Έξι μήνες μετά: η περιπέτεια της Καρδιάς ακόμη συνεχίζεται | Τάσος Ζαννής

[Σκεφτόμουν εναλλακτικούς τίτλους. Κάτι σαν «Τώρα αυτό πώς να στο πω» ή «Livin’ in a world without you» (ξεπερνώντας κάθε όριο γραφικότητας στη δεύτερη περίπτωση), να έχει λίγο κι ένα ιδιαίτερο ηχόχρωμα το κείμενο, από την αρχή του κιόλας. Αρκέστηκα στην «περιπέτεια της Καρδιάς»]

Να ‘μαστε πάλι εδώ, λοιπόν. Ποιος το διάλεξε να είμαστε και πάλι εδώ, όμως; Η μοίρα, το κάρμα, το πεπρωμένο ή μήπως η Καρδιά; Κι αν το διάλεξε η Καρδιά, ποιος ήταν ο λόγος που την οδήγησε σε αυτή της την απόφαση; Τι λόγο να έχει η Καρδιά και θέλει να γράψει πάλι; Γιατί να θέλει να γράψει; Για τι να θέλει να γράψει; Της συμβαίνει κάτι; Ας της δώσει κάποιος τον λόγο, ν’ ανέβει στο βήμα να δούμε τι θέλει να πει.

Η Καρδιά ανεβαίνει στο βήμα. Πίνει λίγο νερό, ξεροκαταπίνει, σηκώνει τα μάτια της προς το κοινό, και ξεκινάει.

«Ήμουν φυλακισμένη, σκλαβωμένη όσο ποτέ πίσω απ’ τα ατσάλινα, γκρίζα, αστραφτερά κάγκελα της θεόρατης αγάπης που έτρεφα για ‘σένα, μιας αγάπης που με τον καιρό με ξεπέρασε, ξέχασε πως εγώ τη δημιούργησα κι άρχισε να με καταδυναστεύει. Και το όμορφο ροζ χρώμα της έγινε ένα σουβλερό κόκκινο, κι ύστερα ένα μπορντό, που θύμιζε αίμα ξεραμένο, και κυριαρχούσε πια στα πάντα, για πάντα. Δεν θα πάψω να γράφω για όλα εκείνα που κάποτε έκαναν την καρδιά σου να χτυπάει σαν τρελή, και τώρα τα θυμάσαι μ’ ένα διακριτικό μειδίαμα. Κι είμαστε διαφορετικοί, κατά κόσμον κάποτε καταφέραμε να ‘μαστε ερωτευμένοι, εκ πρώτης όψεως τώρα δυο ξένοι. Κι αν το θέλεις θα πάψω να σου μιλώ, θα πάψω να υπάρχω, να φαίνομαι, να σε ψάχνω στο δρόμο όταν περπατώ, θα πάψω ακόμη και να σ’ ονειρεύομαι τα βράδια, μα να πάψω για ‘σένα να γράφω… αυτό δεν το μπορώ»

Ώστε έτσι λοιπόν η Καρδιά. Έγκλημα πάθους μυρίζομαι. Μια Καρδιά πλήγωσε μια άλλη. Έχει ενδιαφέρον η υπόθεση. Ας την ερευνήσουμε.

Πάντα μου άρεσαν οι εισαγωγικές περίοδοι – από το γυμνάσιο ακόμα. Αν και δεν έγραφα ποτέ μου στο σχολείο καλές εκθέσεις, θα πρόσεχες πάντοτε ότι οι εισαγωγές μου ήταν απολύτως προσεγμένες και αυστηρώς δομημένες με ένα δικό μου προσωπικό στυλ γραφής. Θυμάμαι τους περισσότερους καθηγητές μου, να μου το επισημαίνουν αυτό. Δεν προλάβαινα καλά-καλά να ολοκληρώσω το θέμα της έκθεσης, αλλά με έβλεπες να δημιουργώ σπουδαία καλλιτεχνήματα στην εισαγωγική/προλογική παράγραφο. Κάτι μου έκανε αυτή η ριμάδα η εισαγωγή. Από τότε. Ερχόμενοι στο παρόν βέβαια, και μηχανεύοντας τρόπους για ξεκινήσω το τελευταίο μου μεγάλο κείμενο της χρονιάς που φεύγει, δεν το σκέφτηκα και πολύ. Έβαλα κάτω τις τέσσερις λέξεις-κλειδιά «Καρδιά», «σκλαβωμένη», «ερωτευμένοι», «ξένοι», τις χρωμάτισα, τους έδωσα πνοή, τις περιποιήθηκα πριν βγουν… στον αέρα και τις τοποθέτησα εκεί ακριβώς που ήθελα ώστε να δομηθεί κατάλληλα μια εισαγωγή για αυτό που θα επακολουθήσει. Όλες οι λέξεις, μία προς μία, έχουν τη δική τους σημασία. Οι λέξεις, να το θυμάσαι, έχουν υπέρμετρη δύναμη. Μπορούν να σου επιβληθούν χωρίς να το καταλάβεις. Όπως ακριβώς κι ο Έρωτας.

Ξέρεις, δεν έχω ιδέα από νοηματική σύνδεση προτάσεων και παραγράφων αυτή τη στιγμή. Δεν υπάρχει κανένα απολύτως νόημα να το κρύβω. Όπως επίσης, δεν έχω ιδέα για τη μορφή αυτού του κειμένου. Δεν έχω ιδέα για το πόσο μικρό ή μεγάλο θα βγει, για το αν σου φέρει χαρά ή λύπη, για το αν σε κάνει να νοσταλγήσεις, για το αν σε κάνει να μελαγχολήσεις, για το αν σε κάνει να τρέξεις στην αγαπημένη σου και να τη φιλήσεις υπό τον ήχο της καταρρακτώδους βροχής. Για ένα πράγμα όμως είμαι σίγουρος. Αυτό το κείμενο περικλείεται από αγνά, ειλικρινή, αληθινά και έντονα συναισθήματα Αγάπης.

Παλεύω να επιβιώσω ακόμη μια μέρα μακριά σου. Είναι γνωστό, πλέον. Ψάχνω τρόπους να το καταφέρω. Δεν έφυγες, εγώ σε έδιωξα. Με την ηλίθια συμπεριφορά μου. Πώς να μείνεις κάπου όπου δε νιώθεις ασφαλής και σίγουρος; Ούτε κριτική κάνω, ούτε ευθύνες επιρρίπτω. Τις σκόρπιες σκέψεις μου, προσπαθώ να τις βουτήξω στη Θάλασσα των Συναισθημάτων, και να βγάλω κάτι από αυτό.

