Πίσω από την πόρτα | Ελλάδα Κράλλη

Και πέσανε οι πρώτες νιφάδες χιονιού πάνω από το χωριουδάκι Frumentum Theatrum. Ήταν ένα μικρό ήσυχο μέρος με πολλά γραφικά στοιχεία, μα μόλις τα τύλιγε το χιόνι όλα κρύβονταν μέχρι να ξαναβγεί η ομορφιά τους με την θέρμη της άνοιξης. Ο Ιούλιος ένα μικρό αγοράκι, ήταν το μοναδικό παιδί που έπαιζε κάθε χρόνο τέτοια εποχή. Είχε βγει ένας νόμος μεταξύ των κατοίκων να αποφεύγουν όσο γίνεται αυτό «το πράγμα», όπως το αποκαλούσαν. Πολλές φορές τον μάλωνε η νταντά του, μια κοντή στρουμπουλή γλυκιά γυναίκα ,μα με λίγο κακιασμένο ύφος. Αρκετά συχνά πίσω από την πλάτη της ο Ιούλιος την αποκαλούσε διαβολική μάγισσα. Μια μέρα λοιπόν, ρώτησε την Γουλιέλμα :

«Μα γιατί πάντα με δέρνεις και μου φωνάζεις όταν θέλω να βγω να παίξω;

-Ιούλιε δεν θα ξανακάνουμε αυτή την συζήτηση σε παρακαλώ. Είναι ο νόμος του χωριού μας και επιπλέον αυστηρός κανόνας της μητέρας σου….

-Η οποία πάντα λείπει από το σπίτι και πολύ σπάνια την βλέπω.

-Μην είσαι αχάριστος Ιούλιε. Να ‘ξερες τι περνάει η μητέρα σας για να σας μεγαλώσει.

-Κρίμα που η αδελφούλα μου είναι μικρή, διότι δεν μπορώ να παίξω ακόμα μαζί της.

-Θα έρθει ο καιρός που θα γίνει κι αυτό, απλά κάνε υπομονή».

Δεν είχε διάθεση να συνεχίσει την συζήτηση μαζί της, γιατί ήξερε που θα κατέληγε. Κλείστηκε στο δωμάτιο των παιχνιδιών και συνομιλούσε στα παιχνίδια που είχε μαζέψει τριγύρω του. Δεν είχε γενικά φίλους, εφόσον το σπίτι του ήταν μακριά σε σχέση με το υπόλοιπο χωριό. Δεν είχε επαφή με κανέναν άνθρωπο και οι μοναδικοί του φίλοι ήταν αυτά τα παιχνίδια. Κοιμήθηκε καταγής κρατώντας ένα στρατιωτάκι…………

Ένα βιβλίο βρισκόταν  παρατημένο σε μια καρέκλα με λόγια τρομαχτικά. Τρέξανε οι χωρικοί να το σταματήσουν από το κακό ξόρκι που τους έκανε μια πανούργα σκοτεινή νεράιδα, που φαινόταν τόσο γλυκιά και πανέμορφη, αλλά από μέσα της μοχθηρή και ψεύτρα και το μόνο που ήθελε ήταν να σπέρνει την διαφθορά και την κακία…….

«Μην το διαβάσεις Κατρίνα δεν πρέπει» ……σιωπή και μετά ξέσπασε βροχή και όλα χάθηκαν……

«Ω!! μα τί ήταν αυτό που είδα; Μήπως δεν κοιμόμουν; Μα ήταν τόσο αληθινό!».

