Καρδιά από ύφασμα | Μιλένα Βλασσοπούλου

Αποπνικτικό σκοτάδι έσπαγε το παράθυρο του σπιτιού και στο δωμάτιο τρεμόπαιζε μόνο η σκιά μιας μικρόσωμης φιγούρας ξαπλωμένης στο πάτωμα. Ήταν το σώμα ενός κοριτσιού που είχε βρει καταφύγιο εκεί.

Τρύπωσε μέσα από μια σπασμένη πόρτα και ανέβηκε στη σοφίτα για να περάσει τη νύχτα. Αδύνατον να θυμηθεί πως είχε φτάσει στο άδειο αυτό σπίτι. Στα παιδικά της μάτια φαινόταν ένα γεμάτο και ζωντανό καταφύγιο. Άκουγε τις φωνές και τα γέλια μιας ευτυχισμένης οικογένειας που προσπαθούσε να προσπεράσει τις δυσκολίες της καθημερινότητας.

Της ήταν οικείο το κρύο που περνούσε από τις σχισμές των παραθύρων. Κούνησε για λίγο το κεφάλι της και στο μυαλό της ήρθαν εικόνες από ένα σβησμένο τζάκι και μια αντρική φιγούρα. Είχε ανήσυχο ύπνο, στο μυαλό της τριγυρνούσαν λέξεις από το τελευταίο αντίο του πατέρα της. Ήταν άρρωστος.

Μέρα με τη μέρα έλιωνε η μορφή του στον καθρέφτη και το κοριτσάκι μισούσε τον εαυτό του γιατί ένιωθε ανήμπορο μπροστά στον πυρετό. Η κίνηση της λάμπας στο δωμάτιο ήταν το μόνο πράγμα που την έκανε να νιώθει οικεία. Της θύμιζε τη μητέρα της και πως της μάθαινε τη νοηματική γλώσσα. Με νοήματα και με ένα πλατύ χαμόγελο έδειχνε στην δίδυμη αδερφή της τον κόσμο.

Σκούπισε τα δάκρυα της και σύρθηκε προς τη φλόγα. Την αγκάλιασε και αποκοιμήθηκε. Σε λίγη ώρα θα ξημέρωνε και έτσι το κορίτσι θα έψαχνε για τις απαντήσεις που έγδερναν το μυαλό της. Το πρωί έφτασε και το δωμάτιο φωτίστηκε μέχρι και την πιο απόμερη γωνιά. Το κορίτσι άπλωσε το χέρι του και ένιωσε στα δάχτυλα του το εξώφυλλο ενός βιβλίου. Ήταν το ημερολόγιο που συμπλήρωνε ο πατέρας της λίγο πριν φύγει.

Το μονάκριβο του κοριτσάκι κληρονόμησε ένα κόκκινο καρό καπέλο, ένα παντελόνι και τιράντες. Αυτή ήταν η περιουσία που είχε να της προσφέρει, καθώς όλες τους οι οικονομίες είχαν δοθεί για τις θεραπείες. Εκτός από τα ρούχα όμως κληρονόμησε το βάρος του πένθους και της οικογένειας. Ακόμα όμως η μνήμη της μικρής ήταν εξασθενημένη όπως και η ίδια. Το πρόσωπο και το σώμα της αποστεωμένα λόγω της απουσίας της από τη λογική.

Είχε σοκαριστεί από τη φυγή του πατέρα της. Έφυγε και το μόνο αντίο ήταν σε μια κόλλα χαρτί.

Δεν άντεχε να αντικρίζει τη συμπόνια στα πρόσωπα των αγαπημένων του κοριτσιών και της γυναίκας που αγάπησε πάνω από τον εαυτό του. Έκανε μια ηρωική έξοδο, όπως εκείνος επέλεξε. Ξεγέλασε το θάνατο. Έτσι έγραφε στο ημερολόγιο.

Με λίγη προσπάθεια κατάφερε να ξεχωρίσει το όνομα της μέσα από τα λόγια του πατέρα της. «Άννα με λένε λοιπόν», σκέφτηκε.

«Άννα μεγάλωσες πια, πρέπει να επιβιώσεις, να σταθείς στα πόδια σου». Μάζεψε τα μαλλιά της, φόρεσε το πουκάμισο και τα υπόλοιπα ρούχα του πατέρα της και ένιωσε για μια στιγμή το θάρρος του. Είχε υποχρέωση προς τον εαυτό της πάνω απ΄ όλα να επιβιώσει.

Έτσι την είχε διδάξει η μητέρα της. Έτσι δίδασκε και τη δίδυμη αδερφή της. Έπρεπε να έχει τη δύναμη ακόμα κι αν γλιστρούσε από τα χέρια της μητέρας της, ακόμα κι αν χανόταν στο πλήθος και δεν είχε φωνή να ουρλιάξει, έπρεπε να επιβιώσει. Σιγά σιγά άρχισε να θυμάται πως ο λόγος της απόδρασης της ήταν η υπερβολική πίεση που ένιωσε όταν κατάλαβε πως δεν πρόλαβε να αποχαιρετήσει τον πατέρα της όπως εκείνη ήθελε. Κοίταξε φευγαλέα τα ρούχα πάνω της και τρόμαξε με την εικόνα της. Ήταν τόσο αδύνατη και αδύναμη. Έψαξε γρήγορα τα ντουλάπια του σπιτιού και εκμεταλλεύτηκε τη φιλοξενία του ανοίγοντας δύο κονσέρβες που βρήκε εκεί. Έφαγε με αηδία δυο μπουκιές ξερά φασόλια μα ήταν η μόνη της ελπίδα για επιβίωση.

Έξω στο δρόμο η θερμοκρασία ήταν κάτω από το μηδέν και ο ουρανός ετοίμασε τη πρώτη φουρνιά χιονιού. Κάρφωσε τα μάτια της στο τζάμι και θυμήθηκε τις τρυφερές στιγμές της οικογένειας. Έκλεισε τα μάτια και έφερε στο νου της τη φιγούρα της μητέρας της καθώς ενθουσιαζόταν με το λευκό χιόνι.

Ένιωθε γαλήνη με το ‘άσπρο τοπίο και όταν ήθελαν να ξαναζήσουν έστω και ψεύτικα την ομορφιά του χιονιού, πέταγαν στον αέρα βαμβάκι και παγωμένες σταγόνες νερού. Άνοιξε τη πόρτα του σπιτιού, βγήκε στην αυλή και έφτιαξε έναν χιονάνθρωπο φορώντας στους ώμους μια κουβέρτα που πήρε μαζί της.

Σχημάτισε μια καρδιά στον κορμό του χιονάνθρωπου και την ένωσε με τον σελιδοδείκτη που βρήκε στο ημερολόγιο. Ήταν σαν ήθελε να παγώσει το χρόνο πριν το αντίο που δεν πρόλαβε να πει. Αυτή η παρέα από πάγο την ικανοποίησε τόσο που αποκοιμήθηκε στο σχηματισμένο αγγελάκι που είχε φτιάξει με το σώμα της. Αποκοιμήθηκε για άλλη μια φορά με την ανάμνηση της αδερφής της.

Έκλεισε τα μάτια και φαντάστηκε πως με τα χέρια της έλεγε «Σ΄ αγαπώ»…

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s