Μαζί της νιώθω άνθρωπος, όχι ετικεταρισμένος | Νίκη Συρίγου

Είχα κουραστεί. Ήθελα την ησυχία μου. Μόνο αυτό. Να μη μ’ ενοχλεί κανένας. Να μην ενοχλώ κανέναν. Και το προσπαθούσα. Όσο μπορούσα, το προσπαθούσα. Νομίζω πως ήταν το καλύτερο για όλους.

Την είχα δει. Την είχα καταλάβει. Κι ας παρίστανα τον ανήξερο. Εκείνη με κοιτούσε διαφορετικά. Το βλέμμα της ήταν αλλιώτικο. Δεν έμοιαζε με το δικό τους, αυτό το σιχαμένο βλέμμα.

Γιατί; Αναρωτιόμουν διαρκώς το γιατί κι όσο κι αν ήθελα να μάθω, όσο κι αν τα βήματά μου πήγαιναν κοντά της και την πλησίαζα τόσο την τελευταία στιγμή άλλαζα πορεία.

Ήμουν αυτός που ήμουν. Και είχα μια αρχή στη Ζωή μου. Δε θα κατέστρεφα κανέναν. Δε θα κατέστρεφα καμία. Κυρίως εκείνη.

Εκείνη που η ματιά της διαπέρασε το μέσα μου. Εκείνη που έδειξε να μην φοβάται το βάθος.

Δεν έχω καταλάβει ακόμη. Είναι αυθόρμητη; Αφελής; Τολμηρή; Παράφρων;

Περπατούσα. Περπατούσα και σκεφτόμουν πως μια ακόμη άχαρη μέρα μόλις είχε ξεκινήσει.

Και ξαφνικά. Αυτό το ξαφνικά. Βρέθηκε στον δρόμο μου. Μού χαμογέλασε. Διέκρινα μια αποφασιστικότητα. Επιτάχυνε το βήμα της. Βρέθηκε κοντά μου. Βάδιζε, πλέον, δίπλα μου.

«Καλημέρα» είπε. Μια γλυκιά, μια ζεστή καλημέρα. Μα πάγωσα. Καιρό είχα ν’ ακούσω την καλημέρα κάποιου. Ωστόσο, δεν απάντησα. Μονάχα χαμογέλασα. Αχνά, πολύ αχνά. Έστριψα ένα τσιγάρο και το άναψα ρουφώντας επιτακτικά την πρώτη τζούρα.

Εκείνη απτόητη. «Πηγαίνεις κάπου συγκεκριμένα;» ρώτησε. Κούνησα αρνητικά το κεφάλι μου εκπνέοντας τον καπνό. Ένα χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη της. Μια απλή, ζωηρή καμπύλη γλύκανε όλο της το πρόσωπο. «Τέλεια!» είπε. «Ούτε κι εγώ. Η μέρα είναι υπέροχη. Ό, τι πρέπει για μια βόλτα. Σε πειράζει να βαδίσω πλάι σου;» συμπλήρωσε.

«Να βαδίσω πλάι σου»! Οι προτάσεις, αν το καλοσκεφτείς, δεν έχουν μόνο ένα νόημα. Αν βρεις τον τρόπο να εμβαθύνεις, έχεις πολλά περισσότερα να δεις. Ίσως αυτά που έχεις πραγματική ανάγκη.

Σιωπή και πάλι από πλευράς μου. Άλλο ένα αχνό χαμόγελο από πλευράς μου. Κι όμως, ήθελα να φωνάξω. Να ουρλιάξω δυνατά, τόσο δυνατά.

Χαμογέλασε παιχνιδιάρικα και πονηρά. Παράλληλα. Ήταν απίστευτο. «Να υποθέσω πως συμφωνείς;» είπε και συνεχίσαμε το βάδισμα.

Μόλις λίγα μέτρα πιο κάτω, λίγο πριν περάσουμε τον δρόμο με προορισμό το απέναντι πεζοδρόμιο, ένας οδηγός παραβίασε την απαγορευτική πινακίδα. Τα δευτερόλεπτα εκείνα η ίδια με κοιτούσε στα μάτια κι απλά πορευόταν στο πλάι μου. Με την άκρη των ματιών μου την είχα δει αλλά απέφυγα να στρέψω το πρόσωπό μου προς εκείνη. Δεν ξέρω, δεν ξέρω γιατί. Κάποιες στιγμές, μικρές – μεγάλες, δεν τις διαχειριζόμαστε εύκολα. Και ίσως καλύτερα που δεν γύρισα να την κοιτάξω.