Ακόμα κρατούσε αυτό το σκουριασμένο στρατιωτάκι και καθώς το πέταξε σε μια άκρη πρόσεξε μια φιγούρα μιας κούκλας της αδελφής του. Έμοιαζε τόσο με την Κατρίνα. «Αποκλείεται», είπε σίγουρος, μα μέσα του κυριαρχούσε η αμφιβολία .Στα μάτια ενός μικρού παιδιού όλα φαντάζουν μεγαλόπρεπα και δημιουργούν ένα περιβάλλον από μυθικά πλάσματα σαν παλιές ιστορίες που ψελλίζουν οι γονείς στα παιδιά τους για να τα φοβερίζουν. Δεν έδωσε τόσο σημασία και πήγε στο κρεβάτι του να συνεχίσει τον ύπνο του. Τον ξύπνησε όμως η τσιρίδα της νταντάς του. Έτρεξε γρήγορα να προλάβει το κακό και την είδε να παλεύει να βγάζει τα δεσμά που μόλις της είχαν βάλει. Την βοήθησε και μετά προσπάθησε να την ηρεμήσει. Απόρησε για το πως είχε βρεθεί σε τέτοια κατάσταση και ποιός θα μπορούσε να έκανε κάτι τόσο αποτρόπαιο.

Με το ξημέρωμα, χωρίς να έχει ξανακλείσει μάτι, αποφάσισε να απευθυνθεί στους γηραιότερους του χωριού για να διευθετήσουν το όλο το θέμα. Είχαν μείνει με ανοιχτά τα στόματα, επειδή τέτοια πράξη είχε να εμφανιστεί από τα αρχαία χρόνια. Το θεώρησαν απλό και δεν άφησαν να τους τρομάξει η σκέψη μιας αρχαιότητας. Κάπως ανακουφισμένη έφυγε από ‘κει και συνεχώς αναστέναζε…..

«Λούκας!

-Μάλιστα αφέντη Αντίκους.

-Να παρακολουθήσεις στενά το σπίτι της Κυρίας Φέλιξ και ειδικά τις κινήσεις της Γουλιέλμας. Θέλω πλήρη αναφορά κατάλαβες;

-Σαφώς αφέντη στη διάθεσή σας».

Αφού έφυγε ο Λούκας, ένας πιστός υπήκοός του, κάθισε και συλλογίστηκε τα γεγονότα, αφού πρώτα αποχαιρέτησε τους άλλους γηραιούς .Ήταν η κεφαλή του χωριού και όλοι τον σέβονταν και η γνώμη του επηρέαζε όλους τους κατοίκους. Εκείνος ήταν ο ιδρυτής του νόμου της απαγόρευσης κυκλοφορίας και κάθε είδους επαφής με το χιόνι. Είχε σβήσει όλα τα φώτα στην κοινότητα και καθόταν στο στρογγυλό τραπέζι εκεί όπου γίνονταν τα συμβούλια. Για ώρα είχε αφεθεί σκεφτόμενος τη σημερινή νύξη αυτής της νταντάς. Δεν της είχε και ιδιαίτερη συμπάθεια και γενικώς έδειχνε μια αποστροφή στους γύρω ανθρώπους και του άρεσε η απομόνωση στο σπιτικό του.

«Μαμά αχ τι καλά που γύρισες νωρίτερα σήμερα. Μου λείπεις συνέχεια μαμά.

-Σε παρακαλώ Ιούλιε είμαι πολύ κουρασμένη. Γουλιέλμα;

-Μάλιστα κυρία.

-Η Λουσίντα έφαγε;

-Βεβαίως κυρία και ο Ιούλιος.

-Τότε λοιπόν κοίμισε τον Ιούλιο και πήγαινε μετά και εσύ να ξεκουραστείς.

-‘Όπως επιθυμείτε κυρία».

Ένα παραπονεμένο ύφος φάνηκε στο πρόσωπο του μικρού αγοριού για μια μητέρα που τον έβλεπε σαν κατοικίδιο. Πήγε να κλάψει, μα συγκρατήθηκε και προχωρούσε με αργά βήματα στο δωμάτιό του.

«Λοιπόν, ποιό παραμύθι θες να σου πω σήμερα;

-Θέλω να μου πεις για την Κατρίνα.

-Ποιά είναι αυτή;

-Δεν ξέρω κι εγώ και ήλπιζα να μου πεις εσύ, γιατί της απαγόρεψαν να μην διαβάσει κάτι λόγια σε ένα βιβλίο και μετά δεν ξέρω τι έγινε.

-Πάλι φαντασιώνεσαι μικρέ μου;

-Μα….».

