2.01.: Όπως χθες | Ιωάννα Μαλούνη

Το ohyouneverdid είναι ένα λογοτεχνικό πρότζεκτ με κεντρικό θέμα το ναρκισσισμό, την παράνοια και τις προβληματικές σχέσεις. Την πρώτη του σεζόν μπορείτε να τη βρείτε στη διεύθυνση http://ohyouneverdid.blogspot.gr/


 

Μια δύσκολη, εν τέλει, αποστολή είναι να επαναπροσδιορίσεις τις σχέσεις σου, όταν αυτές έχουν υποστεί κάποιου είδους σοβαρή ζημιά. Ναι, θα συγχωρέσεις τον άλλο. Αυτό είναι το εύκολο μέρος. Αλλά πώς θα ζήσεις με τα νέα δεδομένα; Τι αλλαγές θα πρέπει να κάνεις κι εσύ; Θ’ αξίζουν αυτές οι αλλαγές; Ή απλά όλα θα καταλήξουν στα βάθη του ωκεανού και θα συμβιβαστείς, αφήνοντας τα καλύτερα να περάσουν, χωρίς καν να τ’ αγγίξεις;
Κάθε φορά, που βλεπόμασταν με τη Ρένια, αυτά σκεφτόμουν. Θα νόμιζε κανείς πως ήμαστε πολύ καλά και τα λέμε, όπως πριν. Αλλά δεν ήταν έτσι. Καθόμουν ήσυχη στη γωνία μου και την άκουγα, γιατί δεν είχε κανένα νόημα να εξωτερικεύσω τη σύγκρουση, που συνέβαινε μέσα μου. Η αλήθεια ήταν διαφορετική – σε κάθε γουλιά καφέ, υποτρόπιαζαν σκέψεις.
«Πώς πάνε οι συνεδρίες;» βρήκα το θάρρος να τη ρωτήσω.
«Καλά» έκανε.
Αυτό ήταν το «καλά», που λέμε σε συγγενείς, όταν μας ρωτάνε πώς πάει η σχολή, τη στιγμή, που πλησιάζει η εξεταστική και θυμάσαι ότι χρωστάς μαθήματα.
«Μπορώ να σε βοηθήσω σ’ ό,τι χρειαστείς» της υπενθύμισα. «Το ξέρεις»
«Ναι, το ξέρω» αναστέναξε.
Ένα σημείο του επαναπροσδιορισμού των σχέσεων – η αμηχανία. Πού πάμε; Αφήνουμε το παρελθόν πίσω μας, θέτουμε ένα νέο σημείο εκκίνησης, αλλά μετά τι; Μετά τι γίνεται; Τι μπορούμε να πούμε; Ή μάλλον, τι θα ήταν σωστό να πούμε; Υπάρχει ένα νωπό στην κατάστασή μας, αλλά αναγκαζόμαστε να το καταχωνιάσουμε κι αυτό, να κάνουμε πως όλα είναι καλά, αλλά, στην πραγματικότητα, δεν ξέρουμε πώς να το χειριστούμε. Γνωρίζουμε πως έχουμε κάνει το σωστό. Αλλά το σωστό δεν είναι πάντα το πιο εύκολο, έτσι;
«Με το Χάρη τι έγινε;» με ρώτησε.
Ποτέ πιο πριν δεν είχα νιώσει πιο κοντά στο Χάρη. Δε θα μου έλεγε τίποτα ποτέ, όμως, μοιραζόμασταν την ίδια αγωνία. Εκείνος είχε όντως αρχίσει να με γουστάρει, έβλεπε, ωστόσο, πως δεν ανταποκρινόμουν. Είχε αρχίσει,λοιπόν, ν’ αμφιταλαντεύεται. Κι ήξερα πως δε μπορούσα να κάνω κάτι για την περίπτωσή του – ήθελα να μην τον χάσω από κολλητό.
«Εντάξει, έχουμε κι οι δυο τα δικά μας» της απάντησα τελικά.
«Κρίμα, γιατί θα είχατε χημεία» έκανε.
Να το πάλι! Η Ρένια δεν έλεγε για τον οποιονδήποτε ότι έχουμε καλή χημεία, εκτός κι αν ήθελε να μου τον προξενέψει. Κι αυτό θυ΄μιζε τον παλιό – όχι πολύ καλό – καιρό.
«Μάθαμε ποιος σκότωσε το Στέλιο;» με ρώτησε ύστερα.
«Όχι» αποκρίθηκα.
