθρεπιβάτης. Κλεισμένος σε μια κούτα, καλυμμένος μην τυχόν σε δουν και σε διώξουν.

 
Λόγια που ειπώθηκαν και χάθηκαν στο πέρασμα του χρόνου, αισθήματα που σου δόθηκαν και τα εξάλειψε η λήθη. Και νιώθω τόσο κουρασμένος που απλά θέλω να αφήσω το σώμα να ανασάνει…

 

Γίνεται;

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s