Πέρασαν δύο χρόνια | Τάσος Ζαννής

Είναι κάπως… περίεργη και συνάμα ιδιαίτερη η πρώτη μου άμεση επαφή με την Πάστα Φλώρα. Τόσο καιρό ήμουν ένας απλός παρατηρητής. Τώρα όμως, ήρθε η στιγμή να βουτήξω στον απύθμενο ωκεανό της ατέρμονης σκέψης μου, να σμπαραλιάσω κάθε πτυχή της λογικής και του μυαλού μου, να αφεθώ στην καρδιά, στην Αγάπη, στο μεγαλείο και την αγνότητα αυτού του συναισθήματος, να πάρω μια μπογιά και να βάψω τα όνειρά μου στο χρώμα που λατρεύεις, να γράψω τους αγαπημένους σου στίχους στον τοίχο της γειτονιάς σου, ώστε κάθε μέρα να ξυπνάς με ένα γλυκό χαμόγελο στο πρόσωπό σου.

Τώρα ήρθε η στιγμή να αφήσω τον εαυτό μου ελεύθερο, να κάνει ό,τι αυτός θέλει, να πάει όπου αυτός επιθυμεί, να αγαπήσει, να πονέσει. Μα τι γίνεται, τι μου συμβαίνει; «Ο νους μου πάλι ξενυχτά, εσένα συλλογιέται, μόνη κι απόψε είν’ η καρδιά, και δεν παρηγοριέται», τραγουδάει ο Γιάννης. Το κρεβάτι μοιάζει αδειανό. Το δωμάτιο μοιάζει αδειανό. Για ακόμα ένα βράδυ, δεν μπορώ να κοιμηθώ. Είναι που συνήθισα το μαζί σου, γαμώτο. Είναι που συνήθισα το μαζί σου.

Το γραφείο, γεμάτο από έγγραφα και σημειώσεις. Για τη σχολή, για τη ζωή, για σένα. Η μαυροδάφνη, εκεί, έχει αποκτήσει τη δική της θέση. Δίπλα, ένα τασάκι, με κάμποσα αποτσίγαρα μέσα. Ετοιμάζεται άλλο ένα. Τελείωσε κι αυτό το πακέτο. Κάπου εκεί ανάμεσα, ξεπροβάλλει το αρκουδάκι που είχες πάρει τότε. Τότε. Το έχω ποτίσει με το γαμημένα θεσπέσιο άρωμά σου, που κι αυτό μου είχες δώσει τότε. Τότε. Παίρνω μια-δυο τζούρες πότε-πότε, για να συνεχίσω. Ίσως να μην μπορέσεις ποτέ να καταλάβεις πόσο πολύ με τρελαίνει η μυρωδιά του. Ίσως, πάλι, κι εγώ να μην μπορέσω να στο εξηγήσω. Με λόγια.

Πάλι ξέφυγα. Μα τι μου συμβαίνει; Γιατί είμαι εδώ; Γιατί τρέμει η καρδιά μου καθώς γράφω αυτές τις γραμμές; Γιατί δεν κοιμάμαι; Γιατί δεν μπορώ να κοιμηθώ; Ποιος είναι ο λόγος που γράφω σήμερα για σένα; Τι είναι σήμερα; Γιορτάζουμε κάτι;

Κοιτάζω το ημερολόγιο. 14 Νοεμβρίου του 2016. Εδώ είμαστε. Κάτι μου κάνει αυτή η ημερομηνία. Κάτι έχει ο αριθμός 14. Μια διττή αναφορά. Μια στιγμή, μια γνωριμία, ένα βλέμμα, ένα φιλί, ένα τραγούδι.

Πάνε δύο χρόνια από τότε που γνωριστήκαμε. 14 Νοεμβρίου του 2014, ημέρα Παρασκευή. Πέρασε ο καιρός. Θυμάσαι; Δε μπορεί, δε γίνεται να μη θυμάσαι. Η ανυπομονησία μας,  τα τραγούδια στα countdown, τα οποία ήταν τόσο προσεκτικά επιλεγμένα ώστε να εκφράζουν αυτό που ακριβώς θέλαμε, το «Seven Minutes In Heaven» που είχες πει για το Light My Fire (που αργότερα θα γινόταν ένα από τα αγαπημένα μου τραγούδια), το «Should you name them butterflies?» που είχα πει για τους ξαφνικούς κόμπους στο στομάχι σου. Είναι τόσα πολλά. Τα θυμάμαι όλα σαν χτες. Όπως θυμάμαι και τις συζητήσεις επί συζητήσεων που κάναμε βδομάδες ολόκληρες πριν, για τη στιγμή που θα βρισκόμασταν από κοντά. Πώς θα ήταν, πώς θα νιώθαμε. Ψάχναμε ακόμα και τραγούδι για την περίσταση. Αλλά όχι οποιοδήποτε τραγούδι. Ψάχναμε καιρό για κάτι πολύ ιδιαίτερο, κάτι που να έχει ένα ξεχωριστό στοιχείο μέσα του.

