Πού αρχίζει και πού σταματά το όνειρο; | Νίκη Συρίγου

Το σκηνικό θυμίζει κινηματογραφικό τοπίο. Θυμίζει ένα άψογα καλοστημένο σκηνικό μιας ακριβής παραγωγής κάποιας πολλά υποσχόμενης ταινίας.

Σαν διά μαγείας έχω βρεθεί σ’ ένα άδειο μέρος που μοιάζει με εγκαταλελειμμένο χωριό και βρέχει αδιάκοπα. Ο αέρας φυσάει τόσο δυνατά, λυσσασμένα. Τα φύλλα που βρίσκονται σκορπισμένα στο βρεγμένο έδαφος υψώνονται στον αέρα, στροβιλίζονται για ώρα αρκετή και στη συνέχεια καταλήγουν και πάλι γύρω απ’ τα πόδια μου. Το κρύο μ’ έχει τυλίξει. Τα μηνίγγια μου πονούν. Αισθάνομαι το κεφάλι μου έτοιμο να εκραγεί. Τα δόντια μου τρίζουν ρυθμικά. Προσπαθώ να φωνάξω αλλά δεν κατορθώνω ν’ αρθρώσω λέξη. Νιώθω τα χείλη μου να κινούνται αλλά δε βγαίνει ίχνος φωνής. Ξαφνικά, λευκός καπνός περιορίζει ακόμη περισσότερο την ήδη περιορισμένη ορατότητα. Από κάπου ακούω ψίθυρους. Απλώνω το βλέμμα μου στον χώρο αλλά δεν βλέπω τίποτε. Οι ψίθυροι εξακολουθούν ν’ ακούγονται αλλά δεν βλέπω το παραμικρό. Πάω κι εγώ να μιλήσω αλλά άδικος κόπος. Μονάχα η δική μου φωνή δεν ακούγεται. Γιατί; Ποιος ο λόγος;

Δεν ξέρω τι συμβαίνει αλλά δεν φοβάμαι. Όχι, δεν αισθάνομαι τρόμο. Θα έλεγα, μάλιστα, πως στο μέρος αυτό κάτι μού ανήκει. Οι φωνές όλο και δυναμώνουν. Ψηλά στο βάθος σαν από ένα παλιό αραχνιασμένο κάστρο βγαίνουν κάποιες μορφές. Αέρινες, άυλες μορφές. Ξεπηδούν απ’ τα στρογγυλά παράθυρα και στροβιλίζονται στον αέρα. Πετούν ψηλά. Χαζεύω τις μορφές που δείχνουν να περιμένουν εναγωνίως για κάτι. Μα, τι με έφερε εδώ; Πώς ήρθα; Τι με ώθησε και γιατί; Έχω αφεθεί και κοιτώ τις μορφές. Ποιες είναι αυτές, τι τούς συνέβη, γιατί βρίσκονται εδώ και τι ζητούν; Τις κοιτάζω ενώ, σταδιακά, η μια μετά την άλλη προσγειώνονται πλάι μου και περπατούν. Κάποιες με προσπερνούν αδιάφορα και συνεχίζουν. Τραβούν για αλλού. Κάτι μού λέει ότι κάτι ψάχνουν κι αυτό το κάτι δεν είμαι εγώ, δεν είναι εδώ. Άσπρες αέρινες μορφές περπατούν κοντά μου, βρίσκομαι ανάμεσά τους και, αντί ν’ αρχίζω να ουρλιάζω, κοιτώ μαγεμένη. Τις παρατηρώ μία προς μία ενώ μια ασταμάτητη απόκοσμη και σπαρακτική βοή συνοδεύει σαν μουσικό χαλί την όλη σκηνή. Μαλλιά και ρούχα στάζουν λόγω της βροχής. Στον αντίποδα, όμως, οι σταγόνες ίσα που ακουμπούν πάνω στις άυλες μορφές κι αμέσως γλιστρούν στο έδαφος δίχως αυτές να βρέχονται. Οι μορφές παραμένουν ακέραιες.

Ωστόσο, εγώ εξακολουθώ να τις κοιτώ ώσπου το βλέμμα μου πέφτει πάνω σε μια ξεχωριστή μορφή. Σε μια μορφή που με πάει χρόνια πίσω, που μού ξυπνά μνήμες οδυνηρές. Όχι, βέβαια ότι κοιμήθηκαν και ποτέ. Σε μια μορφή με γλυκά χαρακτηριστικά και μ’ εκείνα τα σκοτεινά μάτια. Σε μια μορφή που δεν κατάφερα ποτέ μου να κλείσω μέσα στην αγκαλιά μου κι έμεινα με την πίκρα στα χείλη. Σε μια μορφή που αγάπησα όσο καμιά άλλη και που δεν πρόλαβα να τής πω ότι ήταν η Ζωή μου η ίδια. Σε μια μορφή που έχασα ακαριαία ένα κρύο φθινοπωρινό βράδυ κι όλα γύρω μου πάγωσαν.

