Η πτώση | Ελλάδα Κράλλη

Μια πόλη που δεν κοιμόταν. Αυτό ήταν ο φόβος της Αλίσια. Μια πόλη με τα φρικιαστικά της φώτα που τυλίγει με νήματα τις ζωές των ανθρώπων κατευθύνοντας τους κάθε βράδυ με αργά βήματα προς τον θάνατο. Στεκόταν στο παράθυρο που είχε δακρύσει από τις νυχτερινές στάλες με μια θέα τρομαχτική για τα μάτια της. Ένα χέρι την ακούμπησα στον ώμο.

«Θες να πάμε μια νυχτερινή βόλτα;

-Θα προτιμούσα σε παρακαλώ να μην το κάνεις αυτό. Ξέρεις ότι τρομάζω εύκολα».

Την άφησε λίγο να ηρεμήσει μα παρατηρούσε πόσο φοβισμένο ήταν το βλέμμα της.

«Πάντα θα σε φοβίζει αυτή η επαφή σου με τον κόσμο;

-Δεν σε καταλαβαίνω τι εννοείς.

-Έλα μαζί μου μια βόλτα έξω στον δρόμο και θα καταλάβεις».

Η σκέψη και μόνο να βγει έξω της προκαλούσε ναυτία και κρίσεις πανικού. Πως τόλμησε εκείνος να της προτείνει αυτό το πράγμα γνωρίζοντας τον μεγαλύτερο φόβο της;

Ήταν σε ένα κελί που μύριζε αποσύνθεση. Η πάροδος των ετών θα είχε κηδεύσει πολλά σώματα. Βρισκόταν ξαπλωμένη νιώθοντας μια ζάλη. Άνοιξε η πόρτα τρίζοντας και τακούνια κρότησαν με την συνοδεία από μια βαριά φωνή.

«Με το πρώτο φως της μέρας θα έχεις χαθεί από την ζωή».

Η πόρτα έκλεισε με έναν δυνατό κρότο. Σύρθηκε να δει τι ήταν αυτό που της έσυρε εκείνη η φωνή πριν χαθεί στη σιωπή. Με χαρά διαπίστωσε ότι ήταν ένας ζωμός από κρέας. Δεν μύριζε φρέσκος μα δεν την ένοιαξε. Με λαιμαργία το κατάπινε μέχρι που  πέταξε το μεταλλικό σκεύος στην άλλη γωνία. Τυλίχτηκε με τα λίγα ρούχα που υπήρχαν πάνω της και αφέθηκε στις σκέψεις της.

Ο πανικός της έφερε λιποθυμία.

Ο ύπνος ήταν πάντα η αγαπημένη της ασχολία μαζί με το ποτό και τα τσιγάρα της. Ήταν Νοέμβρης. Οι τελευταίες μέρες του φθινοπώρου αγκάλιαζαν τα πεζοδρόμια με τα νεκρικά φύλλα των δέντρων. Ήταν το πικρό χάδι της εποχής με μια ομορφιά από πολύχρωμα φύλλα. Ήθελε να διαβάσει ένα βιβλίο που είχε παρατημένο στη τσάντα της εδώ και μέρες. Σηκώθηκε έχοντας πονοκέφαλο.

«Τι μέρα να είναι άραγε; Πόσα χρόνια είχα αφεθεί στον ονειρικό μου ύπνο;»

Βροντούσε κάποιος την πόρτα δυνατά. Φόρεσε μια μακριά ζακέτα και πλησίασε την πόρτα.

«Ποιος είναι;

-Μελίσα; Είσαι καλά; Ο Μιχάελ είμαι».

Μέσα στη θολούρα των σκέψεων της προηγούμενης μέρας άνοιξε την πόρτα και ο άντρας την αγκάλιασε και την φίλησε.

«Χάθηκες για μέρες και ανησύχησα. Δεν σήκωνες το τηλέφωνο και έμαθα ότι δεν ξαναπήγες για δουλειά».

Τότε συνειδητοποίησε την θλιβερή αλήθεια. Ήταν πόρνη. Ο Μιχάελ απλά την προστάτευε από περίεργες καταστάσεις. Την κοιτούσε με απορία και εκείνη καθόταν στο παράθυρο της και χάζευε τον γκρίζο ορίζοντα που ήταν αναδυόμενος με χαμόγελα και αγκαλιές πραγματικής αγάπης. Έβαλε στα χείλη της το ποτήρι με την βότκα. Ήθελε να χαθεί στη μέθη της εποχής, στα στοργικά φιλιά, στα γέλια της αθωότητας, στα όνειρα.