Εσύ την άφησες να σε αφήσει. Το ξέρεις. Δεν είσαι άνθρωπος που δεν παραδέχεται την πραγματικότητα των καταστάσεων. Έχεις κάνει μεγάλα κι ανεπανόρθωτα λάθη. Λάθη που κόστισαν αυτό το «κάτι πιο μεγάλο, πιο σπουδαίο» που σ’ αρέσει να λες. Τα είχες όλα, και τα κατέστρεψες. Μην την κατηγορείς για την απόφαση που πήρε. Ήθελε να βρει την ηρεμία της. Κάτι που εσύ της στερούσες τόσο καιρό με τις μαλακίες σου. Σου έδωσε την καρδιά της, κι εσύ την ράγισες με τον χειρότερο τρόπο. Εκείνη όμως, ήταν εκεί. Ήταν ακόμα εκεί. Άντεχε τα χτυπήματα. Πίστευε, ήλπιζε. Μέχρι που… υπέκυψε. Την πρόδωσε η καρδιά της. Την πρόδωσες εσύ.

Το τίμημα των πράξεών σου πληρώνεις, και τίποτα άλλο. Ο λόγος ύπαρξης των τύψεων όμως, που δε σ’ αφήνουν να κοιμηθείς κάθε βράδυ, ξέρεις ποιος είναι; Το γεγονός ότι εκείνη δεν έφταιξε σε τίποτα για να τα περάσει όλα αυτά. Εσύ την πήρες μαζί σου. Εκείνη τι έκανε για να τ’ αξίζει όλα αυτά, μου λες; Το μόνο που έκανε ήταν να σ’ αγαπάει και να σε στηρίζει. Δε χρειαζόταν κάτι άλλο. Κατάλαβες τώρα γιατί δε μπορείς να κοιμηθείς; Κατάλαβες τι ζημιά της έχεις προκαλέσει; Εσύ μπορεί να έχεις συνειδητοποιήσει το μέγεθος της ζημιάς, να έχεις μετανιώσει και να έχεις αλλάξει ως άνθρωπος (κάτι που, κατά τα φαινόμενα, ισχύει), αλλά αυτό δε σημαίνει ότι εκείνη μπορεί να νιώθει σίγουρη.

Κλείνεις τα μάτια, και απλά φαντάζεσαι εκείνη κι εσένα. Κι είναι τόσο όμορφη, μ’ αυτά τα μελαγχολικά μάτια. Και θες να τη φιλήσεις. Θέλεις πολύ να τη φιλήσεις. Περισσότερο από καθετί άλλο στον κόσμο. Να τη φιλήσεις, να την ηρεμήσεις, να την κάνεις να αισθανθεί όπως έπρεπε, όπως ήθελες από την αρχή. Γιατί έχεις καταλάβει. Έχεις πάθει, κι έχεις μάθει. Μα τότε, αναπόφευκτα, ανοίγεις τα μάτια. Είσαι μόνος. Εκείνη δεν είναι εκεί. Ήταν τόσο καιρό, τώρα πια όχι. Τώρα που την έχασες, κατάλαβες πόσο πραγματικά την αγαπάς.

Ξέρεις, επιλέγω να είμαι μελαγχολικός, γιατί έτσι ήταν πάντα κι ο χαρακτήρας μου. Δεν θέλω να το αλλάξω αυτό. Είναι ένας τρόπος… κάθαρσης. Είναι ένας εντελώς προσωπικός συναισθηματικός μηχανισμός, που με βοηθάει να επιβιώνω. Επιβιώνω με τη σκέψη σου. Δε θέλω να το σταματήσω αυτό. Δε θέλω να χαθεί η σκέψη σου από μέσα μου. Κάποια μέρα θα ξανασυναντηθούμε. Να το θυμάσαι. Δύο άνθρωποι που αγαπιούνται, δεν χάνονται. Χάνονται μονάχα αν αυτό επιθυμούν. Και μπορώ να σου πω με απόλυτη σιγουριά, ότι κανείς από τους δυο μας δε το επιθυμεί αυτό.

Έξι μήνες, λοιπόν. Έξι μήνες πέρασαν. Έξι βασανιστικοί μήνες χωρίς το φιλί σου, την αγκαλιά σου, την καλημέρα και την καληνύχτα σου. Έξι άθλιοι μήνες που μου φάνηκαν ωσάν αιωνιότητα. Έξι απελπιστικοί μήνες που παλεύω καθημερινά με τους χειρότερους εφιάλτες μου. Έξι μελαγχολικοί μήνες που δεν είσαι δίπλα μου, και νιώθω ότι η ζωή μου έχει πάρει τη μορφή όλων των τραγουδιών των Radiohead – τις περισσότερες μέρες, η καθημερινότητά μου μοιάζει εξωπραγματικά με το Let Down. Τραγουδάρα.

Άσχημο πράγμα ο χωρισμός. Σκληρός, άκαρδος, αδυσώπητος. Έρχεται, σου δίνει μια ξανάστροφη, σου λέει «Και στο είχα πει. Μην την πληγώσεις», και σε πετάει κάτω, στο έδαφος, σε πατάει, δεν σ’ αφήνει ν’ ανασάνεις. Ένας μικρός θάνατος. Της Καρδιάς. Να σου πω ότι δεν είναι καθόλου, μα καθόλου εύκολο αυτό που κάνω; Κι αν στο πω, τι θα καταλάβεις; Θα μου πεις ότι  βασανίζω τον εαυτό μου και δεν τον αφήνω να ζήσει τη ζωή του. Έχουν περάσει έξι μήνες. Λες να μην το έχω καταλάβει ακόμα; Είχα καταλάβει τα πάντα από την πρώτη κιόλας μέρα μετά τον χωρισμό. Είχα καταλάβει τους λόγους, την (απότομη) αλλαγή συμπεριφοράς, την απάθεια, τα νεύρα, τα κλάματα, το ξέσπασμα. Το δικό σου και το δικό μου.

Όλα όσα ακολούθησαν το επόμενο διάστημα μέχρι και τη σημερινή μέρα, είναι δικά μου. Οι αντιδράσεις, τα ξεσπάσματα, τα κλάματα, τα κρασιά, τα ποτά, τα τσιγάρα, η πίεση, το άγχος, ο κόμπος στο στομάχι, τα αξημέρωτα βράδια, τα αμέτρητα κείμενα – όλα αυτά είμαι εγώ. Και θα μπορούσαν να περιγράφουν το κάθε εγώ σε αυτόν τον πλανήτη. Το κάθε εγώ ενός 21χρονου, που μπήκε στο χορό, έμαθε να χορεύει για χάρη της ντάμας του, έμαθε να χορεύει λόγω της ντάμας του, αλλά μπέρδεψε τα βήματα, σκόνταψε και έφαγε τα μούτρα του. Σωστά δε τα λέω; Νομίζω πως ναι.