Δεν μπόρεσε να εκφράσει τίποτα παραπάνω και άρχισε να γλαρώνει με το παραμύθι της Γουλιέλμας. Δεν πέρασε πολύ ώρα και αποκοιμήθηκε. Ένας κρότος από τα σκαλιά τον ξύπνησε και μια φωνή : «’Έλα μαζί μας».

Είχε τρομάξει μα συνέχισε να κατεβαίνει, ώστε να μάθει ποιός παίζει κρυφτό και δεν τον ακούει κανένας εκτός από εκείνον. Έφτασε μέχρι το δωμάτιο με τα παιχνίδια και άκουγε ψιθυρίσματα. Άνοιξε την πόρτα απότομα και όλα ήταν διασκορπισμένα. Είχε την αίσθηση πως τα παιχνίδια ήταν ζωντανά και για ώρα φώναζε πως δεν τον ξεγελάνε με την νεκρική τους αποχή. Ακούστηκε ένα φτέρνισμα που τον έκανε να σταματήσει τις φωνές. Ήταν η ίδια κούκλα…. «είσαι η Κατρίνα»….. δίχως να το καταλάβει γρατζουνιές γέμισε το πρόσωπό του και από την ταραχή του λιποθύμησε.

Τις φωνές τις άκουσε η Γουλιέλμα και με δυνατή κραυγή φώναξε την κυρά της να αντικρύσει το θέαμα. Δεν έδωσε βάση καθόλου στο τι προηγήθηκε και για το πώς ήταν το παιδί της. Διέταξε απλά την Γουλιέλμα να καλέσει τον τοπικό γιατρό δίνοντας της λίγα χρήματα για να τον πληρώσει. Μετά έφυγε ατάραχη και πήγε να συνεχίσει τον ύπνο της σαν να μην συνέβη τίποτα. Ο γιατρός ακούγοντας το παραμιλητό του Ιούλιου έβγαλε το συμπέρασμα ότι τον είχαν κυριεύσει μάγια αι συγκεκριμένα από την Κατρίνα. Της συνέστησε πάραυτα να το αναφέρει στην κοινότητα και αυτό θα έκανε.

Με τον ερχομό της αυγής και αφού απόλαυσε ένα πλούσιο πρωινό, η νταντά τον έπλυνε, τον έντυσε, τον χτένισε και τον πήρε μαζί της. Μόλις τον είδαν οι γηραιότεροι φοβήθηκαν.

«Ιδού Κύριε Αντίκους το επόμενο κρούσμα… με την εντολή του γιατρού ήρθα εδώ. Είπε πως είναι μάγια και μάθαμε και από ποιά. Το όνομά της είναι Κατρίνα».

Με το άκουσμα του ονόματος ο Άντικους ένιωσε ρίγος να διαπερνά την ραχοκοκαλιά του. «Δεσποινίς Γουλιέλμα αυτό που λέτε αποκλείεται να ισχύει.

-Μα γιατί αφέντη;

-Η Κατρίνα Ζανμάρκ καταδικάστηκε στην πύρα το 312 π.Χ.

-Ορίστε;

-Ναι! Και ήταν μάγισσα όπως είπατε. Αλλά δεν υπάρχει καμία απολύτως περίπτωση να είναι αυτή λοιπόν. Πιστεύω πως το θέμα θεωρείται λήξαν και ότι απλά επρόκειτο για κάποια φάρσα. Εκτιμούμε βαθύτατα την ειλικρίνεια σας και για οτιδήποτε προκύψει, να μας κρατάτε ενήμερους.

-Σας ευχαριστώ καλέ μου αφέντη».