Ενστικτωδώς, λοιπόν, τής έπιασα το χέρι στην προσπάθειά μου να την σταματήσω και τής φώναξα «Πρόσεχε».

Κοκάλωσε εκείνη. Κοκάλωσα κι εγώ. Σταθήκαμε στη μέση του δρόμου βλέποντας το κόκκινο όχημα ν’ απομακρύνεται, να χάνεται απ’ τα μάτια μας.

«Μού έσωσες τη Ζωή» αστειεύτηκε κι εγώ έκανα να πάρω το χέρι μου. Μα, εκείνη το έσφιξε περισσότερο μέσα στο δικό της.

Πόσο γλυκό, ανακουφιστικό, ασφαλές είναι το άγγιγμα.

Όση ώρα περπατούσαμε, ώρα αρκετή, κρατούσε το χέρι μου μέσα στο δικό της διατηρώντας το ζεστό. Ούτε τσιγάρο δεν μπορούσα να στρίψω. Και δεν έχω χειρότερο απ’ αυτό. Όμως, άξιζε τον κόπο. Δεν θα το αρνηθώ. Μού άρεσε.

Βρεθήκαμε σε μια φασαριόζικη γειτονιά, σε μια καφετέρια, μελίσσι σωστό. Κι όμως, εκείνη κρεμόταν απ’ τα χείλη μου. Σταδιακά, είχα χαλαρώσει και συζητούσαμε διάφορα. Είχε γύρει μπρος μου και τα μαλλιά της έπεφταν άναρχα μπροστά μου. Μπορούσα να τα μυρίσω. Μοσχοβολούσαν. Όλη της η προσοχή ήταν στραμμένη πάνω μου. Μού χαμογελούσε, μού γελούσε. Ανακάλυψα πως έχει ένα υπέροχο, κυματώδες, γάργαρο γέλιο.

Υπήρχαν φορές που οι παύσεις μου ήταν πιο εκκωφαντικές κι απ’ τη βαβούρα γύρω μας. Στωικά περίμενε κι ενθαρρυντικά, πότε χαϊδεύοντάς μου τον ώμο και πότε τα μαλλιά, με παρότρυνε να συνεχίσω.

Αναρωτιόμουν τι τής είχα κάτι και τι ήταν αυτό που γέννησε αυτά της τα συναισθήματα για εμένα.

Κάμποση ώρα αργότερα τής ζήτησα να περπατήσουμε. Ήταν κάτι που είχα απόλυτη ανάγκη. Σαφώς, δεν αρνήθηκε. Έφερε δυο σβούρες το κασκόλ της γύρω απ’ τον λαιμό της και ξεκινήσαμε.

Μού ζήτησε να την πάω σε κάποια απ’ τα μέρη που σύχναζα, που αγαπούσα, που είχαν το στίγμα μου. Ήταν ανέφικτο να την πάω σ’ όλα εκείνα τα μέρη που με είχαν ή που τα είχα στιγματίσει. Το μόνο που δεν ήθελα ήταν να τρομάξει. Αρκέστηκα στο να την πάω στην γειτονιά μου.

Περπατήσαμε, γελάσαμε. Δεν την χόρταινα.

Το σκοτάδι, πλέον, σκέπασε την πόλη. Μαζί κι εμάς. Σουλατσάραμε μέσα σε στενά. Κάποια φωτισμένα απ’ τις λίγες εναπομείνασες λάμπες που λειτουργούσαν. Κάποια σκοτεινά.

Δεν είχα κουραστεί. Δεν είχε κουραστεί. Εντούτοις, καθίσαμε σ’ ένα παγκάκι.

Με μια της κίνηση βρέθηκε δίπλα μου. Σώματα κολλημένα.

Έστριψα ακόμη ένα τσιγάρο. Το άναψα. Ρούφηξα την πρώτη τζούρα. Εξέπνευσα τον καπνό. Τα γνωστά. Μην τα ξαναλέμε.

Ακούμπησε το κεφάλι της στον ώμο μου.