Παύσεις. Συχνά χρησιμοποιώ παύσεις στα κείμενά μου – ακόμα κι αν αυτές είναι αφανείς μερικές φορές. Το κάνω αυτό όταν νιώθω ότι με πνίγει η γραφή μου, και για να το αντιμετωπίσω, αναφέρομαι σε κάτι που με κάνει ευτυχισμένο: στη Μουσική. Και αυτή είναι μια πολύ ωραία στιγμή να κάνω μια παύση. Όταν φέρνω στο μυαλό μου τη λέξη «παύση/παύσεις», μεταφέρομαι νοερά σε άλλες εποχές, πιο αγνές, πιο ρομαντικές. Μεταφέρομαι στον μαγευτικό κόσμο του Miles Davis. Το τέμπο είναι υπνωτιστικό, οι παύσεις αποκτούν μεγαλύτερη σημασία από τις ίδιες τις νότες. Κυριαρχεί η απλότητα και η λιτότητα. «Πάντα ακούω για να βρω τι μπορώ να αφήσω έξω», συνήθιζε να λέει ο Miles. Ακόμα και στις παύσεις, νομίζω ότι υπάρχει μια συνεχής κίνηση.

Ήδη νιώθω καλύτερα μετά από αυτή την παύση. Αλλά κάτι έλεγα πριν. Για το διάστημα που ακολούθησε τον χωρισμό, σωστά. Αυτοί οι έξι μήνες που κοιμόμουν και ξυπνούσα μόνος μου, χωρίς εσένα πουθενά στη ζωή μου, ήταν ολίγον τι ένα αέναο μαρτύριο. Από το πρωί ως το βράδυ εκτός σπιτιού, με δεκάδες πράγματα στο μυαλό μου (είτε που μου έβαλαν κάποιοι άλλοι, είτε που έβαλα εγώ ο ίδιος). Κούραση, ατελείωτο στρες, ψυχολογική και σωματική κόπωση, ατονία. Υπήρξαν στιγμές που δεν άντεχα άλλο. Μερικές μέρες ήταν πιο φορτωμένες από όσο μπορούσα να αντέξω, με αποτέλεσμα να καταρρέω μπροστά στη συνειδητοποίηση της δύσκολης κι επίπονης ζωής που ακολουθώ.

Κι αν ρωτάς με όλα αυτά τα άρθρα που γράφω τι γίνεται, έρχομαι και σου απαντάω πως, αυτούς τους έξι μήνες, έχω σπάσει όλα μου τα ρεκόρ σχετικά με τα άρθρα και κείμενα-αναλύσεις οποιουδήποτε θέματος. Αυτούς τους έξι μήνες, έχω ξεπεράσει κάθε προσδοκία εαυτού με όλα όσα έχω καταφέρει, τόσο με θέματα της σχολής όσο και με θέματα Τέχνης και Αθλητισμού. Άρθρα για τον Παναθηναϊκό από τη μία, άρθρα για τη Λίβερπουλ από την άλλη, κάθε Σαββατοκύριακο. Σ’ αυτά, πρόσθεσε και δεκάδες μικρά και μεγάλα κείμενα σχετικά με τις αγαπημένες μου μουσικές προτιμήσεις, καθώς και ιδιαίτερες αναφορές στην αγαπημένη μου ταινία και στον λατρεμένο μου Nick Cave. Κάποτε τα διάβαζες, όλα, ένα προς ένα. Μου έλεγες πόσο σου αρέσουν και μου επεσήμανες μικρά (τυπογραφικά) λαθάκια. Κάποτε όλα αυτά. Τώρα δεν διαβάζεις τίποτα. Ή τουλάχιστον, αυτή την αίσθηση (θες να) μου δίνεις. Και κάπως έτσι καταλήγω να γράφω για σένα, χωρίς εσένα. Κάπως έτσι δεν άρχισαν να γράφουν κι όλοι οι μεγάλοι συγγραφείς;

Τα άρθρα μου, τα κείμενά μου, οι αναλύσεις μου, τα… σεντόνια μου. Το γιατί ο Παναθηναϊκός παρουσιάζει τέτοια απροσάρμοστη συμπεριφορά, το γιατί ο Κλοπ έχει μεταμορφώσει (προς το καλύτερο) τη Λίβερπουλ, το γιατί ο Nick Cave έχει κυκλοφορήσει ένα από τα καλύτερα άλμπουμ του 2016, το γιατί αγαπάω τόσο, μα τόσο πολύ τον Άλεξ Τέρνερ. Τόσα και τόσα άλλα. Όλα αυτά, λοιπόν, με κρατούν όρθιο. Όλα αυτά με κάνουν να νιώθω ζωντανός. Όλα αυτά με εκφράζουν, με κάνουν να νιώθω χρήσιμος, και χαίρομαι που υπάρχουν άνθρωποι που εμπιστεύονται και εκτιμούν τη προσωπική μου πένα. Τώρα είμαι 21. Στα 21 κανείς δεν καταλαβαίνει κάτι από αυτά, τουλάχιστον όχι στον απόλυτο βαθμό. Όλα αυτά θα έχουν σημασία, θα έχουν μια υλική μορφή στο μέλλον. Είμαι πεπεισμένος ότι θα έχουν, και είμαι οπλισμένος με αισιοδοξία και θετική σκέψη. Ποιος νέος, άλλωστε, δεν διαθέτει δύο τέτοια σπουδαία όπλα;

Για να γυρίσουμε όμως, στον κύριο άξονα του κειμένου και της ζωής μου, ο λόγος, ο σκοπός και η φύση των λέξεων, δεν μπορούν παρά να είναι για σένα, μικρή μου. Θα ήμουν ανόητος αν δεν μπορούσα να καταλάβω ότι αυτό το όμορφο χάος που βρίσκεται μέσα μου, είναι δικό σου δημιούργημα. Δικό σου και δικό μου. Δικό μας. Άλλωστε πάντα έτσι ζούσαμε. Από καταβολής του κόσμου ερωτευμένοι. Παθιασμένοι, ανόητοι ίσως. Πάντα μαζί. Κι όταν χωριζόμασταν, ακόμη πιο μαζί.

