Είδαμε: Juste la fin du monde | Iωάννα Κούκη

Ο Xavier Dolan, για εμπορικούς κυρίως λόγους, δεν τυγχάνει (ακόμα) ευρείας αναγνώρισης από το ελληνικό κινηματογραφικό κοινό. Ταυτόχρονα, το κοινό των χωρών που συγκαταλέγονται ήδη στο κλαμπ των θαυμαστών, αντιμετωπίζει τον σκηνοθέτη σαν έναν καλλιτέχνη της art brut σε περίοδο εφηβείας, με την πεποίθηση ότι θα ωριμάσει, όταν επιτέλους μεγαλώσει.

Ο Χavier, όμως,  είναι 27 χρονών, εν ώρα εργασίας φοράει καπέλα στυλ jokey, μιλά τη μητρική του γλώσσα με την έντονη προφορά του Québec, χαμογελάει αυθόρμητα, έχει σκηνοθετήσει έξι ταινίες και έχει βραβευτεί με 27 διακρίσεις μέχρι την ώρα που γράφεται αυτή η κριτική. «Pas mal για έναν εικοσιεφτάχρονο», θα έλεγε κάποιος εγκρατής σινεφίλ, την ώρα που πίνει τον καφέ του και κλείνει εισιτήρια για την καινούργια ταινία του διακεκριμένου σκηνοθέτη Ken Loach, «αυτός ο νεαρός μπορεί να έχει μέλλον». Μόνο που το μέλλον είναι τώρα, και συγκεκριμένα στην ταινία Juste la fin du monde, μτφρ. Μόνο το τέλος του κόσμου.

hj

Πηγή : lepoint.fr

Ένας συγγραφέας επιστρέφει στην πόλη που μεγάλωσε για να αναγγείλει στην οικογένειά του, την οποία έχει να δει εδώ και δώδεκα χρόνια, ότι πρόκειται να πεθάνει. Ο θεατής υποπτεύεται κάποια αρρώστια, όσο όμως κανείς δεν αναφέρεται σε αυτήν, τόσο πιο πολύ την ξεχνά και αντιμετωπίζει τελικά τον πρωταγωνιστή (Gaspard Ulliel) όχι σαν μελλοθάνατο, αλλά σαν το γιο που εγκατέλειψε την πατρική εστία και τώρα γυρίζει για να αντιμετωπίσει τις αλλαγές που έφερε ο χρόνος, οι οποίες δε μπορούν για κανένα λόγο να περάσουν απαρατήρητες… Η μικρή του αδερφή είναι πια ενήλικη με πολλά τατουάζ και ιδιαίτερη αδυναμία στα ‘κακά τσιγάρα’ (Léa Seydoux καταπληκτική καταπληκτική, απλά και πάντα καταπληκτική), ο μεγάλος του αδερφός με γκρίζα πλέον μαλλιά και γκρίζα ψυχική διάθεση (Vincent Cassel), η μητέρα του χαμένη σε ένα κόσμο από αναμνήσεις, μπλε σκούρο μανό και ιστορίες που λατρεύει να επαναλαμβάνει (Nathalie Baye) και η γυναίκα του αδελφού του (Marion Cottilard), την οποία ο συγγραφέας βλέπει για πρώτη φορά, μια εξωτερική παρουσία που μάταια προσπαθεί να φέρει την επιθυμητή οικογενειακή αρμονία. Ο πατέρας, απών.

(Ανοίγω παρένθεση πριν να προχωρήσω στην ανάλυση της οικογενειακής αρμονίας. Για κάποιο ανεξήγητο λόγο, κάθε φορά που πρόφερα το όνομα της Μarion Cottilard έπαιρνα μια παράξενη αριστοκρατική έκφραση άρθρωσης και το αποτέλεσμα από τις ταλαντώσεις των φωνητικών μου χορδών ήταν κάπως έτσι: ναι,χθεςείδαμιαταινίαμε τη Μα ρι όον Κο τι γιάαγ. Συνεπώς, όπως και να ήταν η ταινία, στο μυαλό μου η Cotillard έκανε πάντα τη grande εμφάνιση και εγώ πάντα πρόφερα το όνομά της αριστοκρατικά –  όσο το σκέφτομαι καλύτερα, υποπτεύομαι ποια φίλη μου, μάλλον, με έχει επηρεάσει σε αυτό. Ερχόμενη στη Γαλλία και μιλώντας μια μέρα για τη Μα ρι όον Κο τι γιάαγ, είδα το βλέμμα ενός συναδέλφου να ξεχειλίζει από απορία, «ξέρεις, η Cottilard δεν θεωρείται στους γαλλικούς κύκλους τόσο αποθεωτική όσο την έχεις στο μυαλό σου» είπε, και από τα ακόλουθα σχόλια του αντιλήφθηκα πως το νοητικό της επίπεδο τίθεται συχνά υπό αμφισβήτηση. Σκληροί Γάλλοι που σίγουρα θα γέμισαν από αυταρέσκεια βλέποντας τη Cottilard στον ρόλο της αφελούς συζύγου, τον οποίο, κατά τη γνώμη μου, ενσάρκωσε αποτελεσματικά. Σκληροί Γάλλοι που μου διοχετεύουν την αυταρέσκεια τους, σκέφτηκα, όταν έπιασα τον εαυτό μου να λέει : μήπως τελικά είναι τόσο αποτελεσματική στο ρόλο της υποταγμένης και βραδύγλωσσης συζύγου επειδή της  βγαίνει φυσικά; Θα επανέλθω, το ορκίζομαι, με τα πειστήρια υπέρ ή κατά των σκληρών Γάλλων. Κλείνει η παρένθεση.)