«Πάλι πίνεις αυτή την αηδία;

-Είναι ο μόνος λόγος για να ονειρεύομαι.

-Είναι ο μόνος λόγος για να την πατήσεις από κανένα πελάτη.

-Γιατί πρέπει να μου θυμίζεις αυτό που με πονάει;

-Επειδή γλυκιά μου αυτό που σε πονάει σε κάνει πιο δυνατή».

Δεν έκατσε και πολύ μαζί της και με ένα φιλί στο μέτωπο την αποχαιρέτησε. Θα σκοτείνιαζε σε λίγο. Είχε έρθει η στιγμή της δουλειάς.

Η Αλίσια σκιαζόταν με τα τρεμάμενα φώτα που φώτιζαν τις χαραμάδες από στενά δρομάκια τα βράδια. Ήταν αναγκασμένη να περπατήσει σε αυτά. Έβλεπε τα σαπισμένα δρομολόγια σε μια στάση λεωφορείου και μια κοπέλα πιο κάτω κάπνιζε τραγουδώντας μελαγχολικά. Δάκρυσε διότι ένιωσε τον βαθύ της πόνο να της καίει την καρδιά. Την πλησίασε δισταχτικά.

«Είσαι καλά;

-Σίγουρα δεν βλέπεις; Είναι η ώρα της εργασίας. Εργασία και χαρά δεν λένε; Θα το σπάσω εγώ το ρημαδιασμένο το ρολόι να σταματήσει ο χρόνος στα παιδικά χρόνια. Εκεί που είναι τα όνειρα ατελείωτα και τα τέρατα της πόλης δεν αγγίζουν τις αθώες ψυχές.

-Και όμως η αθωότητα δεν χάνεται με τα χρόνια, αλλά οι άνθρωποι την ξεχνάνε όταν σοβαρεύουν με τις υποτιθέμενες ευθύνες τους.

-Μα τέλος πάντων ποια είσαι εσύ που μου μιλάς τέτοια ώρα; Θες μήπως να γλεντήσεις μαζί μου; Δεν έχω πρόβλημα με τις γυναίκες. Τα κάνω όλα και με πολύ καλή τιμή.

-Δεν θέλω να σε αποσπάσω από την δουλειά σου, μα θα ήθελα να πάμε κάπου πιο ήσυχα να μιλήσουμε.

-Δεν έχω πρόβλημα. Ο πελάτης έχει πάντα δίκιο».

Η Αλίσια κατά έναν περίεργο λόγο δεν φοβόταν την συντροφιά της πόρνης. Ίσα-ίσα που αισθανόταν ότι εκείνη μόνο θα την άκουγε μέσα στο χάος των φόβων της. Μπήκαν σε μια παμπ με λίγο κόσμο. Κάτσανε στο βάθος για να είναι μόνες. Της έπιασε τα χέρια και η Μελίσα πάγωσε.

«Γιατί το κάνεις αυτό στον εαυτό σου εφόσον σε θλίβει τόσο;

-Όταν η καρδιά έχει πετρώσει από ένα στοιχειωμένο παρελθόν το σώμα ακολουθεί δίχως να πονά και απλά η ψυχή παλεύει για να νικήσει τους σκοτεινούς δαίμονες που την πλευρίζουν.

-Είσαι όμορφη κοπέλα και νέα. ‘Έχεις τόσα όνειρα να πράξεις. Γιατί διάλεξες να ποθείς έναν γρήγορο θάνατο;

-Διότι οι άνθρωποι είμαστε φτιαγμένοι για να πονάμε καρτερώντας έναν λυτρωτικό θάνατο.

-Όχι. Αυτό είναι μια ψευδαίσθηση που τους τυλίγει σε εφιαλτικούς λαβύρινθους που δεν πρόκειται ποτέ να ξεπεράσουν αναζητώντας να αφήσουν κάποια στιγμή την τελευταία τους πνοή».

Η Μελίσα τράβηξε τα χέρια της από τα χέρια της Αλίσια. Έσπασε το ποτήρι με την βότκα που είχε παραγγείλει.