Αισθάνθηκε πως είχε γίνει περίγελος του χωριού και με την πορεία για το σπίτι από διάφορα σοκάκια άκουγε σιγανά χαχανητά και κατηγορίες  για την κατάσταση του παιδιού. Όταν επέστρεψαν το σπίτι έδειχνε τόσο άδειο και παγωμένο. Παγωμένο σίγουρα, αφού βρισκόταν στην μεγαλύτερη βουνοπλαγιά και ειδικά τέτοια εποχή όλα ήταν κρυστάλλινα καθώς έπεφτε η νύχτα και το έλουζε το φεγγάρι. Σκούπισε τα λιγοστά δάκρυά της και παρατηρούσε τον Ιούλιο που χάζευε το χιόνι έξω από το παράθυρο. Άρχισε να εξιστορεί δικά του παραμύθια για κάποια μακρινή πριγκίπισσα του χιονιού σε μια χώρα ψηλά πάνω στα σύννεφα που είχε για προστάτη της έναν πέτρινο δράκο, ο οποίος πετούσε τη φωτιά του πάγου. Ήταν όμορφο από την μια που είχε τέτοια φαντασία, αλλά από την άλλη κακό, διότι χανόταν σε κάτι ανύπαρκτο και ανυπόστατο.

Προσποιήθηκε πως κοιμόταν για να δει την νταντά του να χάνεται μέσα στο σκοτάδι κατευθυνόμενη στο δωμάτιό της. Αφού σιγουρεύτηκε ότι όλοι κοιμόντουσαν, πήγε πάλι στο ίδιο δωμάτιο.

«Άνοιξε την πόρτα Ιούλιε», του είπε μια σιγανή φωνή. Αυτή την φορά, όμως δεν υπήρχε κάτι άψυχο να κείτεται στο πάτωμα, μα μια ολοζώντανη γυναίκα. Από το ξάφνιασμα δεν μπορούσε να βγάλει μιλιά. «Εγώ είμαι η περιβόητη Κατρίνα. Επιτέλους με βλέπεις ζωντανή.

-Πώς γίνεται αυτό κυρία; Μας είπαν πως έχετε πεθάνει.

-Από τον φόβο τους τα λένε όλα. Θα μου φανείς χρήσιμος και θα δεις πόσο ωραία θα περάσουμε. Δεν θα είσαι μόνος σου πια».

Αυτή ήταν η λέξη κλειδί και αμέσως τον έκανε να συγκινηθεί. Είχε και την ικανότητα της τηλεπάθειας. Τον παρακάλεσε να μην το πει αυτό σε κανέναν για την ύπαρξή της, γιατί αλλιώς θα τον εγκατέλειπε μια για πάντα. Χαρούμενος έτρεξε μέχρι το κρεβάτι του και κοιμήθηκε πάρα πολύ γλυκά.

Ξύπνησε με μια λαχτάρα το πρωί για να παίξει. Άρχισε να τραγουδάει δίχως λόγο και αιτία. Κατέβηκε στο δωμάτιο με τα παιχνίδια. Έμοιαζε τόσο άδειο και κρύο, σαν να έδωσε την τελευταία της πνοή μια ψυχή και να πάγωσε το δωμάτιο, όπως και όλο και το χωριό. Απογοητευμένος κάθισε πάλι στο τζάμι σχηματίζοντας διάφορα σχέδια με την ανάσα του. Η Γουλιέλμα από νεαρή που βρισκόταν σε αυτό το σπίτι είχε την εντύπωση ότι κρύβεται ένα μυστικό, όπου ακόμα δεν το είχε ανακαλύψει. Ήταν ότι καλύτερο για τα παιδιά ειδικά για την μικρή Λουσίντα, που ένα χάδι της μητέρας της δεν είχε πάρει. Μεγάλο κρίμα σαν να είναι μια ανυπαρξία και να αιωρείται μέσα από τους τοίχους. Ο Ιούλιος είχε αποκοιμηθεί στο παράθυρο. Με φροντίδα τον οδήγησε μέχρι το κρεβάτι του και μετά πάλι χάθηκε. Δεν έχασε καιρό το αγόρι και πήγε πάλι στο δωμάτιο. Ήταν ένας παράδεισος, μια μικρή παιχνιδούπολη και κυλίστηκε σε αυτό το ταξίδι.

«Για να έρθεις μαζί μας δεν θα ξαναγυρίσεις σε αυτό το σπίτι.

-Και η νταντά μου, η αδελφή μου και η μητέρα μου;

-Πρέπει να πάρεις μια απόφαση μικρέ μου φίλε.

-Εντάξει θα έρθω μαζί σας».