Θέλω να γράψω τόσα πολλά για σένα. Οι λέξεις άλλοτε βγαίνουν με δυσκολία, άλλοτε όχι. Ξέρω πολύ καλά τι θέλω και τι οφείλω να γράψω. Η συγγραφή, όλα αυτά που γράφω για σένα, με κρατούν ζωντανό. Δε θα μπορούσα να φανταστώ τον εαυτό μου σε έναν κόσμο χωρίς να γράφω. Να γράφω για τα πάντα. Για τη φύση, για ένα πανέμορφο χρυσάνθεμο, για το κοριτσάκι που φίλησε το αγοράκι στο παγκάκι του πάρκου στη γειτονιά, για το ουράνιο τόξο που βγήκε μετά τη βροχή, για τον παππούλη που αγκαλιάζει τη γιαγιούλα στον απέναντι δρόμο για να τη ζεστάνει. Εκεί έξω υπάρχουν τόσα πολλά πράγματα για τα οποία μπορεί να γράψει ο καθένας. Έχω καταλάβει ότι είναι στη φύση μου να γράφω.

Έχουμε χωρίσει εδώ και έξι μήνες, αλλά δεν έχω νιώσει ούτε στιγμή ελεύθερος. Το πνεύμα μου, η ψυχή μου, τα αισθήματα μου, δεν έχουν νιώσει ελεύθερα σε κανέναν βαθμό. Κι αυτό φυσικά, διότι εγώ έβαλα μπλόκο στον δρόμο και τα εμπόδισα να νιώσουν αυτή την ελευθερία. Εγώ τα φυλακίζω, εγώ τα παγιδεύω μέσα σ’ ένα σεντούκι και δεν τ’ αφήνω να βγουν έξω. Δεν ξέρω γιατί. Ή μάλλον ξέρω. Γιατί σ’ αγαπάω, ρε διάολε. Σ’ αγαπάω ακόμα.

Δεν έχει υπάρξει στιγμή που να μη σε σκεφτώ. Έξι μήνες, κι ακόμα είσαι εδώ. Το θέμα ξέρεις ποιο είναι, όμως; Ότι δεν είσαι εδώ. Εγώ θέλω να κάνω τον εαυτό μου να πιστεύει ότι είσαι εδώ. Καλλιεργώ φρούδες ελπίδες για τον εαυτό μου. Δεν είσαι εδώ. Δεν είσαι κάπου κοντά. Είσαι πολύ, πολύ μακριά. Και μακάρι να εννοούσα μόνο την απόσταση που μας χωρίζει.

Και ξαφνικά, ξυπνάς μια μέρα και δεν έχεις τίποτα. Έπρεπε μάλλον να σε χάσω για να σε εκτιμήσω. Τώρα που δεν σε έχω στη ζωή μου, τώρα καταλαβαίνω πώς είναι αυτό που έλεγαν όλοι. Τώρα το νιώθω μέσα μου. Υπάρχουν στιγμές που κάτι με πιάνει. Κι αρχίζω να μιλάω, για ώρες ατελείωτες. Μιλάω στα δέντρα, στους τυχαίους περαστικούς, στις γατούλες που τόσο αγαπάς και αγαπάω, στους φίλους μου, στον κολλητό μου. Μιλάω στο μαξιλάρι μου, αυτό που μοιραζόμασταν και ενίοτε ήταν δίπλα στο δικό σου όλα εκείνα τα βράδια που κοιμόμασταν μαζί. Μιλάω στο αρκουδάκι που μου είχες πάρει. Το αγκαλιάζω, το προσέχω, το κουβαλάω όπου πάω. Μιλάω και στους τέσσερις τοίχους – τι Καστοριά, τι Σύρο, οι καημένοι έχουν ακούσει τα άπαντα. Σε όλους αυτούς, μιλάω για Σένα. Για τα μάτια σου, αυτά που με αιχμαλώτιζαν μ’ ένα απλό βλέμμα, αυτή η θανατηφόρα κι απάνθρωπη επιρροή που ασκούσαν πάντα επάνω μου, τα μαλλιά σου, την ανάσα σου, το φιλί σου. Είμαι σίγουρος ότι δεν το κάνεις εσύ αυτό. Δεν μιλάς δηλαδή για μένα. Σε τίποτα και σε κανέναν. Από την άλλη πάλι, δε γνωρίζω τι συμβαίνει στη ζωή σου. Κι εφόσον δε γνωρίζω, μπορώ να μιλήσω μόνο με σενάρια (τρελά, ρομαντικά).

Σε είχα, δεν σε έχω πια. Έκανα πάρα πολύ κακή διαχείριση. Τα βράδια κοιμόμουν και τα πρωινά ξυπνούσα δίπλα σ’ αυτό πανέμορφο πλάσμα. Το φιλούσα, το αγκάλιαζα, το πρόσεχα. Μα δεν το φρόντιζα όπως θα έπρεπε. Τώρα τα βλέπω όλα μπροστά μου. Όχι τώρα δηλαδή. Όλους αυτούς τους έξι μήνες. Τώρα… Τώρα ίσως και να τα κάνει αυτά κάποιος άλλος. Ίσως πάλι και όχι. Πάλι με σενάρια υποθετικά θα γεμίσω το μυαλό μου. Αυτή είναι μια άλλη πτυχή του θέματος, βέβαια. Απώτερος σκοπός μου ήταν και συνεχίζει να είναι η (όσο γίνεται) βελτίωση της ποιότητας της μεταξύ μας σχέσης. Τους τελευταίους έξι μήνες, νιώθω ότι δεν επικοινωνούμε. Κατανοώ και σέβομαι τη στάση σου. Είναι τόσο περίεργο και πρωτόγνωρο όλο αυτό. Προσπαθώ να προσαρμόζομαι στα νέα δεδομένα, να το συνηθίζω και να το αποδέχομαι ολοένα και περισσότερο κάθε μέρα που περνάει, με τους δικούς μου απολύτως προσωπικούς τρόπους, ωστόσο είναι τόσο περίπλοκο. Τα συναισθήματα είναι περίπλοκα. Εμείς τα κάνουμε να είναι.

Δε θα μπορούσα να ξυπνήσω μια μέρα, και να αποφασίσω ότι δε θέλω να πικραίνω άλλο τον εαυτό μου; Δε θα μπορούσα να ξυπνήσω μια μέρα και να μην σε σκεφτώ, να μην ασχοληθώ καθόλου μαζί σου, όπως κάνεις κι εσύ μαζί μου; Το κάνω; Δεν το κάνω. Υπάρχει λόγος που δεν τα κάνω όλα αυτά. Θέλω να σε κρατήσω μέσα μου ρε διάολε. Θέλω και το κάνω γιατί δεν θέλω να χαθεί αυτό που υπήρχε. Νιώθω ότι έχω ένα Ηθικό Χρέος, ας το πούμε, να το κρατήσω αυτό, να γράφω γι’ αυτό, να ζω για αυτό.

