Το ρόδο που έκλαιγε | Eλλάδα Κράλλη

Στην μεγαλούπολη, στο κέντρο του Παρισιού το 1830, όλοι ετοιμάζονταν για μια μεγαλόπρεπη γιορτή. Αριστοκρατικές οικογένειες περιφέρονταν στους δρόμους, ψάχνοντας για τα πιο καλύτερα υφάσματα της αγοράς. Άλλα σατέν, άλλα βελούδινα και ότι πιο εξεζητημένο εκείνη την εποχή. Η Ρομπέρτα δυστυχώς δεν ήταν τόσο τυχερή στη ζωή της, ώστε να έχει και αυτές τις ανάλογες ανέσεις. Το γκρίζο φόρεμα της είχε σκιστεί προς τα κάτω και το πρόσωπό της έμοιαζε μουτζουρωμένο, καθώς το φεγγάρι εμφανίστηκε στον ουρανό και φώτισε για λίγο το πρόσωπό της. Λάτρευε να χαζεύει όλες αυτές τις πλούσιες δεσποινίδες με τα μακριά τους φορέματα και τα δαντελωτά τους γάντια, το καπελάκι με το ελαφρύ δυχτάκι να πέφτει στα μέτωπα τους δίνοντας τους μια λάμψη αλλιώτικη με την όψη της νύχτας. Αγαπούσε τον τρόπο ενδυμασίας τους και μπαίνοντας κρυφά σε μαγαζιά παρατηρούσε τους καταστηματάρχες τον τρόπο που έδεναν τους κάθε λογής κορσέδες στις νεαρές ώστε να φαίνονται λεπτεπίλεπτες και φίνες. Αυτό ήταν που την μάγευε κάθε φορά. Ήταν η τελευταία νότα στα σώματά τους. Πόσο ονειρευόταν να ένιωθε στο κορμί της αυτό το ένδυμα. Της έδινε τέτοια ευχάριστη ηδονή έστω και στη φαντασία της που η καρδιάς της φτερούγιζε μόνο και μόνο με αυτή την σκέψη.

«Κυρία Αντελιέ τελικά σας αρέσει αυτό το φόρεμα;

-Μα, ναι φυσικά μην την ρωτάτε. Η κόρη μου ποτέ δεν φόρεσε κάτι ξεπερασμένο και θέλουμε το καλύτερο. Σας παρακαλώ να μας τα τυλίξετε όλα.

-Μάλιστα κυρία».

Η Λώρα δεν ήθελε να βγει από το δοκιμαστήριο και σιχαινόταν όλη αυτή τη διαδικασία. Άλλο ένα κανονισμένο ραντεβού και ένας επίδοξος γάμος για τα μάτια των γονιών της. Δεν μπόρεσε να συγκρατήσει τα δάκρυα της και με δυσκολία μίλησε στη μητέρα της. Σκούπισε τα μάτια της και χαμογέλασε χαιρέκακα και αναρωτιόταν ποιό ήταν το αστείο στην όλη ιστορία. Φεύγοντας από το μαγαζί την έπιασε με βία η μητέρα της από το μπράτσο.

«Άκουσέ με Λώρα αυτός ο γάμος θα γίνει με τον Λουί πάρτο απόφαση. Δεν θα αφήσω η κόρη μου να έχει την τύχη μιας χωριατοπούλας.

-Μα, μητέρα αυτό το θέλεις εσύ. Εγώ ούτε καν τον έχω γνωρίσει αυτόν τον κύριο. Πώς γίνεται να αγαπήσω κάτι ανύπαρκτο;

-Μην αντιμιλάς. Αν θες άντρα κατώτερης τάξης θα σε αποκληρώσω, γι’αυτό λοιπόν διάλεξε».