Μπήκε σε ένα κόσμο χωρίς παγωμένες πεδιάδες και ποτάμια. Όλα ήταν θερμά και εύθυμα. Έπαιξε όσο ποτέ άλλοτε στην ζωή του και μετά από πολύ ώρα ξάπλωσε στο χορτάρι να κοιμηθεί. Όλα άρχισαν να στροβιλίζουν…… και βρέθηκε στο κρεβάτι του.

«Δεν είναι δυνατόν! Έδωσα υπόσχεση. Γιατί γύρισα πάλι πίσω;».

Με τίποτα δεν γινόταν να συγκρατήσει τα δάκρυά του και αναρωτιόταν τον λόγο της επιστροφής του, αν τυχόν έκανε καμιά κακή πράξη και πρόσβαλλε τον κόσμο των παιχνιδιών. Δεν ξεπρόβαλλε καθόλου από το δωμάτιό του και καθόταν σε μια γωνιά σκεφτικός. Κλειδώθηκε αργότερα στην ντουλάπα του σε περίπτωση που ερχόταν η νταντά του να τον ψάξει. Ήθελε να μείνει μόνος μακριά από όλους. Συνεχώς στριφογύριζε για να βρει απαντήσεις, αλλά ήταν τόσο δύσκολο. Ανέβηκε η Γουλιέλμα να δει αν έπαθε κάτι και δεν τον βρήκε. Άρχισε να τον γυρεύει σε όλο το σπίτι αναστατωμένη. Μια φωνή του είπε να βγει στο χιόνι. Αντιστάθηκε, διότι είχε στο μυαλό του τα λόγια της νταντάς του. Δειλά έσπρωξε την πόρτα της ντουλάπας και προχώρησε προς το παράθυρο. Θα διέπραττε κάτι ριψοκίνδυνο, μα δεν τον ένοιαζε. Σκαρφάλωσε τη σκαλωσιά και με δυσκολία κατέβηκε μέχρι κάτω. Μπλέχτηκε το πόδι του σε ένα σίδερο και εκεί που προσπαθούσε να το βγάλει έπεσε κάτω και έχασε τις αισθήσεις του.

 

Συνήλθε σε ένα μέρος διαφορετικό από αυτό των παιχνιδιών και με γεμάτη απορία περπατούσε διστακτικά στο χωματένιο δρόμο. Δεν μπορούσε να δει πιο πέρα, είχε απλωθεί το σκοτάδι και άρχισε να τρέμει. Βρέθηκε σε μια σπηλιά και αχνά φαινόταν ένα φως στο βάθος της. Φώναξε αν είναι κανείς εκεί και καμία απάντηση δεν έλαβε. Πλησιάζοντας περισσότερο στο φωτεινό δωμάτιο αμυδρά είδε ένα βιβλίο. Έδειχνε παλιό και αφημένο σε αυτήν την σπηλιά εδώ και χρόνια. Μπορεί κάποιος να το είχε διαφυλάξει για κάποιο σκοπό. Μετά του ήρθε στο νου το όνειρο με το βιβλίο και σιγουρεύτηκε ότι ήταν της Κατρίνας. Το σήκωσε, αν και ήταν βαρύ και προσπάθησε να βγει έξω, μα και πάλι δεν ήξερε πως να γυρίσει σπίτι. Άνοιξε το βιβλίο και άρχισε να το διαβάζει για να ξεχαστεί. Διάβασε ένα κείμενο με το όνομα Reditus. Του φάνηκε δελεαστικό και καθώς το διάβαζε ανεμοστρόβιλος σηκώθηκε και τον πήρε μαζί του. Κατάχαμα σηκώθηκε και παρατήρησε ότι βρισκόταν σπίτι του και συνειδητοποίησε ότι το βιβλίο ήταν μαγικό και σίγουρα τον επανέφερε στο δικό του περιβάλλον. Άνοιξε τα φώτα και τρόμαξε τόσο πολύ με το βλέμμα της Κατρίνας. Έμοιαζε να είναι γεμάτο λαχτάρα και πονηριά. Άρπαξε το βιβλίο και χόρευε σαν τρελή.

«Επιτέλους το βιβλίο μου.

