Eίδαμε: Nocturnal Animals | Εμμανουήλ Ζήφος

Στις Αιθουσες  Τώρα!

   Nocturnal Animals

Του Tom Ford

H Susan, ευκατάστατη και επιτυχημένη ιδιοκτήτης γκαλερί και καλλιτέχνης στο Los Angeles, λαμβάνει ένα προσχέδιο βιβλίου γραμμένο από τον πρώην άνδρα της, Edward. Ο τίτλος, «Νυχτόβια Πλάσματα», το χαϊδευτικό που χρησιμοποιούσε για αυτήν στη διάρκεια του έγγαμου βίου τους, δεν αφήνει περιθώρια αμφιβολίας. Η βίαια νουβέλα, μία ιστορία εκδίκησης κάτω από τον καυτό Τεξανό ήλιο, αποτελεί το χρονικό της σχέσης τους.

Η δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του περίφημου σχεδιαστή μόδας Tom Ford, επτά χρόνια μετά το επιβλητικό, ηδονοβλεπτικό ερωτικό γράμμα στην απώλεια ονόματι “A Single Man”, ξεδιπλώνει τις υψηλές της φιλοδοξίες από την εναρκτήρια σκηνή, μία πυρετώδη και διχαστική σεκάνς που σχολιάζει ταυτόχρονα τη μαεστρία των καλλιτεχνών στον κόσμο των εικόνων αλλά και την φαιδρότητα τους. Αυτές οι αντιθέσεις παρατηρούνται διάχυτες στη διάρκεια του φιλμ, αφού το τέλμα του φαίνεσθαι κατακλύει τη Susan. Η κενότητα που χαρακτηρίζει την παρουσία της στο υπερμέγεθες διαμέρισμά της, ενισχυμένη από την απουσία του συζύγου της, καλείται να δώσει τη θέση της στην έντονη αλληλεπίδρασή της με την φρικώδη ιστορία του Edward. Η παράλληλη αφήγηση των δύο αφηγηματικών αξόνων αξιοποιείται από το σκηνοθέτη ως μία ευκαιρία να προσφέρει δύο ταινίες είδους στην τιμή της μίας: ένα τραχύ neo-western και ένα πικρό μελόδραμα, σαν κράμα σαπουνόπερας με το σινεμά του Φασμπίντερ. Αυτή η διχοτόμηση του σεναριακού ιστού προσφέρει τα εφόδια για την εξερεύνηση κάθε είδους, με αποκορύφωμα την σκηνή του αυτοκινητιστικού ατυχήματος, μα οι ποικίλες διακλαδώσεις που σχηματίζονται ανάμεσά τους, όντας άρρηκτα συνδεδεμένες κινηματογραφικές οντότητες, νοηματοδοτούν την ταινία. Διότι απομονωμένες, αυτές οι ταινίες είδους θα είχαν πνιγεί στη μετριότητα, ανήμπορες να αποποιηθούν τη στερεοτυπία των χαρακτήρων τους, παρά την εξαιρετικά υψηλή τεχνική και εικαστική αξία τους.

