Το θαύμα των Χριστουγέννων | Ελλάδα Κράλλη

Κόντευαν Χριστούγεννα. Παντού στολισμένα σπίτια και δρόμοι. Οι περισσότεροι είχαν στολίσει τα σπίτια τους. Οι άνθρωποι ήταν στο κλίμα των ημερών. Άραγε τι χαρά προσφέρουν αυτές οι μέρες; Έχω ακούσει ότι πολλοί κυλιούνται στα μονοπάτια της μελαγχολίας. Γιατί όμως αυτός ο βασανισμός της ψυχής σε ένα τόσο όμορφο γιορτινό περιβάλλον; Η απορία μου λύθηκε μετά από χρόνια όταν έβλεπα την μητέρα μου κάθε χρόνο τέτοιες μέρες να είναι με μια διάθεση άσχημη. Έλεγε πάντα ότι δεν μπορεί αυτές τις μέρες, διότι θυμάται πόνο, στενοχώρια και αγωνία. Συναισθήματα που θέλει να ξεπεράσει, να ξεχάσει, κάπου να τα ακουμπήσει να τα πάρει ο άνεμος μακριά.

12 Δεκεμβρίου 1994. Γιόρταζε η μητέρα μου. Είχε καλέσει κόσμο για να την τιμήσουν για την ημέρα της εορτής της. Παντού είχαμε στολίδια. Θυμάμαι και το δεντράκι που είχε δίπλα φουσκωτά ελαφάκια και έναν Άγιο Βασίλη. Ήταν τόσο χαρούμενη για εκείνη τη μέρα. Με ένα δικό μου όμως αθώο λάθος εκείνη η μέρα χαράχτηκε στη μνήμη μας ως μια ανοιχτή πληγή.

Λίγες ώρες πριν ξεκινήσουν οι πρώτοι καλεσμένοι να έρχονται είχα κατέβει με τον μεγάλο μου αδελφό κάνοντας σκανταλιές στη γειτονιά. Παίρναμε νεράντζια και τα πετούσαμε στην λεωφόρο και κάθε φορά που ένα αμάξι πατούσε ένα γελούσαμε. Θα σκεφτεί κάποιος νέος σήμερα ότι αυτό δεν θα τους φαινόταν αστείο, μα έζησα άλλες εποχές αθωότητας που δυστυχώς σήμερα τείνει να εξαφανιστεί. Δεν άργησε να γίνει το μοιραίο. Έριξα ένα νεράντζι και επειδή δεν το είχε πατήσει κανένα αυτοκίνητο θέλησα να το πιάσω. Δεν υπολόγισα ούτε ότι θα περνούσε αυτοκίνητο ούτε ότι είναι επικίνδυνο να περάσω απέναντι. Το μόνο που θυμάμαι εγώ είναι να πηγαίνω χαρούμενη να πιάσω το νεράντζι, τα άλλα μου τα είπαν σταδιακά.

Από περιγραφές της οικογένειας μου, φίλων, γνωστών, γειτόνων ήταν φωνές να ακούγονται, κάποια πράγματά μου όπως τα γυαλιά μου είχαν πεταχτεί, αίμα να υπάρχει από το κεφάλι μου, η μάνα μου να έχει συγχυστεί και ο αδελφός μου να κλαίει από τύψεις. Ήμουν σε κώμα στην εντατική μια βδομάδα. Οι γιατροί έλεγαν στους γονείς μου ότι έκαναν ότι καλύτερο και ότι αν σωθώ θα είναι θαύμα. Το άσχημο της υπόθεσης ήταν εκείνα τα λεγόμενα κοράκια που ζητούν όργανα. Πόσο θα πονούσε η μητέρα μου από αγωνία που από τη μια βρισκόμουν σε κωματώδη κατάσταση δίχως να ξέρει αν θα ζήσω ή θα πεθάνω και από την άλλη να έχει εκείνους να την ρωτούν αν θα ήθελε να δωρίσει τα όργανα μου. Αν είσαι γονιός βρίσκεις τη δύναμη τελικά και αντέχεις. Ο πατέρας μου που τις περισσότερες φορές δεν δείχνει συναισθήματα τότε πήγε μέχρι το νεκροταφείο και ζητούσε βοήθεια πάνω από τον τάφο της μητέρας του με δάκρυα στα μάτια. Μου είχε πει όταν έφευγε ότι τον είχε πλημμυρίσει μια ηρεμία μέσα του. Μπορεί να ήταν σημάδι.