-Εσύ είσαι η μάγισσα που έλεγαν κάποιοι μεγάλοι κύριοι στην νταντά μου.

-Μα γιατί μικρέ μου σοκαρίστηκες; Εγώ ποτέ δεν ήθελα να βλάψω κανέναν.

-Και γιατί τότε σε κάψανε;

-Δεν ήμουν εγώ, μα η δίδυμη αδελφή μου. Καταδίκασα τον εαυτό μου σαν ένα παιχνίδι, όπως και άλλοι που βρισκόμαστε εδώ, ώστε κάποια μέρα να βρισκόταν το βιβλίο με τα ξόρκια και να ζωντανεύαμε και πάλι.

-Α! ωραία. Και θα είμαστε φίλοι για πάντα ε;

-Φυσικά μικρέ μου φίλε».

Αηδίαζε με την σκέψη του μικρού αγοριού να το έχει φορτωμένο στις πλάτες της, μα κατέστρωνε πάλι μια μοχθηρία. Δεν ήταν τόσο καλή και γλυκιά όσο έδειχνε. Κρατώντας το βιβλίο όδευε σε ένα πιο μικρότερο δωμάτιο, που ο Ιούλιος δεν είχε ξαναδεί. Υπήρχε μια μικρή πόρτα.

«Τί είναι πίσω από την πόρτα;» Φως έλαμψε παντού….. «Είναι τέσσερις η ώρα δεν έχουμε χρόνο σε λίγο θα ξημερώσει»…..

«Ιούλιε; Ιούλιε; Ξύπνα αγάπη μου πόσο ακόμα θα κοιμάσαι;

-Νταντά-Γουλιέλμα; Το βρήκα το βιβλίο με τα ξόρκια και το έδωσα στην Κατρίνα.

-Τί είναι αυτά που λες παιδί μου; Δεν υπάρχει καμία τέτοια γυναίκα. Και αν λες πως το έκανες αυτό, τώρα εκείνη που είναι;

-Κάτω στο δωμάτιο με τα παιχνίδια. Έλα να σου δείξω».

Ήταν τέτοια η επιθυμία του και δεν έγινε αυτό που περίμενε. Άνοιξε το φως του δωματίου και δεν υπήρχε τίποτα, παρά ένα άδειο ξύλινο πάτωμα με άσπρους γυμνούς τοίχους. «Μα πώς γίνεται να μην είναι εδώ;

-Καρδιά μου αυτή είναι η αποθήκη. Ποτέ δεν υπήρχε σε αυτό το σπίτι τέτοιο δωμάτιο. Οργίασε πάλι η φαντασία σου και δεν σε παρεξηγώ, διότι είσαι μικρός ακόμα. Εγώ όταν ήμουν μικρή πριν ακόμα έρθω εδώ είχα μια φίλη και ήταν νεράιδα της νύχτας, όμως κανένας δεν μπορούσε να την δει, μόνο εγώ.

-Και τι απέγινε η φίλη σου νταντά;

-Εξαφανίστηκε καλέ μου, γιατί ήταν απλά μια μυθοπλασία δικιά μου. Δεν μπορείς τώρα να κατανοήσεις την σημασία σε αυτά που σου λέω, αλλά θα φανεί με τον καιρό και θα τα αντιμετωπίσεις μόνος σου».

Στεναχωρήθηκε τόσο με τα λόγια της νταντάς και με τις μέρες να περνούν αβίαστα πείστηκε ότι όλα ήταν φανταστικά. Το χιόνι έλιωσε και οι παπαρούνες γέμισαν τα χωράφια στο γύρω μέρος. Έτρεχε από χαρά που επιτέλους έβγαινε έξω, αγγίζοντας το πρόσωπό του το φως του ήλιου. Είχε πάρει ένα ξυλαράκι κουνώντας το πέρα δώθε βαδίζοντας σε ένα πυκνό κοκκινωπό χωράφι. Δεν το κατάλαβε πως πέρασε η ώρα και είχε αρχίσει να βραδιάζει. Σούρουπο ήταν και κοίταζε με μαγεία τα χρώματα του ουρανού πως συνδυάζονταν με του ήλιου. Μετά από λίγο του ήρθε μια μυρωδιά φωτιάς πέρα στο δάσος πιο κάτω από το χωράφι. Καίγονταν ξερά φύλλα μαζί με κάτι άλλο που δεν μπορούσε να ξεχωρίσει. Εκεί που όλα ήταν σκοτεινά, ένα φως φάνηκε και υπέθεσε ότι θα ήταν η φωτιά. Με αργές κινήσεις προχώρησε μέχρι εκείνο το σημείο πίσω ακριβώς από ένα πανύψηλο δέντρο.