Μόνο εγώ ξέρω τι είναι καλύτερο για μένα. Είμαστε οι επιλογές μας. Ο καθένας κάνει τις επιλογές του, ο καθένας ζει με αυτές. Εγώ έχω επιλέξει να κάνω αυτή τη ζωή, έχω επιλέξει να ζω με τις αναμνήσεις, έχω επιλέξει να σε σκέφτομαι καθημερινά, έχω επιλέξει να συνδυάζω το κάθε ένα τραγούδι ξεχωριστά με σένα, έχω επιλέξει να κοιμάμαι με το αρκουδάκι που μου είχες πάρει, έχω επιλέξει να κάνω αυτές τις πολύωρες συζητήσεις με τον εαυτό μου, έχω επιλέξει να σε ονειρεύομαι. Κι εκεί, στα όνειρά μου, σου κρατάω το χέρι, και ταξιδεύουμε σε μέρη απόκοσμα, σε μέρη όπου είμαστε οι δυο μας. Επιλέγω και τα κρατάω όλα αυτά, γιατί αυτά με κάνουν να αισθάνομαι ζωντανός, αυτά με κάνουν να συνεχίζω, να βελτιώνομαι σε κάθε τομέα της ζωής μου. Αυτά με κάνουν να σε αγαπάω περισσότερο, να συνειδητοποιώ ότι σε χρειάζομαι, να καταλαβαίνω, επιτέλους, ότι με σένα ολοκληρώνομαι ως άνθρωπος στην παρούσα φάση της ζωής μου. Δεν μπορώ να νιώσω γεμάτος και ολοκληρωμένος χωρίς εσένα. Χωρίς την παρουσία σου δίπλα μου, χωρίς την αγκαλιά σου, χωρίς το φιλί σου.

Και ήθελα και μπορούσα να σου δώσω περισσότερα. Και τα ήθελες κι εσύ, και τα άξιζες, και τα ζητούσες, κι εγώ δεν στα έδινα. Κατέστρεψα κάτι τόσο όμορφο, τόσο μοναδικό. Όλες οι σχέσεις αντιμετωπίζουν προβλήματα, όλες οι σχέσεις έχουν τα πάνω τους και τα κάτω τους. Εγώ όμως, ήθελα να γράψω ιστορία μαζί σου. Όπως κι έγινε. Έχω γράψει ιστορία μαζί σου. «I have enough of you in my head to last forever», έλεγε στο γράμμα του ο Will προς την Emma στο «Waiting For Forever» (2010), ακόμα κι αν αυτοί οι δύο δεν υπήρξαν ποτέ πραγματικό ζευγάρι. Όσο κλισέ και βαρύγδουπα μοιάζουν αυτά τα λόγια, τώρα, στην ηλικία που είμαστε, μπορώ να πω ότι με εκφράζουν στον απόλυτο βαθμό. Όλες οι στιγμές μαζί σου, αποτελούν την πηγή της έμπνευσής μου. Μου δίνεις έμπνευση, μου δίνεις έναυσμα για να πιστέψω σε κάτι πιο μεγάλο, πιο σπουδαίο, έναυσμα για να γίνομαι καλύτερος άνθρωπος, έναυσμα για να δίνω περισσότερη σημασία σε ανθρώπους, στιγμές και καταστάσεις που το αξίζουν. Τώρα ξέρω.

Άραγε, νιώθεις ποτέ νοσταλγία για όλα εκείνα τα πράγματα που δεν προλάβαμε ποτέ να κάνουμε μαζί; Νιώθεις, όπως εγώ, ότι σου λείπουν όλα αυτά που δεν ζήσαμε; Λυπάσαι για όλα αυτά τα συναρπαστικά πράγματα που δεν προφτάσαμε ποτέ να μοιραστούμε; Δεν μπορώ να σου περιγράψω πόσο πολύ μου λείπεις. Ακόμα και στα κείμενα, κάτι θα λείπει. Οι λέξεις δεν θα στο περιγράψουν έτσι ακριβώς όπως το νιώθει η καρδιά μου. Ένα φιλί, μια αγκαλιά, ένα βλέμμα. Αυτά θα μπορούσαν να με βοηθήσουν να σου περιγράψω πόσο πολύ μου λείπεις. Δεν πετάω όμως στα σύννεφα. Βλέπω τα πράγματα όπως είναι και όχι όπως θέλω εγώ.

Μου έχει λείψει η ζωή μαζί σου. Είναι όλα αυτά που έχουμε περάσει και ζήσει, είναι όλα αυτά που έχουμε πει, είναι όλες εκείνες οι στιγμές. Είναι ποτά, μπύρες, ταινίες, συναυλίες, βόλτες, ταξίδια, τραγούδια, στιγμές φλογερού και παθιασμένου έρωτα στο κρεβάτι, και αμέσως μετά τσιγάρο. Οι στιγμές του αποχαιρετισμού στα αεροδρόμια, στις στάσεις των ΚΤΕΛ, στα λιμάνια των πλοίων, οι δικές μας στιγμές, οι δικές μας φωτογραφίες στις συναυλίες, στις καφετέριες, στα μπαρ, στα μαγαζιά, στο κρεβάτι. Μαζί σου τα μικρά έχουν αξία, μικρή μου. Έτσι σε έλεγα, θυμάσαι; Οι στιγμές μαζί σου, ήταν και συνεχίζουν να είναι τα ομορφότερα πράγματα που έχουν συμβεί στη ζωή μου. Ακόμα κι αν δεν μπορείς να με πιστέψεις μετά από όσα σου έκανα, από όσα μας έκανα, δεν μπορείς να φανταστείς πόσο πολύτιμο ήταν όλο αυτό που έζησα μαζί σου.

Απορώ με την υπομονή μου. Απορώ πώς αντέχω ακόμα. Για πόσο ακόμα; Πότε θα κουραστώ επιτέλους; Ξέρεις πόσο πιο απλή θα ήταν η ζωή μου αν δεν σε σκεφτόμουν συνέχεια; Δεν ρωτάω εσένα. Δεν είναι για σένα αυτή η ερώτηση. Για μένα είναι. Στον εαυτό μου την απευθύνω. Μπορεί όλα αυτά να μη με απασχολούν και να μην έχουν σημασία μετά από κάμποσο καιρό. «None of this will matter when I’m 38», έχει πει ο Oliver Tate στο αγαπημένο μου «Submarine» (2010). Έτσι λειτουργεί μάλλον η ζωή.