Η άυλη αυτή μορφή σήκωσε το βλέμμα της και διασταυρώθηκε με το δικό μου. Την ίδια στιγμή η βοή σταμάτησε και οι υπόλοιπες εναπομείνασες μορφές εξαφανίστηκαν. Αυτό που έψαχναν δεν βρισκόταν εδώ. Εδώ ήμουν μονάχα εγώ αποκλειστικά και μόνο γι’ αυτή την ξεχωριστή μορφή. Την δική μου μορφή. Τον δικό μου άνθρωπο. Δεν ξέρω ποια δύναμη ή ποια ενέργεια με οδήγησε εδώ. Δεν ξέρω τι παιχνίδια είναι αυτά. Ίσως, βρίσκομαι σε άλλη διάσταση. Μού αρκεί, ωστόσο, και μόνο που αντίκρισα αυτά τα δυο μάτια. Κάποιος ή κάτι μας έδινε μια δεύτερη ευκαιρία και δεν θα την αφήναμε ανεκμετάλλευτη.

Ξάφνου, το τοπίο άλλαξε. Μεταμορφώθηκε. Μια γλυκιά ζέστη με τύλιξε κι ένιωσα μια απίστευτη ευφορία. Το ήξερα ότι εδώ ήμουν ασφαλής.

Η μορφή μ’ έπιασε απ’ το χέρι. Δεν χάθηκε μέσα στην παλάμη μου. Το ένα χέρι ακουμπούσε το άλλο. Με οδήγησε στο παλιό κάστρο κι εκεί παραδοθήκαμε σ’ έναν έρωτα που τον χρωστούσε ο ένας στον άλλο. Έκανα έρωτα με την μορφή που ξεχώρισα, με την μορφή που αγάπησα. Κι αυτό δεν μπορεί να ήταν πλάνη. Δεν μπορεί να ήταν ψέμα. Κάθε εκατοστό του κορμιού μου ριγούσε. Μα όλα μού φάνηκαν τόσο σύντομα. Ή, μήπως, έχασα την αίσθηση του χρόνου; Ωστόσο, η μορφή γρήγορα σηκώθηκε, τής είπα πως την αγαπάω όσο τίποτε άλλο σ’ αυτή την άδεια Ζωή και πως θέλω να ταξιδέψω μαζί της αλλά δεν έχω το σθένος να δώσω ένα τέλος. Η μορφή κούνησε αρνητικά το κεφάλι πέρα δώθε, μού χαμογέλασε κι εξαφανίστηκε.

Στη συνέχεια, μάζεψα τα ρούχα μου, σκούπισα τα δάκρυά μου κι έφυγα τρέχοντας απ’ το κάστρο κι απ’ το παράξενο χωριό. Το χωριό των διψασμένων Ψυχών. Και, καθώς έτρεχα, σταμάτησα για λίγα δευτερόλεπτα. Γύρισα το κεφάλι μου και διάβασα την ξύλινη επιγραφή. «Τόπος δεύτερων ευκαιριών κι εκπλήρωσης απωθημένων των βασανισμένων Ψυχών».

Άραγε, οι άλλες μορφές που είδα με τα ίδια μου τα μάτια βρήκαν το άλλο τους μισό, για να ηρεμήσουν και οι νεκροί και οι ζωντανοί;

Όμως…

Ξύπνησα απότομα και με την ανάσα κομμένη. Κι, όμως… Είμαι σίγουρη πως ό, τι έζησα δεν ήταν πλάνη. Νιώθω να βουλιάζω σ’ έναν απύθμενο βούρκο, σ’ έναν σιχαμένο βάλτο. Νιώθω να χάνω το μυαλό μου. Δεν είναι δυνατόν όλα αυτά να ήταν μια απλή φαντασία. Απλά δεν γίνεται.

Και τότε ένιωσα να με σκεπάζει ένα δροσερό αεράκι σαν κι αυτό που με τύλιγε πριν. Και στα λευκά μου σεντόνια; Πάνω στα λευκά μου σεντόνια δέσποζαν σκόρπια μερικά κίτρινα και καφέ φύλλα ίδια με αυτά που στροβιλίζονταν μπροστά στα μάτια μου και κατέληγαν στα πόδια μου λίγο πιο πριν…

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s