Μια βόλτα στην Αβέρωφ | Δανάη Καρδαρά

Κατηφορίζω την Αβέρωφ με βήματα νευρικά·  άλλη μια βόλτα δίχως προορισμό μήπως και ηρεμήσει το μυαλό μου, ενώ στα χέρια μου κρατώ έναν φάκελο που περιέχει όλα μου τα κείμενα – οι διαψευσμένες μου ελπίδες. Έχω μια διάθεση να απαλλαγώ από αυτά, αλλά κατά βάθος τα λυπάμαι κιόλας. Πόσα περάσαμε μαζί… Σε τούτα τα γραπτά μου, ξέρεις, δεν έβλεπα καθαρά. Νόμιζα πως έλεγα την αλήθεια, μα τελικά εθελοτυφλούσα.  Έπαιζα δοκιμαστικά, σου λέω. Τι, δε δικαιούμαι άλλη μια παρτίδα; Παράξενος που είσαι!-  Πιάνει, στο μεταξύ, μια βροχή που εμένα με αποστειρώνει, με στεγνώνει. Νιώθω άβολα, πηγαίνω τοίχο-τοίχο. Οι άλλοι τρέχουν, δε μου ρίχνουν ούτε μια ματιά. Γελάω· ξαφνικά δεν υπάρχω. Πόσο βιάζονται, θεέ μου. Φαίνεται πως όλοι αυτοί έχουν κάπου να πάνε και αδιαφορούν για τα λασπωμένα ρυάκια που βρωμίζουν τα παπούτσια μας. Αναρωτιέμαι που στο καλό βρέθηκε τόσος κόσμος, είναι Κυριακή.

Όσο για εμένα… εμένα δεν με περιμένει κανείς. Από την μία, αγαλλίαση και αίσθηση ελευθερίας και από την άλλη, πόνος. Βέβαια, θα μπορούσες να με περιμένεις εσύ, όπως άλλοτε· στο δωμάτιο που νοικιάζεις ακόμα στο βάθος της οδού Ανεξαρτησίας κι είναι, διάολε, σα να ξαναζώ εκείνες τις μέρες, την ώρα που συνεχίζω να προχωρώ: οι βαριές κουρτίνες κλειστές κι εσύ καθισμένος στην άκρη του κρεβατιού σου με μια κούπα καφέ στο ένα χέρι κι ένα τσιγάρο στο άλλο και τα φρύδια σου μονίμως ανασηκωμένα, καθώς σου εξιστορώ τα τελευταία μου καμώματα, κάτι μεταξύ επίπληξης και προσπάθειας να μη βάλεις τα γέλια. Στο τέλος πάντοτε να με γειώνεις με μία φράση τύπου, «Έλα τώρα… μπορείς και καλύτερα.»

Και τότε, σ’ένα σταυροδρόμι συμβαίνει το αναπάντεχο: σε βλέπω, είσαι όντως εσύ, στο απέναντι πεζοδρόμιο. Μας χωρίζει ένας δρόμος, ένα σμήνος από ομπρέλες και λίγα έτη φωτός. Παρόλα αυτά, φωνάζω το όνομά σου. Μιλάς με μια κοπέλα, με αυτή δε συγκρατείς τα γέλια σου, εκτυλίσσεται μπροστά μου μια σκηνή αμιγώς ερωτική. Σε φωνάζω άλλη μια φορά, δεν με ακούς ποτέ… ο φάκελος πέφτει από τα χέρια μου και ανοίγει, τα κείμενα σκορπίζονται τριγύρω, καταστρέφονται από τη βροχή, άλλοι τα ποδοπατούν. Άδοξο τέλος, αλήθεια, μα εγώ γελάω. Αυτό με τρώει μια ζωή: τα αυθόρμητα γέλια μου, οι καλές μου προθέσεις… Προσπαθώ να περισώσω ό,τι μπορώ, άδικος κόπος, εσύ τελικά με κοιτάζεις φευγαλέα, τα μάτια σου με πνίγουν ξανά στο σκοτάδι τους. Πρέπει να φύγω.

Στο διάολο και τα κείμενα, θα γράψω καινούρια. Χώνομαι σ’έναν παράδρομο και δε σε βλέπω πια. H διάθεσή μου είναι πλέον στα πατώματα και τότε, συναντώ ένα φίλο που έμελλε να λειτουργήσει ως ο από μηχανής θεός. Καταλήγουμε σε ένα μικρό καφέ που συχνάζαμε σαν φοιτητές, μου χαρίζει ένα ζεστό χαμόγελο. Το κέφι μου φτιάχνει, επανέρχομαι, τον τρελαίνω με τα γνωστά μου ευφυολογήματα, πνίγεται με το ρόφημα του από τα γέλια, με χαϊδεύει τρυφερά. «Δεν αλλάξαμε καθόλου», μου λέει και το εννοεί.

Γυρνώντας σπίτι, μ’άδεια χέρια πια, καταλαβαίνω τα λάθη που έκανα μαζί σου. Πόσο δειλή στάθηκα με το να βρίσκω την παραφροσύνη σου χαριτωμένη και το σνομπισμό σου ακαταμάχητο. Στ’αλήθεια θαύμασα εκείνη την κοπέλα που σου έκανε τέτοιο σκηνικό δημόσια, εγώ δε θα τολμούσα τότε. Δε θα τολμούσα ούτε καν τώρα.

Πως πέρασε ο καιρός…

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s