Ανθρώπινη μορφή δεν διέκρινε μόνο φιγούρες αλλόκοτων πλασμάτων. Τελούσαν μια ιδιόμορφη γιορτή. Πρόσωπα δεν μπορούσε να δει ήταν καλυμμένα με διάφορες τρομαχτικές μάσκες. Έφτασε στο σημείο της φωτιάς. Ήταν δεμένη μια γυναίκα και της κόβανε την σάρκα με πελώρια τσεκούρια ίσα-ίσα για να την γεύονται. Εκείνη όμως δεν φοβόταν και αυτό ήταν το πιο περίεργο από όλα. Της είχαν φορέσει και εκείνης προσωπείο και με κάποια ανεξήγητα λόγια ενός άντρα που φαινόταν σαν μοναχός, της αφαιρέθηκε η μάσκα. Κλονίστηκε και αναρίγησε, καθώς κατάλαβε ότι αυτή η γυναίκα ήταν η μητέρα του.

Κλαίγοντας πήρε το δρόμο για το σπίτι. Δεν άντεχε άλλο στην ιδέα για την κατάληξη της μητέρας του. Δεν ήξερε προς τα που πήγαινε, μα είχε την αίσθηση ότι σε λίγο θα πλησίαζε στο σπίτι. Δεν ήθελε να το συζητήσει με κανέναν. Ένιωθε ντροπή και αηδία. Πήρε την απόφαση να αποφεύγει την μητέρα του όσο μπορούσε. Ήταν μια δύσκολη περίοδος, μα ένα παιδί χάνεται σε διάφορες σκέψεις και έτσι δεν άργησαν να έρθουν πάλι τα πρώτα χαμόγελα.

Μια μουντή ατμόσφαιρα σκέπαζε σιγά-σιγά το χωριό και τότε όλοι σταμάτησαν να κυκλοφορούν και γυρίσανε στα σπίτια τους. Ερχόταν πάλι ο χειμώνας. Κατσουφιασμένος ο Ιούλιος έβλεπε το χιόνι να καλύπτει ξανά τις πεδιάδες .Ήταν μια εποχή που μισούσε. Έλειπε η Γουλιέλμα από το σπίτι μαζί με την αδελφούλα του. Είχαν πάει να αγοράσουν τρόφιμα. Θυμήθηκε την αποθήκη. Κατέβηκε και μπήκε μέσα. Τίποτα απολύτως. Επανέλαβε κάποια λόγια που είχε μάθει χωρίς να ξέρει τον λόγο και άρχισε να βυθίζεται. Ήταν κάπου σκοτεινά και ο αέρας φυσούσε με μανία. Η καρδιά του παλλόταν σαν τρελή και είχε μείνει ακίνητος. Επανέλαβε τα λόγια και γύρισε πάλι πίσω και τότε θυμήθηκε την πόρτα. Έψαξε όλη την αποθήκη και ξαφνικά σβήσανε τα φώτα. «Ποιός είναι εκεί;», είπε με τρεμάμενη φωνή, μα απάντηση δεν πήρε. Κάτι αμυδρά φαινόταν στο βάθος του σκοταδιού. Σύρθηκε μέχρι εκεί και αντίκρισε μια πιο μικρή πόρτα. Την άνοιξε με φόβο και βρήκε το βιβλίο με τα ξόρκια.