Και τι δεν θα ‘δινα να σε ξαναδώ. Να μάθω πώς είσαι, πώς περνάς, το οτιδήποτε. Κι ας μην μπορώ να σ’ αγκαλιάσω, κι ας μη μπορώ να σε φιλήσω. Ελπίζω να είσαι καλά, ακόμα κι αν δεν μιλάμε. Πόσες και πόσες φορές έχω σκεφτεί να σου στείλω αλλά κρατιέμαι. Τι κι αν σου στείλω, τι κι αν δεν σου στείλω. Με την ίδια απάθεια με αντιμετωπίζεις και στις δύο περιπτώσεις. Κι αν σου στείλω, θα αλλάξει κάτι; Όχι, προφανώς και δεν θα αλλάξει, και όχι, προφανώς δεν σου στέλνω με απώτερο σκοπό να αλλάξω κάτι στην υπάρχουσα κατάσταση.

Έτσι είπαμε; Έτσι συμφωνήσαμε; Να χαθούμε; Δεν θέλω όμως να περνάω στον εαυτό μου ότι υπάρχει ένα κλίμα έντασης μεταξύ μας. Νιώθω όμορφα κάθε φορά που κάθομαι να γράψω κάτι για σένα. Ναι, θα νιώσω και την άσχημη, την πικρή μορφή της μελαγχολίας αλλά θα νιώσω και την όμορφη πλευρά της, εστιάζοντας στις αναμνήσεις και στις στιγμές μας.

Είμαι άλλος άνθρωπος με σένα δίπλα μου, και άλλος χωρίς εσένα. Μερικές φορές κοιτάω τον εαυτό μου στον καθρέφτη, και δεν με αναγνωρίζω. Ο Τάσος, έχει χάσει την ενέργειά του, τη ζωντάνια του, την επιθυμία του για τόσα πράγματα.

Ακόμη πονάω όταν πονάς. Ακόμη τρέμω μην πάθεις κάτι. Ακόμη φοβάμαι όταν δεν προσέχεις. Ακόμη ξέρω πόσο πολύ άδικα σου φέρεται η ζωή. Ακόμη θα έκανα για ‘σένα τα πάντα. Ακόμη είσαι η ίδια, με τη μπλούζα των Doors και το μαύρο κολάν, με τα μακριά μαλλιά και τον μεταξένιο λαιμό, με το χαμένο βλέμμα μέσα στη μουσική, με το άρωμα που με ζαλίζει, που με κάνει να λυγίζω και να τρελαίνομαι κάθε φορά. Ποιος άλλος θα μπορούσε ποτέ να είχε μαλλιά σαν τα δικά σου; Σε κανέναν πλανήτη. Σε καμία αιωνιότητα.

Το μόνο που θέλω, είναι να κλείσω τα μάτια, και να σε πετύχω σ’ ένα απ’ τα όνειρά μου. Να σου πω όλα αυτά που ήθελα τόσο καιρό. Να σε φιλήσω, με τον πιο αγνό και γλυκό τρόπο. Να σε χώσω μέσα στην αγκαλιά μου, για να ζεστάνω την ψυχή σου, που τουρτουρίζει απ’ το κρύο. Να σε ταξιδέψω σε όλα εκείνα τα μέρη που ονειρευόμασταν μαζί, και οι δύο, όλα τα βράδια που κοιμόμασταν μαζί. Να σου δίνω πράγματα, λιτά, απλά, καθημερινά πράγματα, που θα σου χάριζαν απλόχερα το πιο υπέροχο και λαμπρό χαμόγελο που έχω δει ποτέ.

Απόψε, και κάθε απόψε (η φράση που έχει γίνει η αγαπημένη μου συνήθεια από τότε που λείπεις) που όλα με περιμένουν, κι ας μην είδα αστέρι να πέφτει – κανένα, φαίνεται, δεν τολμάει να ξεκολλήσει απ’ την μπλε παλέτα και να πέσει στην άσχημη γη -, κάνω μια ευχή, κι ας μην σώσει ποτέ της να πραγματοποιηθεί. Κι ύστερα κλείνω τα μάτια μου, και έχω κι εγώ δικαίωμα να ονειρευτώ. Μπορεί να μη με περίμενες, να μην ήπιες μαζί μου το κρασί, κι ακόμη μπορεί να μην μου βρήκες τη χαμένη μου ευτυχία, μα να σ’ ονειρευτώ νομίζω πως ακόμη το μπορώ.

Είμαι αθεράπευτα Ρομαντικός; Τι να σου πω, ίσως και να είμαι τελικά. Ποτέ δεν έχω κάτσει να το σκεφτώ και να το αναλύσω. Δεν μπορώ να υπάρξω σε έναν κόσμο που να μην περιφέρεται ο Ρομαντισμός. Δεν θέλω να ζω μια ζωή χωρίς εσένα. Θέλω να σε κουβαλάω κάθε μέρα μαζί μου και να σε πηγαίνω βόλτες. Να σου δείχνω μέρη που δεν σου είχα δείξει. Να σου δείχνω ότι γίνομαι καλύτερος άνθρωπος.

Σε κούρασα με τα πολλά που γράφω; Συγγνώμη αν το έκανα, μα όταν πιάνω να γράψω για σένα, μικρή μου, χάνω τον έλεγχο των λέξεων. Η σκέψη μου πάλι ταξιδεύει, ο νους μου πάλι ξενυχτά, εσένα συλλογιέται.

Αυτά τα κείμενα φαντάζομαι πως δεν έχουν κάποιο ιδιαίτερο νόημα, απλώς, ανάμεσα στην τόση αγάπη που ‘χει γραφεί σε λίγα τσαλακωμένα χαρτιά, ανάμεσα στις τόσες ώρες που ‘χω αλλάξει και ξανάλλάξει λέξεις για να ακούγονται και να μοιάζουν καλύτερες η μία δίπλα στην άλλη, ανάμεσα σ’ όλα αυτά που γράφω κι όλα όσα ακόμη δεν πρόφτασα να γράψω, υπάρχουν κάτι τέτοια βράδια πλήρους κι αδιάλλακτης νηνεμίας που με βοηθούν να καταλαβαίνω ποιος είμαι και τι κάνω σε αυτόν τον κόσμο.

Κάτι τέτοια βράδια που οι δρόμοι είναι υγροί απ’ τη βροχή, όπως τα υγρά αισθήματα που ‘χω καλά γνωρίσει, που τα φώτα έχουν χαμηλώσει, όπως χαμηλώνουν τα βλέμματα μετά από κάθε μπόρα, που κάποιος που ‘ναι πολύ μακριά, ή απλά λίγους δρόμους παρακάτω, σου λείπει πολύ και θα ‘θελες να το ξέρει, που οι άνθρωποι δεν αγαπούν πια όπως παλιά, ίσως γιατί κουράστηκαν στα ίδια και τα ίδια. Κάτι τέτοια βράδια, λοιπόν, αισθάνεσαι πως οι αναμνήσεις είναι πολύ βαριές για να σ’ αφήσουν να ζεις χωρίς να γράφεις τέτοια λόγια, που ίσως δεν βγάζουν καν νόημα.

