I Daniel Blake | Ιωάννα Κούκη

Tέλη Νοέμβρη παρουσιάσαμε στην Πάστα Φλώρα την ταινία Εγώ, ο Ντάνιελ Μπλέικ. Σχεδόν ένα μήνα μετά και ύστερα από αρκετές ενδιάμεσες προβολές, αναρωτιόμαστε ακόμα: Τι είναι αυτό που κάνει τον Kevin Loach κινηματογραφικά άριστο, ώστε να μαζεύει από παντού βραβεία (Oscar, Χρυσός Φοίνικας) διατηρώντας, ωστόσο, εδώ και χρόνια το ίδιο κινηματογραφικό στυλ; Γιατί κατάφερε για δεύτερη φορά μέσα σε δέκα χρόνια να κερδίσει την ανώτατη διάκριση από το Φεστιβάλ των Καννών, την ίδια στιγμή που τη διεκδικούσε ένας ανανεωμένος Almodóvar (Julieta), ένας ακόμα πιο τολμηρός Dolan (Juste la fin du monde), ένας θρυλικός πλεόν Park Chan-Wook με το αναμενόμενο come back του (The Handmaiden);

 

 

Θα τολμήσω να αποστασιοποιηθώ από τους σεβαστούς κριτές, τόσο ώστε να διατηρήσω ανέπαφη την προσωπική μου προτίμηση για την ταινία Juste la fin du monde, του Xavier Dolan ως καλύτερη του φεστιβάλ, αλλά και τόσο ώστε να κατανοήσω πιο βαθιά την απόδοση του Χρυσού Φοίνικα 2016 στην ταινία I, Daniel Blake.

 

gsd.jpg

 

Ο Daniel Blake (Dave Johns) ζει στο έντονα αστικό Newcastle της εποχής μας. Αναρρώνοντας από μια καρδιακή προσβολή, ακολουθεί τις εντολές των γιατρών και σταματά τη δουλειά του ως ξυλουργός, εφησυχασμένος, εντούτοις,  για το βιώσιμο της ζωής του: το βρετανικό κράτος εξασφαλίζει οικονομική υποστήριξη σε όσους κρίνονται (από την κρατική υγειονομική υπηρεσία και όχι από το νοσοκομείο περίθαλψης) ανεπαρκείς για εργασία. Στο σημείο της κρατικής παρέμβασης ξεκινά η ταινία, με το παράδοξο συνεπακόλουθο της άρνησης των οικονομικών παροχών στον Daniel. Μέσα σε ένα κλίμα σύγχυσης και μη κατανόησης, προσπαθεί να μιλήσει με τους υπεύθυνους των κοινωνικών υπηρεσιών για να καταγγείλει το λάθος της γνωμάτευσης και να διεκδικήσει την οικονομική υποστήριξη.

Γραφειοκρατικός γολγοθάς: από την κοινωνική ασφάλιση στέλνεται στο κέντρο ανεργίας, από εκεί στις σελίδες του Διαδικτύου και πάλι πίσω στο κέντρο, στην ασφάλιση, στο νοσοκομείο… Αυτό που στην αρχή φαντάζει απλό, η διόρθωση δηλαδή της κρατικής γνωμάτευσης για την καρδιακή του ανέπαρκεια, παίρνει εν τέλει διαστάσεις προσωπικής πάλης κόντρα στο κοινωνικό σύστημα που κρατά ερμητικά κλειστές τις πόρτες του σε κάθε προσπάθεια άμεσης λύσης. Κεκλεισμένων των κοινωνικών θυρών, ο Daniel αντιμετωπίζει έντονο βιοποριστικό πρόβλημα, με απλές και ωμές λέξεις: πεινά, κρυώνει, απομονώνεται.

Μέσα στο πλήθος που περιμένει στις ατελείωτες ουρές (ουρές στα κέντρα ανεργίας, ουρές στα κοινωνικά super market, ουρές στον τηλεφωνητή του κέντρου ασφαλίσεων, ουρές…), αναδύεται η Katie (Hayley Squires), μητέρα, νέα, άνεργη, μόνη και κυρίως … πεινασμένη.

 

egw

 

Οι ιστορίες του Daniel και της Katie συγκλίνουν στην απόδοση της κοινωνικής αδικίας: η λανθασμένη γνωμάτευση που στερεί στον Daniel τα προς το ζην συναντά το αργοπορημένο λεωφορείο της Katie που την αποκλείει από το ταμείο ανεργίας, με την ετυμηγορία ότι δεν ήταν στην ώρα της για να επειδείξει την κάρτα της και να εξασφαλίσει τα λεφτά του μήνα. Παρ’όλα αυτά, δεν πρόκειται για μια απλή, ταυτόχρονη εμφάνιση του Daniel σε θηλυκή version. H συμμετοχή της νέας γυναίκας, στα πρόθυρα  κυριολεκτικά της κοινωνικής περιθωριοποίησης, δίνει στην πλοκή μια πολυπρισματική οπτική γωνία, μια ακόμα έδρα στο πολύεδρο γεωμετρικό σχήμα της κοινωνικής πραγματικότητας. Ο Daniel ξεπουλά τα υπάρχοντά του, η Katie ξεπουλά το κορμί της και ο αγώνας τους για επιβίωση συνεχίζεται…

 

Και στο τέλος της ιστορίας έρχεται ο Χρυσός Φοίνικας.