Όπως ήδη ανέφερα, από κάποιο σημείο και έπειτα, που χρονικά ίσως ορίζεται μετά τα πρώτα δέκα λεπτά, ο θεατής ξεχνά την αρρώστια και τον επικείμενο θάνατο και βουλιάζει στον οικογενειακό βυθό, αναδεύοντας μαζί με τους κινηματογραφικούς ήρωες ναυάγια και ξερά φύκια παρελθοντικών στιγμών θαλπωρής. Πότε ακριβώς διαλύεται το κλίμα της οικογενειακής προστασίας που δημιουργείται αυτόματα, όταν δύο άνθρωποι φέρνουν έναν τρίτο στον κόσμο; Τι εκπροσωπεί για τον καθένα η φυγή από το πατρικό σπίτι; Πώς διαμορφώνονται οι σχέσεις του με τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας; Γιατί, εν τέλει, να θεωρείται φυγή η απλή ανάγκη για ανεξαρτησία, γιατί διαλέξαμε αυτή τη λέξη και όχι κάποια άλλη για να περιγράψουμε μια απλή μετακόμιση; Και για ποιο λόγο πάντα γυρνάμε πίσω; Ερωτήματα τα οποία αναδύονται όσο παρακολουθούμε μια οικογένεια να προσπαθεί να δειπνήσει μαζί. Ο χρόνος, όμως, ανάμεσα στο κυρίως πιάτο και το γλυκό φτάνει, ώστε να πυροδοτήσει την πλήρη διάλυσή της, με τα σκάγια φυσικά να φτάνουν μέχρι και το θεατή, από την άλλη μεριά του πανιού. Θα υπάρξει άραγε κάθαρση;

Οι στιγμές χαοτικής εν συνείδησης του πρωταγωνιστή συνοδεύουν τις εκρήξεις χαράς ή θυμού των υπολοίπων. Κοντινά πλάνα πάνω σε αντικείμενα, κάνουν ακόμα πιο έντονη την παρουσία του παρελθόντος. Ο καπνός από τα τσιγάρα της μικρής αδελφής διαλύει τα πλαίσια της συμβατικότητας: ο Χavier Dolan δε γύρισε μια ακόμα δραματική ταινία οικογενειακών ιστοριών, αλλά αποτύπωσε πάνω στο φιλμ τις σταγόνες του ιδρώτα που κυλούν στον λαιμό του καθενός από εμάς, τη στιγμή που ετοιμαζόμαστε να αφήσουμε πίσω την οικογενειακή προστασία, γιατί ξέρουμε ότι με αυτή γύρω μας, δεν μπορούμε να δημιουργήσουμε. Κάθε ανάμνηση, όμως, λειτουργεί και θα λειτουργεί πάντα ως βάση για την επικείμενη δημιουργία, θα είναι σαν το γελοίο τραγούδι της εφηβείας, που, όταν το ξανακούς στα 27 σου, στην ταινία τοu Dolan, χαμογελάς, γιατί σου παρέχει ένα περίεργο αίσθημα ασφάλειας. Αυτή είναι η τομή που σε διαχωρίζει από τον εγκρατή σινεφίλ που αγόρασε μόλις τα εισιτήρια για τον Κen Loach, αυτός ποτέ δεν τραγούδησε, ενώ χοροπηδούσε στο κρεβάτι: Μα ιά χιιιι, μα ιά χααα, μα ιααα χάχα, ούτε ποτέ σταμάτησε αυτό που έκανε για να απολαύσει εσένα που το τραγουδούσες. (https://www.youtube.com/watch?v=GN3Slwk5gWM).

Και σχετικά με τον κούκο… Το ζήτημα του θανάτου επανέρχεται με έντονο suspense, σε έναν τέλειο αφηγηματικό κύκλο, στα τελευταία δέκα λεπτά της ταινίας. Υπήρχε στα παρασκήνια και υπέσκαπτε τις στιγμές όπου η οικογένεια επανέφερε λίγη από την ξεχασμένη της τρυφερότητα. Ο θάνατος θα έρθει ούτως ή άλλως, γι’ αυτό κάποιος (και γιατί όχι ένας κούκος, που φέρει άλλωστε την ευθύνη για το πέρασμα του χρόνου) πρέπει για λίγο να πάρει πάνω του το βάρος της ανυπαρξίας, όσο εσύ φοράς το καπέλο σου, βάζεις στη διαπασών Μοby και ανοίγεις την πόρτα προς το φως. Φεύγεις και ίσως σύντομα σταματήσεις να υπάρχεις. Φεύγεις όμως.

Like a boss.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s