Άφησες το γκάζι | Αλέξης Σακελλαρόπουλος

Αναπνοή βαθειά. Ο ήλιος σε λούζει ενώ εσύ είσαι πλήρως δεκτικός σε αυτόν. Κάθεσαι καμπουριασμένος στο πεζούλι που ένα χρόνο πριν στεκόταν μία μπάντα παίζοντας ηπειρώτικο stoner. Έχουν αλλάξει οι καιροί τελικά.

Ακριβώς μπροστά, μία καμινάδα παίρνει απότομα ύψος. Φαίνεται, λες και φτάνει στον ήλιο αλλά δεν αργείς να καταλάβεις ότι είναι μία ψευδαίσθηση, μία οφθαλμαπάτη.  Την εξετάζεις προσεκτικά από τη βάση μέχρι και την κορυφή της αλλά το βλέμμα δεν μπορεί να κρατηθεί για πολλή ώρα εκεί στα ψηλά καθώς τυφλώνεσαι από τη λαμπρότητα της ζωής, της ενέργειας.

Έτσι όπως έχεις αφήσει τον κορμό σου να πέσει πάνω στη μέση σου από την κούραση, ξαφνικά νιώθεις ένα αεράκι να ξεγλιστράει στο σβέρκο σου. Κάτι φέρνει. Κάτι περίεργο. Είναι μία μυρωδιά άσχημη, αλλά δεν είναι καυσαέριο- πράγμα περίεργο δεδομένου ότι είσαι στο κέντρο της Αθήνας. Προσπαθείς να καταλάβεις από πού έρχεται, αλλά δεν σε συντροφεύει για πολλή ώρα. Πάει, έφυγε . Όπως πρέπει να φύγεις κι εσύ γιατί έχεις δουλειές και οι δουλειές δεν χαρίζονται. Πρέπει να τακτοποιηθούν. Έχοντας πάρει λίγες ανάσες και μερικές ηλιαχτίδες αποφασίζεις να ισιώσεις τον κορμό σου και να σηκωθείς.

Νάτο πάλι. Το αεράκι ξαναγύρισε, πάλι με συντροφιά τη μυρωδιά. Θα σκάσεις, καθώς δεν ξέρεις από πού προέρχεται. Θες να βρεις την πηγή. Η περιέργειά σου, σε συνδυασμό με την πρόσφατη εμπειρία του τηλεοπτικού Sherlock σε μετατρέπουν σε ένα επίδοξο ντετέκτιβ που θέλει να λύσει το μυστήριο. Κατευθύνεσαι προς την πόρτα πίσω σου όπου η μυρωδιά είναι πιο έντονη. Την ανοίγεις.

Η περιέργεια πλέον συνοδεύεται από έκπληξη, η οποία με τη σειρά της σε κάνει να τραβάς μεγαλύτερες τζούρες , ενώ στα δεξιά σου μεταλλικά μοτίβα ιστορίας σε φωνάζουν να τα διαβάσεις, με τη αφή, με την όραση με όλο σου το είναι. Δεν μπορείς να καταλάβεις τι είναι ή τι ήταν εκεί, ξέρεις μόνο πως είναι ζωντανό και σε καλεί να το γνωρίσεις.

Ο χρόνος όμως περνάει γρήγορα και οι δουλειές δεν πρόκειται να γίνουν μόνες τους. Θες να μείνεις, να γνωριστείτε. Σε καλεί, ναι, το ακούς πλέον! Η μυρωδιά έχει μετασχηματιστεί σε ένα κουβάρι που ο δαιμόνιος ντετέκτιβ μέσα σου θέλει να λύσει. Αλλά δεν προλαβαίνεις.

Κοιτάς, κρατάς την εικόνα, τη μυρωδιά, την αφή του μετάλλου και σιγά σιγά υποχωρείς με βήματα προς τα πίσω. Η καθημερινότητα σε φωνάζει και δεν μπορείς να την αγνοείς για πάντα.  Φεύγοντας κλείνεις την πόρτα καλά, λες και αυτό που είναι εκεί μέσα θες να το κρατήσεις μόνο για σένα.

Η καμινάδα παραμένει μπροστά σου, κάνοντας παρέα στον ήλιο. Θες να γυρίσεις πίσω, αλλά αντί να το κάνεις, επιταχύνεις, προσπερνάς την πανύψηλη σύντροφο του ήλιου και βγαίνεις από την ίδια πόρτα που είχες βγει και μετά από το live με τα κλαρίνα και τις ηλεκτρικές κιθάρες που είχες πάει πριν από ένα χρόνο και κάτι .

Ξέρεις ότι θα το μετανιώσεις, αλλά δεν έχεις άλλες επιλογές. Ή μάλλον έχεις! Να ξανάρθεις. Ναι, θα ξανάρθεις, το υπόσχεσαι στον εαυτό σου. Όπως είχες υποσχεθεί να μην αφήνεις τίποτα για αύριο. Carpe diem!

Το εισιτήριο είναι ήδη στο χέρι σου και βρίσκεσαι να κατεβαίνεις τις σκάλες του σταθμού. Αναρωτιέσαι γιατί δεν πήγες από τις κυλιόμενες, αλλά αυτό δεν έχει και πολλή μεγάλη σημασία πλέον καθώς έφτασες στο τέλος τους.
Σταματάς καθώς μία τεράστια δύναμη σε τραβάει πίσω στο χώρο που ήσουν, στη μυρωδιά. Δεν γυρνάς πίσω όμως, χάνεσαι στη σκέψη σου. Το μόνο που ακούς είναι μία γυναικεία φωνή να λέει “Επόμενος σταθμός, Μοναστηράκι…” .

Το Γκάζι έμεινε πίσω σου.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s