Έσκυψε το κεφάλι και έγνεψε με πικρία το καταφατικά και αμέσως η μητέρα της άπλωσε ένα χαμόγελο πονηρίας. Είχε μεγαλώσει από πλούσια οικογένεια και το μόνο μέλημά της ήταν τα πολλά υλικά αγαθά. Η Λώρα όμως δεν τα ήθελε όλα αυτά. Από μικρή, από τότε που άρχισε να θυμάται τον εαυτό της, της άρεσε να δίνει συνέχεια σε άλλα παιδιά αυτά που δεν είχαν και η μητέρα της την τιμωρούσε συνέχεια γι’αυτό και της έδειχνε τρόπους πως να αρπάζει περισσότερα δίχως να δίνει και τα λιγότερα. Τη μισούσε που ζούσε μόνο για να αναπνέει κάτω από την αξία των χρημάτων αποκτώντας τα με δόλιους σκοπούς. Καθώς η άμαξα είχε ξεκινήσει και τα άλογα κάλπαζαν με χάρη πρόσεξε ένα νεανικό πρόσωπο μέσα στο σκοτάδι.

«Λες να είναι εκείνη;», συλλογίστηκε και όταν γύρισε να ξανακοιτάξει δεν υπήρχε τίποτα.

Η έπαυλη έδειχνε τόσο άγρια τα βράδια. Δίπλα στον ατελείωτο κήπο είχε χτιστεί το οικογενειακό κοιμητήριο. Πολλές φορές έκανε βόλτες προς τα ‘κει. Καθόταν και αναπολούσε στιγμές με αγαπημένα της πρόσωπα. Ο ξάδελφος της ο Ρενέ ξεχώριζε σε σχέση με τους άλλους. Είχε πεθάνει πολύ μικρός, πέφτοντας με ορμή από το βουνό στο κενό. Λένε πως τον παρέσυρε κάποιο πνεύμα και τον παρέσυρε να πέσει, μα θεωρούσε η Λώρα πάντα ότι όλα αυτά ήταν προκαταλήψεις των ανθρώπων. Είχε έρθει και η άνοιξη και ατένιζε τα χιλιάδες λουλούδια πάνω από τις ταφόπλακες. Καθώς βάδιζε και χαιρετούσε άτομα που είχαν χαραχτεί στη μνήμη της, πρόσεξε έναν τάφο που δεν είχε ξαναδεί. Έμοιαζε διαφορετικός από τους άλλους. Ήταν πέτρινος όπως όλοι οι άλλοι, μα αν το κοιτούσες από άλλη πλευρά φαινόταν γυάλινος ή σαν καθρέπτης. Την τράβηξε αυτό το περίεργο μνημείο και στάθηκε να κοιτάξει μέσα του. Άκουσε έναν χαμηλόφωνο ήχο κλάματος και σηκώθηκε να δει τι ήταν. Μάλλον υπέθεσε ότι ήταν της φαντασίας της. Όταν γύρισε πάλι στον τάφο είδε ένα ρόδο με έντονα κόκκινα πέταλα μα μέσα του υπήρχαν και κάποια λευκά. Ήταν τόσο όμορφο που δεν θέλησε να το κόψει. Έμεινε για ώρα σε εκείνο το μέρος. Την πήρε ο ύπνος στον καθρεπτισμένο τάφο. Όταν ξύπνησε αντίκρισε το ρόδο πάλι και ένιωσε μια ευφορία μέσα της. Ζούσε κάτι πρωτόγνωρο. Δεν ήταν έρωτας, ούτε αγάπη. Δεν έβρισκε λόγια για περιγράψει εκείνη την στιγμή.

«Λώρα; Λώρα;

-Ωχ! Η μητέρα μου. Καληνύχτα ή καλύτερα καλημέρα καλέ μου φίλε. Θα έρθω και αύριο».

«Έρχομαι μητέρα».

Έδωσε ένα φιλί σε αυτό το ιδιόμορφο λουλούδι και μπήκε στην έπαυλη. Φυσικά την επέπληξε η μητέρα της, μα δεν την ένοιαζε καθόλου και σκεφτόταν αυτό το όνειρο που μόλις είχε ζήσει.