«Δεν θα δεχτώ ένα κήρυγμα από μια ζητιάνα. Μα κοίτα πως είσαι! Πως είναι δυνατόν να με αγγίζεις με αυτά τα βρωμόχερα; Που είναι ο Θεός να σε βοηθήσει στην κατάντια σου; Τι ζητάς από μένα που μόνο ερωτική διασκέδαση μπορώ να προσφέρω;

-Αγάπη…».

Η λέξη την φόβιζε μα και την ενθουσίαζε συνάμα. Κοίταξε τα βουρκωμένα μάτια της Αλίσια και το έβαλε στα πόδια. Έριχνε μια σιγανή βροχή έξω που δημιουργούσε μια αηδιαστική μυρωδιά από σκουπίδια και καπνό. Έτρεχε να φύγει. Έτρεχε από την πραγματικότητα που την έθλιβε. Έτρεχε μακριά από την αγάπη.

«Τελικά κατάφερες να γίνεις ένα με τους ανθρώπους;

-Πάντα θα εμφανίζεσαι έτσι και θα με τρομάζεις;

-Εσύ πάντα θα αμφισβητείς την ύπαρξή σου;».

Δεν ήθελε να τον ακούσει και κοιμήθηκε με λίγα κουρέλια που της είχαν αφήσει κάποιοι καλοσυνάτοι άνθρωποι.

Η Μελίσα δεν είχε πάει ακόμα σπίτι της. Δεν είχε επιδιώξει να την αγγίξει κανένα γέρικο χέρι σήμερα. Είχε κουρνιάσει σε ένα στενό. Βρώμικα νερά έπεφταν πάνω στις μπότες της θαμπώνοντας την γυαλάδα τους.  Ξημέρωνε και τα φώτα σιγά-σιγά σβήνανε. Θα φωτιζόταν ο κόσμος με την αυγή. Νέα όνειρα θα φώλιαζαν στις καρδιές των ανθρώπων. Πρόσεξε δίπλα της μια φτωχή που είχε κουλουριαστεί με ότι μπορούσε για να ζεσταθεί. Θυμήθηκε πόσο άσχημα είχε μιλήσει σε εκείνη την φτωχή κοπέλα πριν. ‘Έκατσε και την παρατηρούσε για ώρα πόσο γαλήνια κοιμόταν. Ήταν πεταμένη στον δρόμο και όμως δεν παραπονιόταν. Σκέφτηκε την κακία και την απληστία των ανθρώπων. Ξαφνικά η φτωχή ξύπνησε, αλλά μέσα στα κουρέλια την αναγνώρισε.

«Εσύ είσαι. Εσύ είσαι.

-Ποιος είναι;».

Η Αλίσια σηκώθηκε και αντίκρισε την Μελίσα να την κοιτάζει γεμάτη ελπίδα.

«Α! Η κοπέλα που μιλήσαμε πιο πριν.

-Ναι. Θέλω να με συγχωρέσεις που σου μίλησα έτσι.

-Δεν έχω να κρατήσω κακία για μια πονεμένη ψυχή».

Την αγκάλιασε με αυτά της τα λόγια και ψιθυριστά της είπε στο αυτί : «Σε αγαπάω».

Ο ήλιος είχε φωτίσει τους δρόμους με την θέρμη του. Τα φαντάσματα της διαφορετικής πραγματικότητας κάηκαν μέσα στις φωτεινές ακτίνες.

Η Μελίσα κοιμόταν στο κρεβάτι της. Έβλεπε το ελπιδοφόρο όνειρο της να αναφαίνεται στα σύννεφα.

«Σε ευχαριστώ που μου έδειξες ότι ακόμη υπάρχει αγάπη στους ανθρώπους».

Η Αλίσια την φίλησε απαλά και χάθηκε στο φως. Ήταν ένας πονεμένος άγγελος που φοβόταν να αντικρύσει την ανθρώπινη μορφή του και πάλευε καθημερινά να καταπολεμήσει τους εφιάλτες του.

Ένα πούπουλο έπεσε πάνω στο χέρι της Μελίσα. Ξύπνησε απότομα. Άγγιξε το πούπουλο και χαμογέλασε γλυκά. Σηκώθηκε γυμνή ανοίγοντας το παράθυρο. Το φύσηξε και πέταξε ψηλά στον ουρανό.

«Σε ευχαριστώ που μου έδειξες την αγάπη».

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s