Δε μισούσα πλέον το Στέλιο. Δε μπορείς να μισήσεις νεκρούς, όπου κι αν πιστεύεις ότι θα πάνε έπειτα. Ναι, είχε μπει ανάμεσα σ’ εμένα και τη Ρένια. Μα δεν είχε καμία απολύτως σημασία πλέον.
«Ούτε κι εγώ γνωρίζω κάτι» μου είχε πει η Νάγια, όταν τη ρώτησα πάνω στο θέμα.
Η απάντησή της θα ήταν αρκετά εντάξει, αν δεν είχε άγχος στη φωνή της. Συνήθως δεν είχε άγχος στη φωνή της. Δεν το επέτρεπε στον εαυτό της. Ήταν πολύ περήφανη γι’ αυτό.
«Είσαι καλά;» τη ρώτησα ανήσυχη.
«Ναι, ναι» είπε με τόνο αποφευκτικό.
Μ’ ανησυχούσε ακόμα περισσότερο.
«Μη μου κρύψεις πράγματα, όπως έκανες στο πάρτι» την παρακάλεσα. «Θέλω να ξέρω την αλήθεια, όποια κι αν είναι»
«Θα με βρίσεις» μου είπε. «Δε θέλω»
«Έχω συνηθίσει να με βρίζεις εσύ. Μια αντιστροφή ρόλων θα ήταν πολύ διασκεδαστική, στην πραγματικότητỨ
Έστριψε τσιγάρο. Το έκανε γρήγορα και νευρικά,σε σημείο ν’ απορώ πώς το πέτυχε. Ρούφηξε μερικές τζούρες εξίσου γρήγορα και νευρικά, λες κι είχε στο μυαλό της το τσιγάρο ως ένα μέσο του Σατανά, που θα τη δηλητηρίαζε αν το κάπνιζε αργά. Κάποιος είχε αρπάξει τη Νάγια, που ήξερα, και την είχε κλείσει σ’ ένα μπουντρούμι, σ’ ένα υπόγειο, κάπου σκοτεινά κι άσχημα τέλος πάντων.
«Δε μιλούσες ποτέ με το Στέλιο» της είπα. «Μόνο πολύ τυπικά»
«Κι όμως, μιλούσα» έκανε.
Γούρλωσα τα μάτια μου. Έμοιαζα με καρτούν.
«Δε στο ‘χα πει, γιατί ήσουν στην Αμερική κι έσκαβες το λάκκο της Ρένιας»
«Τι;» έκανα.
Τα πράγματα σοβάρευαν.
«Για την ακρίβεια, είχαμε φασωθεί, ενώ ήμουν μεθυσμένη», εξήγησε. «Όταν γύρισα σπίτι, πριν τελειώσει το πάρτι, μου έστελνε επίμονα. Τον αγνόησα, γιατί είχα μόλις αρχίσει να συνέρχομαι και κατάλαβα τι βλακεία είχα κάνει. Ο τύπος ήθελε απλά να δει αν περνάει η μπογιά του κι εγώ είχα υποκύψει. Στο χωριό μου, αυτό το λένε ναρκισσισμό»
Να γιατί τα έβρισκαν με τη Ρένια!
«Ο ναρκισσισμός δε γνωρίζει φύλο» συμπλήρωσε. «Ήθελε να μπει ανάμεσα σ’ όλους. Δεν το είχες καταλάβει; Ήθελε να χρησιμοποιήσει τους πάντες, όπως ακριβώς κι η Ρένια»
«Μα γιατί;» τη ρώτησα.
«Αυτό μου το εξομολογήθηκε» μου είπε. «Δυστυχώς»
Θα είχα ταχυπαλμία. Πολύ σύντομα.
«Η Ρένια του’χε πει να το κάνουν» μου αποκάλυψε.
Ω, τι περίμενες, χρυσή μου;, μου έλεγε η συνείδησή μου.
«Κι όλα αυτά έγιναν μερικές ημέρες πριν πεθάνει ο Στέλιος» συμπλήρωσε. «Μπορεί και την προηγούμενη ημέρα. Δε θυμάμαι. Είναι απαίσιο πάντως»
Μπορούσα να βρω μια καλή παρομοίωση γι’ αυτό, που ένιωθα.Ήταν σαν να μ’ ανάγκαζαν να μάθω ξανά το βιβλίο Ιστορίας, της Γ Λυκείου απέξω. Με πήγαινε αυτόματα πίσω και μου προξενούσε κακούς συνειρμούς. Το τελευταίο πράγμα, που χρειαζόμουν

 

 

“You say we can still be friends”

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s