Δεν κοιμήθηκε πολύ και ξύπνησε στα άγρια χαράματα να τρέξει πάλι να αγγίξει αυτό το θείο ρόδο. Της θύμιζε χάδι ζεστού αέρινου νοτιά που γλυκά δίνει τα φιλιά του στα πρόσωπα δίνοντας την αίσθηση μιας μαγικής πραγματικότητας. Η Λώρα έχοντας αυτή την ελπίδα της αναβίωσης, έτρεξε πίσω στο κοιμητήριο. Είχε χαθεί αυτή η γυαλιστερή ταφόπλακα και το παράξενο τριαντάφυλλο με την ιδιαίτερη ομορφιά.

«Αχ! Με άφησε και αυτό μονάχη να δακρύζω στη δική μου σιωπή».

Ήταν βαρύ για την Λώρα. Η θλίψη της την απομόνωσε στο δωμάτιο της για μέρες. Η μητέρα της το έκλαβε αυτό ως δικαιολογία για να μην παντρευτεί. Δεν της είχε πει τίποτα για αυτά που είχε δει και καλύτερα ειδάλλως θα την περνούσε για παρανοϊκή και ειδικά μια τέτοια εποχή που κυκλοφορούσαν πολλοί μανιακοί δολοφόνοι και βιαστές. Δύσκολα έβγαινε ο κόσμος έξω. Πολλοί είχαν συνοδεία. Άλλοι όμως ήταν μόνοι τους και φοβόντουσαν με το κάθε τους βήμα τα βράδια και το μοναδικό τους όπλο ήταν οι προσευχές τους.

Πέρασε ένας μήνας και ο Δον Λουί Ντελισιέ περίμενε την απάντηση από την Λώρα. Ήταν ερωτευμένος μαζί της εδώ και πάρα πολύ καιρό. Όλοι θαύμαζαν την μοναδική της ομορφιά που δεν είχε καμία κοπέλα στην πόλη. Πήρε το θάρρος να κάνει μια επίσκεψη στην έπαυλή τους με την συνοδεία του ένδοξου πατέρα του. Με πολλές ικεσίες της μητέρα της, η Λώρα ξεκλείδωσε επιτέλους την πόρτα της. Έμοιαζε τόσο αδύνατη σχεδόν δεν έτρωγε καθόλου και τα κόκκαλα είχαν αρχίσει να φαίνονται στο λευκό της κορμί. Τα κατακόκκινα μακριά μαλλιά της ήταν το μόνο που την έκανε να λάμπει παρά την ταλαιπωρία της. Δεν δέχτηκε να αλλάξει για χάρη αυτού του νεαρού και απλά συμφώνησε να εμφανιστεί και να του μιλήσει. Μετά από λίγη ώρα κατέφτασαν ο πατέρας και υιός.

«Κυρία Αντελιέ χαίρομαι τόσο που η κόρη σας άρχισε να θεραπεύεται.

-Ναι, ήταν λίγο αδιάθετη αυτόν τον καιρό. Βλέπεται κυκλοφορεί και ένας ιός.

-Μάλιστα. Ας αφήσουμε τους νέους να μιλήσουν λίγο μόνοι τους τι λέτε;

-Πολύ ευχαρίστως. Λουί η Λώρα είναι στην βιβλιοθήκη. Ναταλί συνόδευσε τον νεαρό Ντελισιέ.

-Μάλιστα κυρία».

Ο νεαρός βρήκε την Λώρα δακρυσμένη και προσπάθησε να απαλύνει τον πόνο της. Είχε καταλάβει ότι δεν ένιωθε κάτι για εκείνον και αυτό τον πλήγωνε θανάσιμα, μα τον ενδιέφερε εκείνη να είναι καλά. Του εξομολογήθηκε τι είχε δει στο οικογενειακό κοιμητήριο και απλά χαμογέλασε λέγοντάς της πως όλα είναι μέρος της φαντασίας της. Είχε πάρει αυτό το ύφος σαν να μιλάει σε μια τρελή και η Λώρα το αγνόησε, αν και είχε ενοχληθεί πάρα πολύ. Της υποσχέθηκε ο Λουί να βρει μια δικαιολογία να καθυστερήσει τον γάμο και να την αφήσει στην ησυχία της για λίγο καιρό.