Μετά από μια βδομάδα άνοιξα τα μάτια μου και πάλι και η πρώτη λέξη που είπα ήταν «μπαμπά». Ο παππούς μου είχε ψάξει τον καλύτερο νευροχειρούργο της Αθήνας για να κάνει κι εκείνος την διάγνωσή του μιας και οι περισσότεροι έλεγαν ή ότι θα πεθάνω ή αν συνέλθω θα είμαι φυτό. Εκείνος όμως είχε διαγνώσει πως αν καταφέρω να ξυπνήσω από το κώμα ότι θα είμαι σαν μωρό στο μυαλό και σταδιακά θα επανέλθω στην ηλικία που βρισκόμουν, στα οχτώ μου χρόνια τότε. Και πραγματικά εκείνο που διαγνώστηκε συνέβη. Ήμουν σαν μωρό με τις πάνες στην αρχή και μιλούσα παιδικά, αλλά δεν κράτησε πολύ αυτό διότι ευτυχώς η επανεκκίνηση του εαυτού μου με έφερε στην ηλικία που έπρεπε.

Θυμάμαι την οικογένεια μου να με φροντίζει και κυρίως τη μητέρα μου. Τα αδέλφια μου να τριγυρνούν με μικρά ηλεκτρονικά παιχνίδια και να χαίρονται. Οι γιαγιάδες να μου δείχνουν διαφορετική φροντίδα η καθεμία. Συγγενείς που έβλεπα στα πρόσωπα τους την λύπη, μα και μια αίσθηση χαράς ταυτόχρονα στα βλέμματά τους. Η αγαπημένη μου δασκάλα τότε που έφερε όλους μου τους συμμαθητές κάνοντάς μου ένα πολύ όμορφο δώρο για τα Χριστούγεννα. Γενικώς είδα αγάπη πολύ από τον κόσμο. Ήταν όμως τόσος ο καιρός εκεί που τις γιορτινές μέρες τις πέρασα μέσα στο νοσκομείο. Μου είχαν φέρει έναν τεράστιο αρκούδα που ήταν δώρο από την τράπεζα που δούλευε ο πατέρας μου. Εγώ τον δώρισα σε ένα κοριτσάκι που είχε όγκο στον εγκέφαλο. Ήθελα να δώσω χαρά σε εκείνο το κοριτσάκι. Όμως χρειαζόταν πολύ δουλειά και αντοχή για να μάθω να στηρίζομαι στα πόδια μου, διότι μπορεί να γύρισα πάλι πίσω στην ζωή, αλλά η αριστερή μου πλευρά ήταν ανάπηρη. Έπρεπε να παλέψω, να προσπαθήσω με κάθε τρόπο. Μου έκαναν φυσικοθεραπεία κάθε μέρα. Σιγά-σιγά περπάτησα και ξανά κίνησα το χέρι μου.

Θυμάμαι μετά από έναν μήνα και κάτι το ζεστό συναίσθημα της επιστροφής μου σπίτι. Να ακούω από διαφόρων τα στόματα «σιδερένια» και τα μάτια τους να φωτίζονται από ευτυχία. Ένιωθα πλέον ότι γύρισα σπίτι μου μετά από τόση προσπάθεια. Βέβαια χρειαζόμουν επίβλεψη κάθε τόσο, μα δεν με ενοχλούσε καθόλου. Εκείνο που με είχε πειράξει ήταν η αντίδραση των συμμαθητών μου αργότερα λέγοντας μου για το δώρο που είχαν μαζέψει όλοι για να μου πάρουν και κοροϊδίες για το ατύχημα. Είναι αυτό που λέμε ότι κάνεις καλό και μετά το κοπανάς. Με τα μάτια ενός παιδιού όμως αυτό δείχνει μεγαλειώδες και πληγώνεται πολύ. Έμαθα όμως να μην ακούω τις κακίες του κόσμου και να προχωρώ μπροστά.