Όταν κάποιος λείπει, όταν κάποιος σου λείπει, μοιάζει ό,τι κι αν πεις με μια αδιάκοπη έκκληση. Καμιά φορά φαντάζεσαι πως το υποθέτει, ή πως είναι σίγουρος, καμιά φορά πάλι πιστεύεις πως δεν έχει ιδέα. Αυτό το «τίποτα» που σας ενώνει, τώρα πια δεν είναι παρά ένα ψέμα, ένα ατελέσφορο τέχνασμα. Στην πραγματικότητα εσύ γνωρίζεις ότι σας ενώνουν πολλά περισσότερα από αυτό. Κι ας μην φαίνεται κι ας μοιάζουν όλα ασύμβατα με αυτή τη σκέψη.

Όταν κάποιος λείπει, όταν κάποιος σου λείπει, η καρδιά φροντίζει να αναπληρώσει όλη αυτή τη φυσική απουσία του γεμίζοντας τη σκέψη σου με αναμνήσεις και τα μάτια σου με δάκρυα. Και ξέρεις ότι σου λείπει, και πάντα θα σου λείπει, και θα ‘θελες να της το πεις, σε περίπτωση που το ‘χει ξεχάσει, έτσι, να της το θυμίσεις, να σκύψεις και να το ψιθυρίσεις στ’ αυτί της και να την κοιτάξεις στα μάτια, να δεις τι θα σου πει.

Έτσι κι εγώ θα ‘θελα να το ξέρεις. Περπατώντας στους μουσκεμένους δρόμους πάλι σήμερα, σ’ έφερνα στο μυαλό μου κι ευχόμουν να μπορούσες να με πάρεις μια αγκαλιά και να με φιλήσεις μια φορά ακόμη κάτω απ’ τη βροχή. Θυμάσαι; Με αγαπάς, με σκέφτεσαι, με θυμάσαι καθόλου; Έξι μήνες τώρα δεν έχω ιδέα. Εμένα πάντως μου λείπεις. Φανερώνω όλες μου τις αδυναμίες, και ανοίγομαι προς την αγνή πτυχή του εαυτού μου. Δεν θέλω και δεν μπορώ να κρύβομαι. Τι άλλο να πω; Ακούω τον κοφτό ήχο της βροχής, και μου λείπεις. Τα πρωινά μέσα στο μπάνιο και κάτω απ’ καυτό νερό, μου λείπεις. Τα μεσημέρια που ‘χει ήλιο και χαίρομαι ν’ ανοίγω διάπλατα τα παράθυρα, μου λείπεις. Τ’ απογεύματα που γυρνάω από τη σχολή, τα δειλινά που περπατάω μες το κρύο, τ’ απόβραδα που ακούω τον αέρα, πίνοντας μαυροδάφνη και καπνίζοντας ακόμα ένα τσιγάρο, μάντεψε. Μου λείπεις κι εκεί.

Όταν κάποιος σου λείπει, ίσως είναι γιατί τον αγαπάς. Κάτι λοιπόν ήθελα να σου πω κι απόψε, και στο είπα. Ίσως βέβαια αν ήσουν στη ζωή μου να μη μου έλειπες τόσο. Μα δεν ανησυχώ, θα ‘ρθεις σε λίγο στο κρεβάτι μου, καθώς θα κοιμάμαι. Κι ίσως, αν καταφέρω να βρω τον δρόμο, να ‘ρθω κι εγώ στο δικό σου. Να σε χαζεύω ν’ αλλάζεις πλευρό, και να σ’ ακούω σιγανά ν’ ανασαίνεις. Να σε σκεπάζω να μην κρυώσεις, να σε νιώθω να ονειρεύεσαι. Να σε αγγίξω, να σου ψιθυρίσω στ’ αυτί, να ξαπλώσω στην άκρη του μονού σου κρεβατιού, όπως τότε. Όλα όπως τότε. Κι έτσι, θα συναντηθούμε κι απόψε. Πάλι η σιωπή σου θα με κοιμίσει. Κι αύριο θα με ξυπνήσει.

Ύστερα λοιπόν από έξι μήνες, τι θα ‘πρεπε πια να αισθάνομαι; Χαρά; Νοσταλγία; Μια ανεπαίσθητη πικρία για αυτά που έφυγαν; Ένα χαμόγελο για αυτά που έζησα; Να μου λείπεις; Να σε θυμάμαι; Να σ’ αγαπάω; Μήπως να σε ξεχάσω τελικά καθώς ζω μακριά σου; Θα ‘πρεπε να περιμένω ακόμη να μου στείλεις εκείνο το «κατά λάθος» μήνυμα; Θα ‘πρεπε να προσεύχομαι για ‘σένα; Θα ‘πρεπε να ζηλεύω; Ν’ αδιαφορώ; Τι θα ήταν λογικό να αισθάνομαι;

Ακόμα και τώρα, που έχω φτάσει στο τέλος του κειμένου, έχω αυτή τη γαμημένη την αίσθηση, ότι κάτι λείπει, κάτι εξακολουθεί να λείπει. Κάτι δεν είπα καλά, κάτι δεν τόνισα όσο έπρεπε.

Φτάνοντας προς το τέλος, θέλω να σταθώ σε δύο πράγματα. Το ένα, είναι οι συμβουλές, η βοήθεια και όλη η στήριξη που μου παρείχε σε όλο αυτό το διάστημα η μαμά μου. Πρόσφατα, σε μια συζήτηση (από τις πολλές) που είχαμε, μου είπε κάτι το οποίο έχω σκεφτεί κι εγώ αρκετές φορές τον τελευταίο καιρό. «Έχεις περάσει περισσότερα από όσα πρέπει για την ηλικία σου. Έχω καταλάβει ότι δεν είσαι σαν τα άλλα παιδιά αλλά όταν είσαι 20 χρονών, αυτό που πρέπει να κάνεις, είναι να βγαίνεις έξω και να διασκεδάζεις». Φυσικά και αντιλήφθηκα αμέσως την αλήθεια και την ειλικρίνεια στα λόγια της. Ποια μαμά άλλωστε, δεν θέλει το καλύτερο για το παιδί της;

Το δεύτερο στο οποίο θέλω να σταθώ, είναι ο τομέας Φίλοι, για τους ίδιους ακριβώς λόγους με τη μαμά. Κι ας μου επιτραπεί να ξεχωρίσω δύο φίλους, ένα αγόρι κι ένα κορίτσι, οι οποίοι με έζησαν καθ’ όλη τη διάρκεια όλης αυτής της υπόθεσης, και γνωρίζουν τα πάντα. Ο Νίκος και η Ελευθερία, η Ελευθερία και ο Νίκος. Η μία, κολλητή μου εδώ και χρόνια, ο άλλος, με κάνει να γελάω όταν είμαι στις μαύρες μου, με ζει καθημερινά επί τριάμισι (και πλέον) χρόνια στην Καστοριά, έχουμε πει τα άπαντα ανάμεσα σε ποτά και τσιγάρα, και είναι από τα πιο όμορφα και καλοσυνάτα άτομα που έχω συναντήσει στη ζωή μου.