«Πώς τα πήγατε γιε μου όλα καλά;

-Πατέρα δεν μπορώ ακόμα να νυμφευτώ την δεσποινίδα Αντελιέ. Έχω κάτι εκκρεμότητες με κάποια στρέμματα στην Ιρλανδία με τον θείο Τζόσεφ. Όταν γυρίσω με το καλό τότε θα τελεστεί το μυστήριο.

-Όπως το έχετε αποφασίσει, δεν μπαίνω εμπόδιο. Άντε κυρία Σόφι σε λίγο θα συμπεθεριάσουμε.

-Ναι, αγαπητέ μελλοντικέ συμπέθερε».

Τους αποχαιρέτησαν και μετά η μητέρα της άρχισε την ανάκριση, μήπως είχε πει τίποτα η κόρη της προσπαθώντας να τα καταστρέψει όλα. Έκανε την ανήξερη. Είχε σκοπό να έφευγε από αυτή την βαρετή πόλη και από αυτό το πελώριο σπίτι που δεν της πρόσφερε τίποτα, παρά χαμένα χρόνια πεταμένα σε κάτι πρασινωπά νομίσματα. Εκεί που συζητούσαν μπήκε μέσα ο μπάτλερ σέρνοντας μια νεαρή κοπέλα από τα ρούχα.

«Χένρι ποιά είναι αυτή η κοπέλα;

-Δεν ξέρω κυρία. Την έπιασα να κατασκοπεύει την έπαυλη.

-Γρήγορα φώναξε την αστυνομία.

-‘Όχι μητέρα. Δεν βλέπεις πως έχει τρομάξει; Αφήστε να της μιλήσω εγώ να μάθω γιατί ήρθε εδώ.

-Καλά αν και δεν θέλω μπελάδες. Να δω που θα σε οδηγήσει αυτή η καλοσύνη σου.

-Όχι πάντως στην διαφθορά των χρημάτων».

Την αποστόμωσε με τα λόγια της και πήγε με τον Χένρι σε άλλο δωμάτιο. Τον έδιωξε, μα φυσικά είχε κολλήσει το αυτί της στην πόρτα, γιατί ήθελε να κρυφακούσει τι λέγανε.

«Λοιπόν, πώς σε λένε; Εμένα με λένε Λώρα.

-Εμένα με λένε Ρομπέρτα. Ξέρω ποιά είστε.

-Ξέρεις; Πώς;

-Τόσες φορές αγοράζετε ενδύματα από το καλύτερο μαγαζί του Παρισιού.

-Τελικά όντως είσαι κατάσκοπος.

-Όχι, όχι. Απλά δεν γεννήθηκα με τα λούσα όπως εσείς και μου αρέσει να χαζεύω αυτά τα φίνα και εξαίσια ρούχα που φοράτε. Εγώ όπως βλέπετε είμαι με αυτό το κουρελιασμένο φορεματάκι.

-Πήρα μια απόφαση. Θα σε φιλοξενήσω και θα σου πάρω αυτά που έχεις στερηθεί.

-Δεν είναι ανάγκη αλήθεια. Συγχωρέστε με που ήρθα και μέχρι το σπίτι σας. Απλά ήθελα να δω που μένει αυτή η όμορφη κυρία.

-Με κολακεύεις, μα δεν δέχομαι αντιρρήσεις. Θα εξηγήσω στην μητέρα μου και όλα θα πάνε καλά. Από σήμερα κιόλας τέρμα τα κυρία και πληθυντικός. Θα είμαι η φιλενάδα σου».

