Μαζί σου την ημέρα της κρίσης – Μέρος 4ο | Μιλένα Βλασσοπούλου

10 Δεκεμβρίου 1941. Σε λίγες μέρες πλησίαζαν τα Χριστούγεννα και η ατμόσφαιρα σταμάτησε για λίγο να είναι αποπνικτική.

Η Ζωή έψαχνε με τη σκέψη της ένα σημάδι για μια αγκαλιά που χάθηκε, πριν ακόμα το κοριτσάκι ανοίξει τα μάτια του. Ένιωθε την απώλεια ενός νανουρίσματος που ποτέ δεν άκουσε και μια κραυγή να τη συνοδεύει. Είχε περάσει σχεδόν ένας χρόνος από τότε που την βρήκαν κουλουριασμένη οι τέσσερις γυναίκες. Κανείς δεν γνώριζε τα αληθινά της στοιχεία. Μόνο η γυναίκα που έχασε από την αγκαλιά της το παιδί.

Μα δεν είχε σημασία πια, αφού έζησε, επιβίωσε και επιβιώνει. Μεγάλωνε με ζεστασιά και πολύ αγάπη. Αυτό αρκούσε προς το παρόν σε μια παιδική ψυχή. Έπρεπε να ορίσουν μια μέρα, ως τα γενέθλια της Ζωής. Μια εικονική ημερομηνία για να γεμίσει χαμόγελα το δωμάτιο.

Όρισαν λοιπόν την 25η Δεκεμβρίου ως τη γενέθλια μέρα της Ζωής. Μια μέρα που γεμίζει χαρά και ομορφιά τις ψυχές των ανθρώπων. Δώρα, φωτισμένοι δρόμοι, λιγότερη πραγματικότητα. Οι τέσσερις γυναίκες δεν χρειάζονταν δώρα ούτε φώτα. Είχαν τη Ζωή που κάλυπτε έστω και επιφανειακά τις ανοιχτές πληγές της καθεμιάς. Στα μάτια του μικρού παιδιού δεν ξεχώριζαν τον πόλεμο, μα αισιοδοξία για ένα δυνατότερο αύριο.

Δούλευαν σκληρά, εξοικονομώντας χρήματα μέχρι τη μεγάλη μέρα των γενεθλίων. Με τη βοήθεια όλων η μικρή κατάφερε να κάνει τα πρώτα της βήματα και να συρθεί μέχρι το αρκουδάκι που κρατούσε από μωρό. Ήταν το μόνο αναμνηστικό που της είχε απομείνει. Το αγκάλιασε σφιχτά και κοίταξε προς τον ουρανό του σπιτιού. Ίσως έβλεπε τη μαμά της να της χαμογελά γλυκά από τον Παράδεισο. Έτσι της είχαν πει οι τέσσερις γυναίκες. Η μαμά της ήταν ένας άγγελος πια με άσπρα φτερά και ξανθά μαλλιά. Ο φύλακας άγγελος της. Ήταν η ώρα περασμένη και η Ζωή έπρεπε να ξεκουραστεί και να ονειρευτεί ίσως και εικόνες που δεν είχε δει ποτέ.

Η Δόμνα γύρισε από το καθημερινό σκασιαρχείο για να επισκέπτεται έστω και από μακρυά το άδειο δωμάτιο του γιού της. Γύρισε φορώντας ένα χαμόγελο γλυκό. Αποκοιμήθηκε όπως πάντα στο κρεβάτι του δωματίου του και λέει πως στον ύπνο της ήρθε για λίγο ο Γκεόργκι. Της χάιδεψε τα μαλλιά, την αγκάλιασε σφιχτά και ξάπλωσε μαζί της. Αυτή τη φορά πήρε εκείνος το παραμύθι που δεν πρόλαβε να τελειώσει η Δόμνα και της το διάβασε. Γι’ αυτό αποκοιμήθηκε. Γύριζε τις σελίδες του βιβλίου με αόρατα χέρια και βελούδινη φωνή. Το υποσυνείδητο της μάνας έπαιζε παιχνίδια στο μυαλό αλλά δεν την ένοιαζε που ήταν παροδικά. Έβλεπε ξανά το γιό της. Η Λένα κρυμμένη σε μια γωνία, έκρυβε τα μάτια της από το κλάμα. Την συγχώρεσε, της είπε, για όλα. Ήταν μικρή και δεν είχε κανέναν να τη στηρίξει.

Γι’αυτό προέβη σε υιοθεσία. Ο Γκεόργκι δεν μεγάλωνε πια, μα η Δόμνα ένιωθε το παιδί της σε κάθε παιδί του κόσμου. Έβλεπε το γέλιο του στην ευτυχία της Ζωής και τα χέρια του στην αγκαλιά της. Της αρκούσε αυτό.

Όσο πλησίαζαν οι μέρες προς τα Χριστούγεννα έκαναν την Όλγα μελαγχολική. Κάπου εκεί είχε αποβάλλει το μονάκριβο της κοριτσάκι. Κάπου εκεί είχε νιώσει τη γροθιά του Φρίντριχ στη φουσκωμένη κοιλιά της. Καθώς η Ζωή έπαιζε με τα χριστουγεννιάτικα χειροποίητα στολίδια, η Όλγα προσπαθούσε να κρατήσει τα δάκρυα της. Σκεφτόταν πως η κόρη της θα την έλεγε μαμά και θα μαγείρευαν μαζί τα γλυκά των γιορτών. Μα δεν πειράζει σκεφτόταν. Έχω τη Ζωή να με φωνάζει μαμά και τρεις αδερφές πια. Το επόμενο πρωί βρήκε την Όλγα και τη Ζωή αγκαλιά, να κοιμούνται στο πάτωμα και ένα παραμύθι στα χέρια της μικρής.

Τα δάκρυα τους είχαν στεγνώσει σαν ένα αόρατο μαντήλι να πέρασε σκουπίζοντας την υγρασία από τις βλεφαρίδες των κοριτσιών. Κοιμήθηκαν ευτυχισμένες…

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s