Οι μέρες περνούσαν βασανιστικά, και δεν βλέπαμε την ώρα για εκείνη τη στιγμή. Οι (ψυχολογικές) ετοιμασίες, διαδέχονταν η μία την άλλη. Μηνύματα, τηλέφωνα. Όλα είχαν πάρει φωτιά. Καθόμασταν σε αναμμένα κάρβουνα, και απλά δεν μπορούσαμε να περιμένουμε άλλο.

Φτάνει η 14η του Νοέμβρη. Είχα ξεμπλέξει με τα εργαστήρια της σχολής, οπότε δεν είχα πρόβλημα με τις απουσίες. Το λεωφορείο για Αθήνα, αναχωρούσε στις 07:15. Δεν είχα κλείσει μάτι. Είχα τόση υπερένταση που το τελευταίο πράγμα που με απασχολούσε εκείνη τη στιγμή, ήταν ο ύπνος. Το λεωφορείο είχε μόλις ξεκινήσει, κι εγώ δεν είχα ιδέα τι έκανα. Έκανα κάτι τρελό, κάτι για το οποίο δεν είχα ικανό τον εαυτό μου, από άποψη θάρρους και μόνο. Έπαιρνα λεωφορείο από την Καστοριά για να κατέβω (για πρώτη φορά, τότε) στην Αθήνα (δεδομένου ότι, μέχρι τότε, κατέβαινα στην Αθήνα, κι από κει μετά πήγαινα κατευθείαν Σύρο με το πλοίο, δίχως να καθίσω στην πρωτεύουσα ούτε στιγμή!),  όπου με περίμενε μια κοπέλα η οποία δεν με ήξερε και δεν την ήξερα τόσο πολύ ακόμα. Ήταν κάτι τόσο περίεργο. Όμορφα περίεργο. Εμπεριείχε μέσα του την αίσθηση του ξαφνικού, του αναπάντεχου, της γλυκιάς προσμονής.

Οι τελευταίες ώρες πριν σε δω, περνούσαν βασανιστικά αργά. Κατάπινα ένα προς ένα τα χιλιόμετρα για να έρθω να σε βρω. «Δεν θα αργήσω. Το βράδυ. Το βράδυ θα σε δω», σου έγραφα σε ένα μήνυμα, και έλιωνα να δω την αντίδρασή σου. «Άντε, μην αργείς άλλο, έλα, σε περιμένω», μου απάντησες, κι εγώ απλά αναστέναξα σιωπηλά, ενώ παράλληλα κοίταζα τον καιρό, και έβλεπα ότι είχε ξεκινήσει να βρέχει. Όλα πήγαιναν σύμφωνα με το πλάνο.

Φτάνει το βράδυ. Όχι, δεν ήταν βράδυ. Απογευματάκι ήταν, γύρω στις 20:00. Η φίλη μου, είχε αναλάβει να με παραλάβει από τον σταθμό στον Κηφισό, και να με πάει στο σπίτι της. Σύμφωνα με τα όσα ήξερα εγώ, θα καθόμασταν οι δυο μας λίγο εκεί, και μετά θα ερχόσουν εσύ. Τι έγινε όμως; Ανατροπή στο 90’, αυτό έγινε.

Φτάσαμε σπίτι, η φίλη μου έψαχνε τα κλειδιά της κι εγώ καθάριζα τα παπούτσια από τις λάσπες. Η πόρτα ανοίγει, και σε βλέπω μπροστά μου. Χωρίς ειδοποιήσεις, χωρίς τίποτα. Ήμουν και κουρασμένος από το οκτάωρο ταξίδι, και σε βλέπω μπροστά μου χωρίς να το περιμένω, και δεν ξέρω πώς να αντιδράσω. Τα είχα χάσει. Είχα μείνει χάσκων εν εκστάσει. Έτρεμα. Τα αναμμένα κεράκια, έδιναν μια ζεστασιά στην ατμόσφαιρα. Η φίλη μου, μας άφησε μόνους. Έτρεξες κατευθείαν προς τα πάνω μου, και με αγκάλιασες σφιχτά. Πέταξα κι εγώ τις βαλίτσες, και σε αγκάλιασα κι εγώ.

Ξέρεις, είναι μερικές στιγμές που απλά νιώθεις ότι ο χρόνος σταματάει, παγώνει. Εκείνη, λοιπόν, τη στιγμή, αποβάλλαμε κάθε ίχνος αμηχανίας από πάνω μας. Εκείνη την στιγμή, νιώσαμε την απόλυτη ευτυχία, την απόλυτη ικανοποίηση. Με φίλησες, σε φίλησα. Το μυαλό μου είχε εκραγεί. Δεν πίστευα αυτό που ζούσα. Φιληθήκαμε ενώ από πίσω έπαιζε το I Wanna Be Yours των Arctic Monkeys. Όπως ακριβώς το θέλαμε, όπως ακριβώς το συζητούσαμε όλες τις προηγούμενες εβδομάδες. Ήταν το ιδανικό μας σενάριο που έγινε πραγματικότητα. Είχες φροντίσει, μάλιστα, να το βάλεις και στο repeat. Μου πήρε ώρα να καταλάβω ότι το τραγούδι έπαιζε συνέχεια. Ήμουν απασχολημένος. Ήμουν αφοσιωμένος σε σένα.