Συγκινήθηκε και την αγκάλιασε σφιχτά. Η μητέρα της ήταν αντίθετη σε όλα αυτά, μα δεν ασχολήθηκε καθόλου με το θέμα. Η Λώρα φώναξε τους καλύτερους ράφτες και στην ουσία έγινε ένα θέαμα με πολύχρωμα υφάσματα. Η Ρομπέρτα κοίταζε με γουρλωμένα μάτια πιστεύοντας ότι ζούσε κάτι παραμυθένιο και στριφογύριζε από ευτυχία. Η μέρα ήταν τόσο γαλήνια και η Λώρα είχε ξεχάσει το άνθος που την είχε στοιχειώσει. Πέρασε ένα όμορφο καλοκαίρι έχοντας στο πλευρό της την Ρομπέρτα, το μόνο άξιο άνθρωπο που την είχε αγαπήσει για εκείνη και όχι για την περιουσία της. Πολλές φορές η Ρομπέρτα την έβρισκε να κλαίει δίπλα στο παράθυρο. Δεν της είχε αναφέρει τίποτα, διότι το θεώρησε προσωπικό της και δεν ήθελε να την ταράξει. Η μητέρα της ευτυχώς έλειπε. Είχε πάει διακοπές σε διάφορα μέρη, γνωρίζοντας άτομα από την τάξη της, με σκοπό να έχει κι άλλους άσους στο μανίκι της.

Τα φύλλα είχαν αρχίσει να πέφτουν. Η Ρομπέρτα κουνούσε την Λώρα σε μια κούνια που υπήρχε έξω στον κήπο. Ξαφνικά ακούστηκε ένα εκκωφαντικό κλάμα.

«Λες να ξαναγύρισε;

 

 

-Τί Λώρα; -Μα, δεν το άκουσες; -Τί να ακούσω; -Τίποτα». Δεν ήθελε να δώσει αφορμή για να την περάσει και εκείνη πως ήταν τρελή. Η χαρά είχε απλωθεί στο πρόσωπό της. Πήρε την Ρομπέρτα και κάνανε κύκλους μέχρι που ζαλίστηκαν, πέφτοντας κάτω. Η Λώρα δεν συνήλθε από εκείνη την μέρα. Είχε πέσει σε κώμα και οι γιατροί δεν μπόρεσαν να δώσουν μια σαφή απάντηση και απλά μισόλεγαν για διάφορες θεραπείες, μα πρόκειται για μαγγανείες. Η μητέρα της είχε πάθει κατάθλιψη αφήνοντας την κόρη της στο έλεος του Θεού. Το μόνο άτομο που φρόντιζε την Λώρα πια, ήταν η Ρομπέρτα. Τα νέα κατέφτασαν και στην καρδιά της πόλης. Σιγά-σιγά οι υπηρέτες του σπιτιού άρχισαν να φεύγουν από την έπαυλη. Είχε βγει η φήμη περί στοιχειώματος. Όσο και να την υπερασπιζόταν η Ρομπέρτα ο κόσμος είχε φοβηθεί και με τον καιρό έπαψαν να επισκέπτονται αυτό το σπίτι. Είχε απομείνει η Ρομπέρτα και μια οικονόμος, την οποία είχαν χρόνια. Ένα πρωινό η Λώρα εν αγνοία της Ρομπέρτας βγήκε στον κήπο. Πήγε ξανά στο κοιμητήριο. Επικρατούσε σιωπή και αναδυόταν η μυρωδιά του χώματος που μόλις το είχε ποτίσει η βροχή. Απλωνόταν ομίχλη πιο κάτω, μα είδε ένα μονοπάτι πιο πέρα να φωτίζεται. Το ακολούθησε με μάτια κλειστά και είχε ακουμπήσει τα χέρια της στην καρδιά της. Είχε την αίσθηση ότι από εκεί είχε ξαναπεράσει. Μετά από λίγα βήματα άνοιξε τα μάτια της. Φάνηκε ένα τελείως διαφορετικό τοπίο σε σχέση με εκείνο το θλιβερό των τάφων. Ήταν μια παραδεισένια εξόρμηση στο άγνωστο. Ήθελε να τα αγγίξει όλα. Η μυρωδιά όμως δεν ήταν ίδια. Της φάνηκε οικεία. Τρέχοντας σε αυτό το μέρος, ακούστηκε το κλάμα που ανθρώπινο αποκλείεται να ήταν στα πλαίσια που μπορεί ένας άνθρωπος να χαρακτηρίσει. Εμφανίστηκε πάλι το ρόδο με σταγόνες ολόγυρά του. Είχε ανθίσει ελάχιστα. Η Λώρα δεν άντεξε και έσκυψε να το φιλήσει. Είχε αναπτυχθεί μέσα της μια ακανόνιστη λατρεία για αυτό το λουλούδι, που αγαλλίαζε την καρδιά της. Η Ρομπέρτα μαζί με την κυρία Νικόλ είχαν πάρει τους δρόμους αναζητώντας την Λώρα. Η μητέρα της δεν μπορούσε να κουνηθεί και παρέμεινε σπίτι. Είχε ξεσηκωθεί ο λαός και οι περισσότεροι φώναζαν να την κάψουν, επειδή πίστευαν ότι ήταν πλάσμα διαβολικό. Δεν μπορούσε η Ρομπέρτα να κάνει κάτι για να το αποτρέψει αυτό και έψαχνε με αγωνία να την προλάβει μην τυχόν και την ανακαλύψουν στέλνοντάς την στην πυρά. Ο Λουί ήταν στο πλευρό της Ρομπέρτας. Είχε αρχίσει να νιώθει συναισθήματα για εκείνη, αλλά δεν ήθελε να πεθάνει η Λώρα εξαιτίας των προκαταλήψεων των ανθρώπων.