Αυτό το στοιχείο μπορεί να αποτελέσει τον μεγαλύτερο ισχυρισμό των κατηγόρων της ταινίας, καθώς οι διάλογοι ποτέ δε διακρίνονται από φυσικότητα. Η αξιομνημόνευτη ερμηνεία της Amy Adams βασίζεται κυρίως στη χρήση του σώματος και του προσώπου της ως συναισθηματικού δοχείου. Οι διαλογικές σκηνές της, ειδικά στις σκηνές που διαδραματίζονται στο παρόν, αποδίδονται με μία αφοπλιστική ευθύτητα, που έρχεται σε αντίθεση με την πολυπλοκότητα των καθημερινών συζητήσεων αλλά και με την πομπώδη ενέργεια με την οποίαν απαγγέλλονται, φλερτάροντας με τη σεναριακή υπερέκθεσή τους. Ο Ford, ωστόσο, αποσκοπεί στο να θολώσει τις έννοιες του βάθους και της ρηχότητας και να παραδώσει ένα αλλόκοτο, αξέχαστο αποτέλεσμα. Οι σκηνές που αποδίδουν την πλοκή του μυθιστορήματος διέπονται από τη χρήση διαφορετικής γλώσσας, με πληθώρα αρχέτυπων χαρακτήρων που αντίστοιχα ξεπερνούν τη λαογραφία του Τέξας (γενέτειρας του σκηνοθέτη) και αγγίζουν τη στερεοτυπική απεικόνιση μίας πολιτείας αιμοδιψών, αδίστακτων ανδρών στους οποίους ανάμεσα ο Tony, ο χαρακτήρας προέκταση του συγγραφέα, θα κληθεί να επιβιώσει. Στο παιχνίδι με αυτούς τους χαρακτήρες συνοψίζεται ο νοηματικός πυρήνας της ταινίας. Οι χάρτινοι ήρωες είναι εν γνώσει τους μονοδιάστατοι και, σε σημεία, γκροτέσκοι, όπως στην περίπτωση του Ray Marcus, ερμηνευμένο με φρενήρη ενέργεια από τον Aaron Taylor Johnson, μα ο ρόλος τους είναι καθαρά συμβολικός. Η οικογένεια εκπροσωπεί τη σχέση του Edward και της Susan, οι κακοποιοί, και ιδιαίτερα ο Ray Marcus, τη βιαιότητα της ρήξης της και ο σερίφης του Michael Shannon, φορέας ενός απρόσμενου κωμικού στοιχείου, την υποχρέωση μιας ανταγωνιστικής κοινωνίας να μεταλλάσσει τα μέλη της κοινωνίας στα ίδια αδηφάγα πλάσματα που τους κατέστρεψαν. Ο Tony, όπως και ο Edward, πέφτει θύμα της αδυναμίας του (συναισθηματικής, οικονομικής, πρακτικής, δοσμένη και ως δειλία) να αντεπεξέλθει στην αρρενωπότητα του με τους όρους που του επιτάσσει η εκάστοτε κοινωνία, χάνοντας κάτι ατόφιο. Ως μία παραβολή για τη ζημιογόνο τοξική αρρενωπότητα, ο Ford πετυχαίνει διάνα στο μεγαλύτερο μέρος της ταινίας του, κυρίως λόγω του ηλεκτρισμένου Jake Gyllenhaal. Αναλαμβάνοντας και τους δύο ρόλους, ο γνωστός ηθοποιός καταφέρνει να χτίσει και να αποδομήσει διαφορετικές εκδοχές του ίδιου εύθραυστου άνδρα, με την απαιτούμενη ένταση συνδέοντας την ερμηνεία του με αυτήν της Amy Adams, ιδιαίτερα στις στιγμές όπου δε μοιράζονται τον ίδιο χώρο. Το Nocturnal Animals αποτελεί, πρωτίστως, μία ταινία για τον ανεκπλήρωτο έρωτα και τον αμοιβαίο στιγματισμό των υποκειμένων. Ένα κάπως αδέξια δοσμένο στοιχείο της πλοκής, ωστόσο, το οποίο δε θα ήταν συνετό να αποκαλυφθεί στους επίδοξους θεατές, η τοποθέτηση του Ford σε κάποια κοινωνικά πλαίσια απειλείται από μία ανδροκρατούμενη οπτική σε ζητήματα μείζονος σημασίας για τη γυναικεία χειραφέτηση.

Με τη νέα του σκηνοθετική απόπειρα, o Tom Ford σίγουρα δεν αποτυγχάνει να δημιουργήσει μία από τις πιο ενδιαφέρουσες ταινίες της χρονιάς. Μία σαγηνευτική, βίαια ατελή εμπειρία που πετυχαίνει ακράδαντα αυτό για το οποίο κάθε δημιουργός μοχθεί: να συνοδέψει με πομπώδη βήματα το θεατή έξω από την κινηματογραφική αίθουσα.

Εμμανουήλ Ζήφος

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s