«Δεν ήταν ψεύτικα τελικά, είχα δίκιο. Τώρα θα το πάρω και θα το κάψω, ώστε να μην γίνει χειρότερο κακό». Ένα βουητό ακούστηκε στο σαλόνι. Έχοντας παραμάσκαλα το βιβλίο μαζί του ανέβηκε να δει ποιός ήταν, που λογικά υπέθεσε θα γύρισε η νταντά του μαζί με την αδελφή του. Ήταν ένας νεαρός άντρας και έδειχνε σαν να γύρευε κάτι.

«Ποιός είστε και τί θέλετε στο σπίτι μου;

-Ηρέμησε αγόρι μου.

-Όχι! Θέλω να μου πείτε τώρα τι ζητάτε εδώ.

-Ψάχνω ένα βιβλίο ,το όποιο είχα πληροφορίες ότι βρίσκεται εδώ σε αυτό το σπίτι. Με διέταξε ο αφέντης μου. Νομίζω πως είναι αυτό που κρατάς. Δώστο μου.

-Όχι! δεν πρόκειται να στο δώσω και θα βάλω ένα τέλος σε αυτό. Θα το κάψω.

-Μη το κάνεις αυτό…..!

-Δεν μπορείς να με σταματήσεις».

Πήγε να τον αγγίξει και μια ασπίδα προστασίας τον κάλυψε. Άναψε μια φωτιά εκεί καταμεσής του σαλονιού και έριχνε μια -μια τις σελίδες στην φωτιά. Σκοτείνιασε ο ουρανός και μούγκριζε ο άνεμος χτυπώντας τα δέντρα. Ο νεαρός είχε πέσει στα γόνατα και από τα μάτια του έσταζε αίμα. Με βία έσπασε την πόρτα ένας μεγαλύτερος άντρας και εισήλθαν μέσα διάφοροι γέροντες. Ήταν οι γηραιοί της κοινότητας. Δεν μπόρεσαν όμως ούτε κι εκείνοι να τον σταματήσουν και τους πέταξε με ένα ξόρκι ανέμου στον τοίχο. Φτάνοντας στην τελευταία σελίδα μια μορφή μες στις φλόγες έκανε την εμφάνιση της.

«Έπεσες στην παγίδα μου μικρό αγοράκι.

-Κατρίνα είσαι εσύ;

-Ναι, εγώ είμαι και ήξερα πως θα έφτανες σε αυτό το σημείο.

-Δεν καταλαβαίνω. Εγώ ήθελα να αποτρέψω το κακό.

-Και το έκανες περισσότερο χαχαχα! Η αδελφή μου είχε ρίξει την κατάρα του χιονιού σε τούτο το άθλιο χωριουδάκι. Μαζί με τις φλόγες τις δικιές μου θα μείνει καταραμένο και αιώνια καταδικασμένο να τρώνε ψυχές στον κόσμο όπου γνώρισες. Στον κόσμο όπου η μητέρα σου είναι απλά μια σκλάβα μας.

-Αυτό δεν είναι αλήθεια.

-Σκέψου λίγο, γιατί δεν μπορείς να δεις κανέναν άλλον;

-Μα μπορώ.

-Νομίζεις πως μπορείς, απλά το μυαλό σου τους έχει πλάσει όλους, όπως θες εσύ.

-Και τότε τί είναι;

-Είσαι νεκρός από την στιγμή που άνοιξες την πόρτα».

Και η τελευταία σελίδα κυλίστηκε στις φλόγες……. όλα αφανίστηκαν και παρέμειναν φιγούρες μέσα από τις στάχτες.

Ένα λυπημένο πρόσωπο χαραγμένο έστεκε για να χαθεί στο σκότος. Τα φυλαγμένα μυστικά που βρίσκονταν πίσω από την πόρτα σφραγίστηκαν με μάγια και ουρλιαχτά.

Αν ποτέ βρεθεί διαβάτης σε εκείνο το χωριό και η ώρα χτυπήσει τέσσερις θα πεθάνει μαζί με τις υπόλοιπες παγιδευμένες ψυχές. Πέφτει το σκοτάδι….. τα φύλλα γλυκοτραγουδούν και οι εφιάλτες σμίγουν σε ένα νέο παιχνίδι αναζητώντας νέα θύματα, που θα τα δελεάσουν να βρεθούν ξανά πίσω από την πόρτα….

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s