Η Λώρα είχε αποκοιμηθεί για άλλη μια φορά σε αυτό το θεσπέσιο δημιούργημα της φύσης. Κρύωνε και πεινούσε. Για να ξεχαστεί άρχισε να συνομιλεί με το αγαπημένο της λουλούδι. «Μακάρι να μου μιλούσες, να ήξερα τί είσαι. Δεν γίνεται να είσαι μόνο ένα λουλούδι που έπλασε η φύση. Είσαι πιστεύω κάτι άλλο που το έχουν φυλακίσει και δίνοντάς σου αυτή τη μορφή. Λένε πως είμαι τρελή ή μάγισσα, μα δεν με νοιάζει. Και να με σκοτώσουν μου αρκεί που σε βρήκα.

«Λώρα; Λώρα είσαι εσύ; -Ρομπέρτα πώς με βρήκες;

-Θυμόμουν που πήγαινες πολλές φορές στο οικογενειακό σας κοιμητήριο και ακολούθησα τα αποτυπώματά σου πέρα σε ένα μονοπάτι.

-Δεν είναι όμορφα εδώ; -Τί όμορφα γλυκιά μου φίλη; Ένα απόμερο καμένο δάσος είναι και το μόνο που υπάρχει είναι μαυρίλα και στάχτη. -Λες ψέματα δεν μπορείς να δεις την ομορφιά αυτού του τόπου, γιατί δεν είσαι εκλεκτή. Εμένα με επέλεξαν όμως και δεν είσαι καλοδεχούμενη εδώ. Να φύγεις, να φύγετε όλοι σας.