Υπήρξαν λίγα πράγματα που θυμάμαι χαρακτηριστικά από εκείνες τις μέρες. Ένα από αυτά ήταν ένα σωληνάκι που ήθελαν να μου βάλουν στην καρδιά και με είχε πιάσει κρίση πανικού, αλλά πήγαν όλα καλά στο τέλος. Η πρώτη φράση που είχα πει στη μητέρα μου ότι θα ήθελα μια αδελφούλα και κάτι άλλο που το είχα ξεχάσει μα μου το θύμισε η μητέρα μου μετά από χρόνια και μου είχε λύσει όλες μου τις απορίες. Πριν το γράψω αυτό θα ήθελα να μοιραστώ την εμπειρία μου τον καιρό μετά το ατύχημα όταν με το καλό ήμουν σπίτι μου και η ζωή μου κυλούσε κανονικά. Είχαν υπάρξει φορές που ενώ καθόμουν στον καναπέ ή στο δωμάτιό μου ή στη κουζίνα που έβλεπα ένα όραμα. Έβλεπε φωτισμένα σύννεφα και αριστερά μου και δεξιά μου θρόνους με φωτισμένα πλάσματα και στο κεντρικό μέρος στο βάθος υπήρχε το πιο λαμπερό φως. Τότε είχα τρομάξει εφόσον ήμουν παιδάκι και δεν μπορούσα να δώσω μια εξήγηση. Όταν το είχα πει στη μητέρα μου είχε πει ότι ο Θεός με έχει κοντά του και με ευλογεί από εκεί ψηλά. Με καθησύχασε αυτό επειδή νόμιζα ότι θα πεθάνω.

Έφτασα δεκατεσσάρων χρονών για να μου πει η μητέρα μου αυτό που της είχα πει στο νοσοκομείο τις πρώτες μέρες που είχα ξυπνήσει. Της είχα πει ότι είδα όνειρο να πηγαίνω ψηλά στο φως και εκείνο μου μίλησε. Μου είπε : «Μείνε στη Γη να ζήσεις». Τότε είναι που τα έβαλα όλα σε μια σειρά το ‘’όνειρο’’ και μετά το όραμα. Δεν ήταν όνειρο όμως, αλλά η ψυχή μου που ήταν έτοιμη να φύγει.

Από τότε μέχρι και σήμερα πάντα όταν φτάνει η ημερομηνία 12/12 πάω στην εκκλησία. Ένα τάμα για να ευχαριστήσω τον Θεό και τον Άγιο Σπυρίδωνα για το θαύμα τους. Εύχομαι η μητέρα μου να μην δακρύσει άλλο για τα άσχημα γεγονότα που την έχουν πονέσει τόσο και να βλέπει τα Χριστούγεννα με θαλπωρή και όμορφες μελλοντικές στιγμές που είναι να έρθουν.

Μη λυπάστε τέτοιες μέρες. Διαδώστε αγάπη και ελπίδα. Παντού υπάρχουν θαύματα είτε μικρά είτε μεγάλα. Πιστέψτε σε αυτά και θα δείτε θα πραγματοποιηθούν. Αυτό που διαβάσατε δεν ήταν μια φανταστική ιστορία, αλλά εγώ που επέζησα μέσα από το σκοτάδι έχοντας θέληση να σκορπίσω την αγάπη μου στον κόσμο ακόμα και αν φαίνεται τόσο δύσκολο αυτό, μα τίποτα δεν είναι ακατόρθωτο.

Σκορπίστε αγάπη και όνειρα μέσα στην ψυχή και στην καρδιά σας!!!

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s