Τα πρώτα πλάνα | Δανάη Καρδαρά

Κάτι παράξενο συμβαίνει με μένα τελευταία – το ψυχανεμίζομαι.
Γιατί.. να που κρέμομαι πάλι από ένα τηλέφωνο και μετράω τις αναπνοές, τις παύσεις και τα γελάκια.
Και σκέφτομαι κάθε φορά τι ν’απαντήσω για να μη φανώ ανόητη, αγχωμένη ή ερωτευμένη.
Εξιχνιάζω βλέμματα και αγγίγματα με το μικρό μυαλό μου
και σε ένα επόμενο επίπεδο
ανταλλάσσουμε ευφυολογήματα, κομπιάζουμε, βάζουμε τα γέλια
και στα κρυφά βρίζουμε τους εαυτούς μας για τυχόν άτυχες στιγμές.

Σου λέω πως το ζήτημα είναι να μην μάθει ποτέ κανένας πως ζούμε
πως ερωτευόμαστε και κυρίως πως θα πεθάνουμε.
Δικιά μας είναι η ζωή, μ’ακούς;
Μην αφήσεις κανέναν να μπλεχτεί στα σχέδια σου  -τι έγκλημα!-  όποιος και αν είναι.
Όση δύναμη κι αν ισχυρίζεται ότι διαθέτει πάνω σου – δε λέει την αλήθεια.
Τα σκέφτεσαι· στο τέλος συμφωνείς.
Κάτι σημειώνεις σ’ένα τετράδιο.
Δεν μαθαίνω τι – κι ούτε θα’θελα.

Να που γίνομαι ξανά ανόητη γιατί ερωτεύομαι – έτσι δε συμβαίνει πάντα;
Και προσέχω. Μα, έλα που νιώθω πως έτσι χάνω την ουσία
διότι εδώ το ζήτημα είναι πως για άλλη μια φορά τολμάω.
Αφήνω το λιμάνι για μια φουρτούνα που δε ξέρω πως και που θα με βγάλει –
και αλήθεια, δεν έχει σημασία!
Γιατί νόμιζα πως δε θα τολμούσα, ειδικά σ’αυτή τη συγκυρία.
Μου απέδειξες το αντίθετο.

Με πιάνει πάντως αμηχανία και την παγωμάρα μου στην μεταδίδω –
τα δάχτυλά σου παίζουν τώρα νευρικά, μα τα τσιγάρα στο πακέτο άθικτα.
«Μήπως δεν είναι εποχή για έρωτες;» σε ρωτάω.
Βάζεις τα γέλια και αφοπλίζομαι κατευθείαν – μίλησε κανείς για άμυνες;
Τα παραδίδω όλα, μαγεύομαι, νικημένη και ταυτοχρόνως τολμηρή.
«Για έρωτες της σειράς δε ξέρω, αλλά κάθε εποχή είναι εποχή για ΤΟΝ έρωτα.»
Μωρέ καταλαβαίνω τι θες να πεις· εγώ κάποια στιγμή σταμάτησα να σκέφτομαι έτσι, ρομαντικά, αν θες.
Ξέρεις γιατί; Γιατί οι εποχές τρέχουν κι εγώ μένω –συνειδητά βέβαια-
στην απέξω γιατί είμαι μονόχνοτη και ιδιότροπη.

Μα και πολλοί άνθρωποι δε δίνουν πια μεγάλη σημασία σε μικρές χαρές.
Ο έρωτας έχει μεταλλαχθεί, έχει ασχημύνει, έχει γίνει πιο ‘’ηλεκτρονικός’’ και ‘’σύγχρονος’’, υπολογίζεται με θορυβώδεις ειδοποιήσεις σε κινητά και υπολογιστές.
Εγώ είμαι της άλλης σχολής. Βάλε ποίηση και μουσική, βάλε μπουκάλια άδεια και λιώμα ως τα χαράματα. Βάλε οπωσδήποτε υπεραναλύσεις με φίλους επάνω στο τίποτα: τα χαμόγελα, τα κοιτάγματα, τις καλησπέρες, το χρόνο που μεσολάβησε ανάμεσα σε δύο τηλεφωνήματα. Βάλε γραμμένα σιντί με τραγούδια σημαδιακά και πάντα ανόητα να κολλάμε σε ένα δίστιχο του κουπλέ, λες και εξαρτάται ολόκληρη η ζωή μας απ’αυτό. Βάλε φιλοσοφική ανάλυση του έρωτα ξεκινώντας από τον Πλάτωνα και φτάνοντας στους σύγχρονους.
Κι εσύ γι’αυτό μ’αρέσεις.  Είσαι αλλιώς· τύπος παλαιάς κοπής.
Και σου αρέσουν τα μπλεξίματα.