Αυτό, φίλε μου. Αυτό είναι. Η υπέρτατη ηδονή. Ούτε γυμνά σώματα, ούτε τίποτα.

Το κεφάλι της στον ώμο σου. Πώς αλλιώς να σού το πει; Πώς αλλιώς να σού πει ότι δεν φοβάται; Πώς αλλιώς να σού πει ότι σ’ εμπιστεύεται; Πόσο πολύτιμη η εμπιστοσύνη. Πώς αλλιώς να σού πει ότι αφήνεται; Ότι σού παραδίδει την ύπαρξή της την ίδια.

Όντας αμήχανος κι άπειρος σε τέτοιες εκδηλώσεις συναισθηματισμού προτίμησα να μείνω ακίνητος. Άκουγα την καρδιά της. Ή μήπως ήταν η δική μου;

Εγώ κι εκείνη. Εκείνη κι εγώ. Κάτω από έναν σκοτεινό ουρανό. Μέσα σε μια εκρηκτική σιωπή. Προσωπικά δε θα μπορούσα να ζητήσω τίποτε περισσότερο τη δεδομένη στιγμή. Αυτά και μόνο αρκούσαν.

Όταν το κρύο είχε αρχίσει να γίνεται ιδιαιτέρως τσουχτερό, πήραμε τον δρόμο της επιστροφής. Ξεκινήσαμε για την γειτονιά της. Την συνόδευσα ως το σπίτι της.

Και φτάσαμε.

Την κοίταξα. Με κοίταξε.

Μάλιστα! Και τώρα; Τώρα τι κάνω;

Κύλησε παράδοξα η μέρα αυτή. Ήταν τόσο ξεχωριστή. Θα ήταν έτσι και η αυριανή; Στο χέρι μας δεν είναι, άλλωστε; Ή μήπως όχι;

«Αύριο;» αναρωτηθήκαμε ταυτόχρονα. Γελάσαμε.

Έτρεμα. Ίδρωνα. Εκείνη χαμογελούσε. Ατάραχη. Ήταν όντως;

«Αύριο, λοιπόν» είπαμε ξανά και οι δυο.

Αν τύχαινε και περνούσε κανείς απ’ τον δρόμο την στιγμή εκείνη κι άκουγε την στιχομυθία μας, θα γελούσε με το κωμικό της σκηνής. Τόσο γελοίος αισθανόμουν. Δεν τα μπορούσα κάτι τέτοια.

Κι όμως, ήταν πάνω απ’ τις δυνάμεις μου.

Ήταν τόσο πρωτόγνωρο όλο αυτό.

Και ήθελα να το ζήσω. Το είχα ανάγκη. Το διακαιόμουν.

Και ήθελα να το ζήσω μαζί της.

Και δεν ήθελα να την απογοητεύσω.

Ήθελα να γεννηθώ ξανά.

Είχα ανάγκη μια νέα αρχή, της οποίας την έκβαση ο χρόνος θα δείξει.

Μού χαμογέλασε ακόμη μια φορά και, πριν τρυπώσει στο εσωτερικό της πολυκατοικίας της, μού χάρισε ένα τρυφερό φιλί στο μάγουλο.

Μέσα μου ένιωσα να λαμβάνουν χώρα μικρές αλυσιδωτές εκρήξεις.

Αυτή η κοπέλα έβλεπε μπροστά της ανθρώπους με συναισθήματα κι όχι ταμπέλες. Αυτή η κοπέλα μ’ έκανε να νιώθω άνθρωπος με ουσιαστική υπόσταση κι όχι μια απλή ετικέτα.

Την είδα να χάνεται ανεβαίνοντας σαν αερικό τα μαρμάρινα σκαλιά.

Στάθηκα να πάρω μια ανάσα και να συνειδητοποιήσω το μέγεθος της ημέρας μα και της νύκτας αυτής.

Κατόπιν έστριψα ένα ακόμη τσιγάρο κι ανάβοντάς το χάθηκα ξανά μέσα στην σκοτεινή πόλη.

Μια πόλη που, πλέον, αποκτούσε χρώμα.

Σ’ όλους εκείνους που δεν τούς δίνεται μια ευκαιρία,
κάθε λογής ευκαιρία,
είτε παραδέχονται ότι την έχουν ανάγκη είτε όχι,
μια ευκαιρία στην πραγματική, στην ουσιαστική Ζωή.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s