Σε είχα στην αγκαλιά μου. Σε κρατούσα σφιχτά. Σε φιλούσα – τη μία ήρεμα, την άλλη παθιασμένα. Το ίδιο κι εσύ. Ένιωθα την καυτή ανάσα σου στο πρόσωπό μου. Έπαιρνα τζούρες από το μεθυστικό σου άρωμα. Σε σταματούσα λίγο για να σε κοιτάξω. Να κοιτάξω το γλυκό σου προσωπάκι. Σου τραγουδούσα «At least as deep as the Pacific Ocean, I wanna be yours» αλά Τέρνερ, με τις κατάλληλες παύσεις εκεί που πρέπει, και μου χαμογελούσες. Oh my word. Δεν έχεις ιδέα πόσο σου πάει να γελάς. Δεν έχεις ιδέα πόσο όμορφη ήσουν εκείνη τη στιγμή. Δεν ήσουν όμορφη απλά. Δεν είναι αυτή η κατάλληλη λέξη. Ήσουν μαγική, ονειρεμένη, παραδεισένια. Λες και ήσουν βγαλμένη από ποίημα της Ελίζαμπεθ Μπάρετ Μπράουνινγκ, από πίνακα του Έντουαρντ Μπερν – Τζόουνς, από τραγούδι του Τζιμ Μόρισον. Ήσουν μια μαγευτική εξωτική οπτασία. Δεν μπορούσα να πάρω τα μάτια μου από πάνω σου. Με είχες μαγνητίσει στον υπέρτατο βαθμό.

Δεν θυμάμαι καθόλου επί πόσες ώρες φιλιόμασταν και χορεύαμε. Είχα χάσει εντελώς την αίσθηση του χρόνου. Δεν υπήρχε χρόνος. Δεν με ένοιαζε ο χρόνος. Δεν τον χρειαζόμουν. Υπήρχες μόνο εσύ. Εσύ, εγώ και η φωνή του Κύριου Τέρνερ να συνοδεύει τα φιλιά μας. Τι μοναδική, τι ανεπανάληπτη στιγμή… Ήταν σαν να ζούσα όλα μου τα όνειρα μαζί. Ήταν σαν να έβλεπα ένα όνειρο. Δεν μπορούσα να πιστέψω αυτό που συνέβαινε.

14 Νοεμβρίου του 2014, ημέρα Παρασκευή. Τα θυμάμαι όλα σαν χτες. Τα πρώτα έντονα βλέμματα, τα πρώτα χαμόγελα, την πρώτη αγκαλιά, το πρώτο φιλί. Τα θυμάμαι όλα, δύο χρόνια μετά. Τα θυμάμαι γιατί επιλέγω να το κάνω. Ευχή και κατάρα να ζεις με αναμνήσεις, Κύριοι.

– Ακόμα εδώ;
-Ακόμα εδώ…

Όπως κι αν είμαστε, όπως κι αν έχουμε γίνει τώρα, το μόνο που θέλω να ξέρεις είναι ότι εγώ είμαι εδώ για σένα, για οτιδήποτε χρειαστείς. Ελπίζω να είσαι καλά. Μακάρι να μπορούσα να κάνω το οτιδήποτε για να σου φτιάχνω τη διάθεση όσο και όπως μπορώ.

Μέχρι την επόμενη φορά, να προσέχεις.

*Το ‘I Wanna Be Yours’ είναι το τελευταίο τραγούδι στο άλμπουμ ‘AM’ των Arctic Monkeys, και ουσιαστικά πρόκειται για ένα μελοποιημένο ποίημα του John Cooper Clarke, στο οποίο ο Άλεξ Τέρνερ έκανε τα… μαγικά του πάλι, και δημιούργησε αυτό το αριστουργηματικό διαμάντι.

Οι Arctic Monkeys εμφανίστηκαν στο iHeartRadio Theater, στις 11 Ιουνίου του 2014, και έπαιξαν το I Wanna Be Yours με έναν πολύ ιδιαίτερο τρόπο. Αυτό που συμβαίνει στο 3:10 του βίντεο, έμελλε να με στιγματίσει και να το κάνει το πιο ερωτικό-μελωδικό live του τραγουδιού που έχω δει όσο καιρό ασχολούμαι με αυτήν την μπάντα. Είναι τόσο υπέροχη και γλυκιά η γεύση που σου αφήνει αυτό το τραγούδι. Και είναι δικό μας. Είναι το δικό μας τραγούδι.

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s