«Δεν κατάλαβα ποτέ» , μου λες, «γιατί πολλοί λένε πως ο έρωτας είναι συναίσθημα ευγενές. Η αγάπη, να το καταλάβω – αυτή έχει και την αυταπάρνηση και τη συμπόνια και όλα αυτά. Ο έρωτας καμία σχέση, ο έρωτας είναι βάρβαρος – είναι πρωτόγονος, έχει εγωισμό και ταυτοχρόνως, αδυναμία. Και αλίμονο αν δεν είναι έτσι δηλαδή.»
Με τρομάζει ο συλλογισμός, αλλά παραμένω. Είναι κάπως στα μέτρα μου.
Νιώθω συνάμα χαμένη. «Εγώ μια κοσμοθεωρία έχω…», σου απαντώ, «στον έρωτα δεν ικετεύεις· απαιτείς. Αυτός που ικετεύει έχει χάνει έδαφος. Χάνει –ακόμα χειρότερα- την ουσία.»
«Φυσικά. Δεν υπάρχουν ποτέ καθαρές ήττες σ’αυτά. Ή καθαρές νίκες.»

Με σένα ο έρωτας είναι ελευθερία, λοιπόν.
Φωλιάζει σε στίχους του Δεληβοριά και της Νικολακοπούλου,
στην μουσική του Χατζιδάκι, σε κινηματογραφικές σκηνές του ’70
σε βιβλία και πρόσωπα γελαστά
στον Άσιμο και σ’αυτά που γράφονται τώρα
και δεν έχουν ακόμα διαβαστεί απ’τους πολλούς –
κι έχουμε χτίσει έναν μικρόκοσμο
απροσπέλαστο για τους άλλους.

Σε ακούω να μιλάς και – δε ξέρω
νιώθω πως γίνομαι περισσότερο άνθρωπος·
πως μαθαίνω καλύτερα τη ζωή.
Και δε θέλω με τίποτα να σε χορτάσω.
Θέλω πάντα να μου λείπεις·
Να ανυπομονώ, να μη σε βρίσκω κατά καιρούς και να αμφιβάλλω.
Να μη μου πηγαίνει τίποτα καλά με σένα.
Τα εμπόδια βοηθούν στην εξέλιξη του σεναρίου και
η Αμφιβολία είναι δύναμη.

Μια μέρα, άλλωστε, θα σου φύγω γιατί δε θα’χω τίποτα άλλο να σου δώσω.
Θα νιώθω άχρηστο πράμα και σπαστική άνω τελεία –
που σε κρατάει στην μέση και δε σ’αφήνει να τελειώσεις αυτό που θες να πεις.
Θα φύγω γιατί δε θα μου λείπεις πια.

Μια μέρα θα μου φύγεις, όταν ο έρωτας θα’χει τιθασευτεί και θα’χει χάσει την αλλοτινή αγριότητά του.
Θα φύγεις γιατί θα μ’έχεις βαρεθεί και δε θα νιώθεις πια αδύναμος απέναντί μου – τουναντίον.

Υπάρχει, βλέπεις, ένας βέβαιος νικητής:
ο Χρόνος.

Μα, δεν μου καίγεται καρφί τώρα για όλα αυτά, δεν έχουν καμία σημασία.
Κι ούτε τότε θα μας ρίξει κάτω.
Θα΄χουμε περάσει, στο μεταξύ, ωραία.
Θα’χουμε συνηθίσει στην ιδέα…

«Κι αν ήταν όλα αλλιώς», μου λες, «θα ένιωθες περισσότερα για εμένα;»
Αν δεν είχα δηλαδή βιώσει μικρές και μεγάλες τραγωδίες
αν δεν είχα χειριστεί λάθος ορισμένες καταστάσεις
αν δεν είχα φάει τα μούτρα μου
και κυρίως, αν δεν είχα καταφέρει να ξανασταθώ όρθια…
δε θα ένιωθα τίποτα απ’ όλα αυτά, αγάπη μου.

Σε θέλω για την ελευθερία που άντλησα από εσένα
μέσα σε μια εποχή γεμάτη από παγίδες.

Κι είμαστε ακόμα στην αρχή…

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s