Δεν είναι το μοντάζ, η γωνία λήψης ή τα χρώματα. Το βραβείο δεν ήρθε για να αναδείξει την ικανότητα του Kevin Loach στις τεχνικές λήψης και γυρίσματος. Αλλά ούτε και τη δυνατή αφηγηματική ιστορία ή την έντονη πλοκή που ξεχειλίζει με suspense μέχρι και την τελευταία σκηνή της ταινίας. Όλα αυτά φαίνονται λίγα και πενιχρά μπροστά στις κοινωνικές διαστάσεις της ταινίας. Κοινώς, το βραβείο αυτό ξεπερνά τον ιστορικό διχασμό  στην κριτική της έβδομης τέχνης: τεχνική ή ιστορία, τον ξεπερνά και γίνεται βραβείο κοινωνικό και πολιτικό.

 

rew

(AFP Photo/Loic Venance)

Άλλωστε, ο Βρετανός σκηνοθέτης έχει ξεκάθαρη ιδεολογική και πολιτική ταυτότητα, η οποία διαπερνά τις ταινίες του (Land and freedom, Just a kiss) και τους δίνει το κατάλληλο πλαίσιο συγκρότησης · χωρίς αυτό, τα έργα του θα ήταν μια ακόμα καταχώρηση στην κατηγορία ‘κοινωνικές/δράμα’. Καθορισμένο, λοιπόν, στυλ  και σταθερή πορεία, χωρίς εκκωφαντικές αλλαγές. Απουσία εξέλιξης; θα ανέτειναν κάποιοι! Κι όμως… αν τον θαυμάσαμε για την εξαίρετη μίξη σκηνικού, φωτογραφιών, μουσικής και ιστορικής αναγέννησης της Ιρλανδίας των αρχών του 20ου αιώνα στην ταινία Ο Άνεμος χορεύει το κριθάρι (The wind that shakes the barley), που του χάρισε τον πρώτο Χρυσό Φοίνικα το 2006, στο I, Daniel Blake, τον θαυμάζουμε για τον κινηματογραφικό ρεαλισμό με τον οποίο ορθώνει το κατηγορώ του απέναντι στην ερμητικότητα και την αδικία του σύγχρονου βρετανικού συστήματος πρόνοιας. Η εξέλιξη, επομένως, υπάρχει και πραγματώνεται, κατά μήκος, όμως, ενός σταθερού άξονα που διέπει το έργο του σκηνοθέτη.

 

fs

 

Ναι, ο Κevin Loach κάνει πολιτικό κινηματογράφο, αλλά προσοχή! Ανανεωτικά πολιτικό και όχι στείρα πολιτικοποιημένο κινηματογράφο, υπάρχει διαφορά. Σε αυτή τη διαφορά έγκειται, ίσως, η επιλογή των κριτών του Φεστιβάλ για τη βράβευση της νέας του ταινίας. Ο Daniel Blake θα σε χτυπήσει κατευθείαν στη φλέβα της κοινωνικής σου ταυτότητας, ανεξάρτητα από τις πολιτικές σου πεποιθήσεις. Η Katie θα σε κάνει να πάρεις στάση έκπληξης και να βάλεις το χέρι μπροστά στο αποχαυνωμένο σου στόμα, όταν θα τη δεις να τρώει ξεδιάντροπα από την κονσέρβα, αφού πέρασε μέρες νηστική. Θα σε κάνει να θέλεις να ουρλιάξεις από αγανάκτηση όταν συνειδητοποιήσεις ότι εκδίδεται για να αγοράσει καινούργια παπούτσια στην κόρη της. Το τέλος της ταινίας θα σε προτρέψει να δώσεις μια βοήθεια στον πρώτο άστεγο που θα δεις έξω από τον κινηματογράφο, είτε ψηφίζεις υπέρ ενός συστήματος που θα τον περιθάλψει είτε όχι. Σε τελική ανάλυση, ολόκληρη η ταινία θα σε ωθήσει να ξανασκεφτείς την κοινωνική σου θέση, όσο γυρίζεις σπίτι σου και ίσως σου γεννήσει νέα ερωτήματα πριν κοιμηθείς. Με τον τρόπο αυτό, ο Loach επιτυγχάνει τον σκοπό του ως σύγχρονος καλλιτέχνης εν έτη 2016, αισθητική απόλαυση -ένα- και κοινωνικός περισυλλογισμός -δύο-.

Ο πολιτικός κινηματογράφος δεν αποτελεί πλέον ταμπού, αντιθέτως βραβεύεται με μια από τις πιο τιμητικές διακρίσεις. Σπάζοντας τη συνέχεια των αισθητικών θεωριών («τεχνική ή ιστορία;»), ένα ακόμα στοιχείο προστίθεται στη λίστα των προδιαγραφών βράβευσης: η κοινωνική διάσταση. Προ εικοσαετίας, μια τέτοια προδιαγραφή βρισκόταν ακόμα κάτω από την χρωματιστή ομπρέλα της λεγόμενης «εναλλακτικότητας». Σήμερα, αποτελεί επιταγή.

 

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s