-Σε παρακαλώ ήρθα να σε σώσω, μην με διώχνεις. -Άκου τι σου λέει η Ρομπέρτα Λώρα. Και οι τρεις σε γυρεύαμε πριν σε βρουν οι άλλοι. Θέλουν να σε σκοτώσουν. -Δεν με ενδιαφέρει πλέον. Δεν θα φύγω από ‘δω. -Ακούω φωνές Λουί. Πάρε την με το ζόρι και πάμε να φύγουμε γρήγορα». Αντιστεκόταν, μα δεν μπορούσε να απελευθερωθεί. Άκουσε για άλλη μια φορά το κλάμα πιο σπαραχτικό εκείνη τη φορά. Πήγαν μέχρι το σπίτι του Λουί για να την κρύψουν. Ένας υπηρέτης του Λουί πανικόβλητος φώναζε για το τραγικό τέλος της έπαυλης. Οι κάτοικοι του έβαλαν φωτιά. Η μητέρα της Λώρα είχε καεί ζωντανή. Εκείνη δεν έκλαψε παρά είχε απορήσει γι’αυτό το μίσος. Προσπάθησαν να ηρεμήσουν τον Φρεντερίκο, διότι είχε πάθει κρίση πανικού. Ο κόσμος πλησίαζε το σπίτι του Λουί και το κλάμα στα αυτιά της Λώρα γινόταν πιο δυνατό. «Μα πείτε μου κανένας δεν το ακούει; -Ποιό; -Αυτό το κλάμα. -Δεν ακούμε τίποτα Λώρα», είπε η Ρομπέρτα και την αγκάλιασε. Στεναχωρήθηκε για εκείνη, διότι άρχισε να χάνει το μυαλό της σε φανταστικά πράγματα, μα ταυτόχρονα την έθλιβε η κακία των άλλων που την ήθελαν νεκρή. «Το ρόδο θα μου το πάρουν. -Μα, τί είναι αυτά που λες; -Θα μου το πάρουν και θα πεθάνει. Θα το χάσω. Αυτό δεν θα το επιτρέψω. -Σε παρακαλώ ηρέμησε Λώρα. Δεν υπάρχει κανένα τριαντάφυλλο ή ρόδο, όπως το λες». Φώναξε με όλη της την δύναμη και μαζί και το κλάμα που δυνάμωνε, μα με μια ελαφριά μορφή ομιλίας ή φαινόταν σαν παρακάλι. Τις φωνές τις άκουσε και ο κόσμος και τρέξανε μέχρι το σπίτι του νεαρού Ντελισιέ. Οι φυλακές του δεν ήταν πολλοί ώστε να τους εμποδίσουν και σπάσανε την πόρτα. «Μη! Σας παρακαλώ μην την πάρετε. Δεν έκανε κακό σε κανέναν. -Φύγε από τη μέση εσύ σκλάβα της μάγισσας. Θα την ρίξουμε στις φλόγες όπως κάναμε και με την μητέρα της να αφανιστεί μια και καλή αυτό το κακό. -Δεν έχετε το δικαίωμα αυτό και σας το απαγορεύω εγώ». Όσο και να ύψωνε το ανάστημά του ο Λουί τόσο τους εξαγρίωνε. Η Λώρα άκουγε τη παρακλητική φωνή και συνειδητοποίησε ότι ήταν για εκείνη. «Αφήστε τους. Προτιμώ να πεθάνω και να χαθώ. Θέλω να λυτρωθώ. Δεν έχω θέση σε αυτόν τον κόσμο πια. -Μη, Λώρα. -Μην στεναχωριέσαι καλή μου Ρομπέρτα. Το κλάμα προοριζόταν για μένα. -Μα, για ποιό κλάμα λέει αυτή η κοπέλα;». Οι άνθρωποι ξαφνικά έστεκαν και την κοιτούσαν. Ένα μικρό κοριτσάκι βρέθηκε μπροστά της και της έδωσε κάτι. Ήταν το ρόδο μαραμένο. Η Λώρα έπεσε κάτω και την άρπαξε ο υπήκοος του δικαστή, ο οποίος ήταν γεροδεμένος, βροντοφωνάζοντας να την αποτελειώσουν. Το ρόδο εξαϋλώθηκε μετατρέποντάς το σε κάτι αιθέριο. Θάμπωσε τα μάτια των ανθρώπων. «Ήρθε η ώρα