Μαζί σου την ημέρα της κρίσης – Μέρος 3ο | Μιλένα Βλασσοπούλου

Η επαφή με τη μικρή Ζωή, έκανε τη Δόμνα να επισκέπτεται όλο και πιο συχνά το δωμάτιο στο δωμάτιο στο οποίο είχε μείνει έστω για λίγο η μυρωδιά του παιδιού της. Η Ζωή ήταν όλα όσα δεν έγινε ο μικρός Γκεόργκι. Το άδειο κρεβάτι γέμιζε ζωντάνια μόνο από τη φαντασία της μάνας. Όταν ένιωθε πολύ έντονη την παρουσία του στο δωμάτιο, του έφερνε λίγο φαγητό για να ξεγελάσει το κουρασμένο της μυαλό. Έδινε όλη τη δύναμη και την αγάπη που της είχε απομείνει, στη Ζωή και στα άτυχα παιδιά του ορφανοτροφείου.

Η Δόμνα ήταν ένα κορίτσι που είχε νιώσει τον πόλεμο ακόμα και στο ίδιο της το σπίτι. Μεγάλωσε με το φόβο ότι η ζώνη του πατέρα της θα ακουμπούσε ξανά την αδύναμη πλάτη της. Έβαζε κρυφά κάτω από το κρεβάτι βιβλία και περιοδικά της εποχής. Ονειρευόταν μια αγάπη όπως τα παραμύθια. Μια ζωή χωρίς τον τρόμο της κακοποίησης. Μα η ζωή την κακοποίησε. Την καταδίκασε να μιλά σε ένα μουσκεμένο μαξιλάρι και μια σκιά που θύμιζε τον γιό της. Της αρκούσε όμως, έστω κι αυτή η πραγματικότητα. Σκέφτηκε πως στον Παράδεισο θα συναντήσει την αγέννητη κόρη της Όλγας και θα της πει πως στη γη υπάρχει εκείνη που πάλεψε για να τη κρατήσει στη ζωή, έστω κι αυτούς τους 8 μήνες.

Μα και η Όλγα αντιμετώπιζε την τρέλα τη τρέλα της βίας κάθε ώρα και στιγμή της ζωής της. Είκοσί πέντε χρόνια ο Φρίντριχ την προστάτευσε, έτσι νόμιζε τουλάχιστον, από τον έξω κόσμο. Την είχε σώσει από βέβαιο πνιγμό σ’ ένα παγωμένο ποτάμι. Ήταν μόλις πέντε χρονών και ο Φρίντριχ λίγο μεγαλύτερος. Του διέφευγε όμως πως το καλούπι που είχε δημιουργήσει για εκείνη την έπνιγε όσο τίποτε άλλο. Της στέρησε τη ζεστασιά της παιδικής αγκαλιάς και το δικό του γέλιο κόπηκε… μαχαίρι.

Μια βουβή κραυγή βγήκε από τους αδύναμους πνεύμονες της Λένα όταν είδε το αίμα να κυλά από τα πόδια της Όλγας. Της θύμισε το έγκλημα που η ίδια είχε κάνει. Ενώ εκείνη αρνιόταν να δει το σπλάχνο της να μεγαλώνει, μια μάνα πάλευε να σώσει δύο ζωές. Από την άλλη πλευρά, η Ρενέ κουβαλούσε το βάρος της ορφάνιας στη πλάτη. Ήταν το κορίτσι που επέζησε μα οι τρεις υπόλοιπες γυναίκες είχαν νιώσει την απώλεια του ομφάλιου λώρου. Η ώρα ήταν περασμένη. Έξω από τα παράθυρα επικρατούσε ησυχία, μα στο μυαλό της Δόμνας αυτό ήταν πολυτέλεια.

Είχε αποκοιμηθεί πάνω στο μαξιλάρι που κάποτε χαμογελούσε ο μικρός Γκεόργκι. Κάποιες στιγμές τον φανταζόταν να παίζει ανέμελα στο προαύλιο του ορφανοτροφείου. Γεμάτος ελπίδα και ζωή. Τα παιδικά γέλια όμως σφραγίζονταν μόλις έκλειναν οι περσίδες των παραθύρων. Στον έξω κόσμο μια ομάδα γυναικών μάζευε τα κομμάτια από κομμένα ρούχα στρατιωτών. Ο πόλεμος είχε τελειώσει μα η απώλεια παραμένει. Κάπου κάπου, ο άνεμος έπαιρνε μαζί του κομμένες σελίδες από παιδικά βιβλία.

Τελικά ο πόλεμος έκλεψε την αθωότητα όλων. Τίποτα δεν ήταν το ίδιο, ανέπαφο, χρωματιστό. Ο δρόμος ήταν θολός από τους καπνούς που δημιουργούσαν οι στίβες καμμένων αντικειμένων. Όλα θύμιζαν διπλό σίγμα τελικό. Το σήμα που έκλεψε τη ζωή μιας ολόκληρης χώρας.

Μα τέσσερις γυναίκες ήταν αρκετές να δώσουν πνοή σε μια νεκρή συνείδηση. Η Ζωή μεγάλωνε. Γέμιζε καθημερινά γνώσεις και ελπίδα για μια ζωή όμορφη, σαν μια γυναίκα που μόλις άνοιξε τα μάτια της. Ήταν ακόμα νωρις να μάθει την αλήθεια.οι τέσσερις γυναίκες θεωρούσαν πως ήταν νωρίς να εξηγήσουν σε ένα παιδί τον πόλεμο και την ασχήμια του

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s