Η μαμά, ο Νίκος, η Ελευθερία, και αρκετοί άλλοι, με έζησαν καθ’ όλη τη διάρκεια αυτής της σχέσης. Ο ένας μπορεί να έχει τη μία άποψη, ο άλλος μια άλλη. Όλοι μου έδωσαν συμβουλές για τα πάντα, και δεν μπορώ να εκφράσω το πόσο ευγνώμον είμαι που υπάρχουν άνθρωποι στη ζωή μου οι οποίοι με νοιάζονται πραγματικά, και θέλουν το καλό μου. Προσπάθησα και προσπαθώ ακόμα να τους βγάζω ασπροπρόσωπους, ακούω, σέβομαι, κατανοώ και εκτιμώ απεριόριστα την κάθε μία συμβουλή που μου δίνουν, αλλά στο τέλος της ημέρας, είσαι εσύ και ο εαυτός σου που θα πρέπει να αποφασίσετε τι θα πράξεις. Η μαμά, οι γονείς, οι φίλοι, είναι εκεί για να σε στηρίζουν πάντα σε ό,τι κι αν αποφασίσεις να κάνεις, αλλά η τελική επιλογή είναι στο χέρι σου. Χωρίς τη μαμά και τους φίλους μου, δεν θα ήμουν αυτός που είμαι τώρα, και δεν θα έγραφα αυτά που γράφω τώρα. Να τονιστεί και να ξεκαθαριστεί αυτό.

Να το κλείνουμε σιγά-σιγά; Διανύουμε τις τελευταίες ώρες του 2016. Την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές, η ώρα είναι 7:21. Είναι Σάββατο, 31 Δεκεμβρίου. Είμαι ξαπλωμένος, με το λάπτοπ στα γόνατα, ακούγοντας Slowdive εδώ και αρκετή ώρα. Έξω βρέχει. Βρέχει πολύ. Έχει μόλις ξημερώσει. Σε λίγες ώρες το 2016 θα αποτελεί παρελθόν. Σε λίγες ώρες, θα ακουστεί το «Καλή Χρονιά», και θα κοιτάξω ψηλά στον ουρανό να δω τα πυροτεχνήματα. Μια πρόφαση είναι αυτή. Τα αστέρια θέλω να κοιτάξω, για να σε βρω. Τι διάολο, κάπου εκεί δε θα είσαι; Ξέρεις τι λένε… Τουλάχιστον κοιτάζουμε τον ίδιο ουρανό, μικρή μου.

Σε αφήνω να βρεις την ηρεμία σου. Την ηρεμία που εγώ σου στέρησα. Μια μέρα θα γυρίσω και θα σε ξανακερδίσω. Να το θυμάσαι. Απλά δεν έχει έρθει ακόμα η κατάλληλη στιγμή για να σε διεκδικήσω. Ξέρω πότε να σταματάω, και πότε να ξεκινάω. Όταν κλείσουμε όλες μας τις εκκρεμότητες, όταν τα πράγματα μπουν σε μία τάξη στο μυαλό και στις ζωές μας, όταν καταλάβω ότι κατάλαβες τι είσαι για μένα και όταν καταλάβω ότι εκεί που είσαι έχεις μπουχτίσει, τότε θα έρθω για σένα.

Πόσο θα ήθελα να είμαι ο πρώτος που θα σου ευχηθεί για τη νέα χρονιά… Όπως πέρσι, λίγα μόνο δευτερόλεπτα μετά την αλλαγή του χρόνου. «Καλή χρονιά, μικρή μου», σου είχα πει από το τηλέφωνο, και είχα προλάβει όλους τους άλλους. Φέτος όμως, ξέρω ότι τα πράγματα είναι διαφορετικά. Φέτος, ξέρω ότι δεν θα μπορέσω να σου ευχηθώ πρώτος.

Ας μείνουμε στα τυπικά, λοιπόν. Καλή χρονιά να έχεις, με υγεία, αγάπη και ευτυχία. Εύχομαι να εκπληρώσεις όλα όσα επιθυμείς, να χαίρεσαι τους δικούς σου, και να σε χαίρονται κι αυτοί. Και μιας και τους έχω γνωρίσει κιόλας, έχω να πω ότι είναι υπέροχοι άνθρωποι, και πρέπει να είναι περήφανοι για ένα τέτοιο κορίτσι σαν κι εσένα.

Ίσως, όταν ξαναϊδωθούμε, να μην ξέρει πια καθόλου ο ένας τον άλλον, έτσι που, επιτέλους, να μπορέσουμε να γνωριστούμε. Και τότε όλα τα βράδια, κι όλα τα τραγούδια, θα ‘ναι δικά μας.

Να προσέχεις.

* Καθώς έψαχνα να βρω με ποιο τραγούδι να κλείσω το κείμενο, το μυαλό μου πήγε κατευθείαν σε αυτήν εδώ την ομορφιά. Slowdive, Shoegaze/Dream-pop. Το σουγκέιζινγκ (shoegazing), είναι ένα ένα μουσικό στυλ που εμφανίστηκε στο Ηνωμένο Βασίλειο στα τέλη της δεκαετίας του ’80. Το όνομα επινοήθηκε από το New Musical Expess (NME), που σημείωσε την τάση των κιθαριστών των συγκροτημάτων να κοιτάζουν τα πόδια τους ( ή τα πεντάλ ), φαινομενικά σε βαθειά συγκέντρωση, ενώ παίζουν. Θυμάσαι την λατρεία μου για αυτές τις μουσικές; Θυμάσαι την λατρεία μου να στις μαθαίνω κι εσένα;

Το ‘Crazy For You’ είναι το δεύτερο τραγούδι στο τρίτο (και τελευταίο – ως τώρα) άλμπουμ των Slowdive, με τίτλο ‘Pygmalion’. Κυκλοφόρησε στις 6 Φεβρουαρίου 1995 (τη χρονιά που γεννήθηκα), και είναι ένα από τα αγαπημένα μου shoegaze τραγούδια. Με ταξιδεύει όσο λίγα.

Κάτι συνεχίζει να λείπει.
Κάποιος.
Κάτι.
Ο εαυτός μου.
Εσύ.
Εξαφανίζομαι.
Κάτι συνεχίζει να λείπει.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s