να αποχαιρετήσεις αυτούς τους ανθρώπους. Θα πεθάνεις, μα έτσι θα ελευθερωθείς. Θα βρεις την παλιά μορφή σου και δεν θα τους ξαναδείς». Έφυγε μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα κάνοντας την Λώρα να συνέλθει. Ο κόσμος δεν θυμόταν τίποτα. Δόθηκε σε αυτούς και την καταδίκασαν σε θάνατο. Την έστησαν στην πλατεία και την έκαψαν. Μέχρι το τέλος η Ρομπέρτα φώναζε να το αποτρέψουν, μα η φωνή της είχε χαθεί στο πλήθος. Η Λώρα δεν έφερε καμία αντίσταση και κοιτούσε προς τον ουρανό. Είχε πια ελευθερωθεί. Οι στάχτες της παρασύρθηκαν με το μαύρο καπνό. Η Ρομπέρτα με τον Λουί μετά από ένα χρόνο παντρεύτηκαν ζώντας ευτυχισμένοι. Είχαν φτιάξει ένα μνημείο προς τιμήν της Λώρα σε εκείνο το καμένο δάσος. Ποτέ δεν άλλαζε μορφή και παρέμενε έτσι σκοτεινό και απομονωμένο. Παρατήρησε ένα τριαντάφυλλο και έκανε την κίνηση να το κόψει. Ένα κλαψούρισμα την σταμάτησε. «Το άκουσες αυτό Λουί; -Ποιό αγάπη μου; -Τίποτα». Δεν μαθεύτηκε ποτέ από τους ανθρώπους ότι η Λώρα χάθηκε στα μέρη με τα ξωτικά και τις νεράιδες. Άνηκε εξαρχής σε εκείνους. Έτσι, ψέλλιζε η Ρομπέρτα που την άκουγε κάθε μέρα με διάφορους τρόπους. Το ρόδο ήταν η χαμένη της επαφή με την άλλη μορφή ύπαρξης της. Είχε μάθει μετά από έρευνες και με τις φωνές που άκουγε ότι η αληθινή της μητέρα ήταν νεράιδα και είχε αγαπήσει έναν άντρα, ο οποίος ήταν βασιλιάς σε πιο περασμένα χρόνια από τα δικά τους. Τριγυρνούσε στο παλάτι και είχε συνάψει κρυφή σχέση μαζί του. Κρύφτηκε, όμως μετά από καιρό και ο βασιλιάς από την στεναχώρια που την έχασε πέθανε και η νεράιδα ακούγοντας αυτά τα νέα ρίχτηκε στον ήλιο και κάηκε. Είχε φέρει στον κόσμο όμως ένα πανέμορφο κοριτσάκι, το οποίο βρέθηκε έξω από την πόρτα μιας φτωχής κυρίας με το όνομα Σόφι, που με πονηριά τύλιξε τον Ζαν Αντελιέ και κληρονόμησε μια ολόκληρη περιουσία. Είχε μείνει με ορθάνοικτο στόμα όταν της τα διηγιόταν αυτά η κυρία Νικόλ. Εκείνη πίστευε σε αυτά τα πλάσματα και είχε δει πολλά με τα μάτια της. Θέλησε λοιπόν η Ρομπέρτα να γράψει σε βιβλίο για την ζωή και τον άδικο χαμό της Λώρα αποκαλύπτοντας τα αληθινά στοιχεία στην ανθρωπότητα. Μετά από αυτό ο κόσμος σώπασε και ένιωθε τύψεις που έβλαψαν αυτό το πλάσμα. Απέφευγαν το σκοτεινό φαράγγι στο καμένο τοπίο. Πέρασαν πολλά χρόνια και ένα μικρό κοριτσάκι βρέθηκε στο μνημείο της Λώρα και άκουσε ένα κλάμα και το ‘βαλε στα πόδια. Μετά από πολύ καιρό ακόμα άνθρωποι δεν πλησίαζαν εκεί και είχαν διατυπώσει δικιές τους ιστορίες για το ρόδο που έκλαιγε τη νύχτα περνώντας αθώες ψυχές.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s