Νοστάλγησα | Ελευθερία Ελβανίδη

Φθινοπώριασε. Στο Λονδίνο το φθινόπωρο έρχεται στην ώρα του, σαν καλός επιεικής μαθητής, ‘Άγγλος’ στο ραντεβού του.  Ξεσπάει απότομα με μια μπόρα και κουβαλάει όλα τα συναισθήματα και τις σκέψεις που το συνοδεύουν; μια γλυκιά μελαγχολία, θλίψη για το καλοκαίρι που έφυγε (και ποτέ δεν το χορταίνεις), ενδοσκόπηση, θέση νέων στόχων, μοναξιά, νοσταλγία. Θυμάμαι ήταν μέσα Οκτώβρη, ήμουν στο δρόμο για τη δουλειά, φυσούσε και είχα τυλιχτεί με το παχύ κόκκινο κασκόλ μου. Ήμουν λυπημένη. Είχα αποχαιρετήσει τη φίλη και συγκάτοικό μου και έπρεπε ξανά από την αρχή να σχεδιάσω έναν ακόμη χρόνο στο Λονδίνο, να μετακομίσω σε καινούριο δωμάτιο, με αγνώστους, να καταπιέσω συγκίνηση και άρνηση να αποχωριστώ ένα αγαπημένο πρόσωπο, να συνεχίσω να επιβιώνω. Ένιωθα τόσο μα τόσο κουρασμένη. Και νοστάλγησα το σπίτι μου, τους δικούς μου. Ήταν η πολλοστή φορά. Μα εκείνο το πρωί ήταν σαν η νοσταλγία να ήταν θύελλα, φυσούσε δυνατά σαν τον αέρα, ήταν στον αέρα, και με περικύκλωνε. Νοσταλγία για ένα γνώριμο βλέμμα, μια σφιχτή ζεστή αγκαλιά, μια γλυκιά κουβέντα, ένα ζεστό καφέ και γέλια. Ήξερα πως αυτά θα μου έλειπαν από τη φίλη μου.

Έπειτα η μία λυπημένη σκέψη διαδέχεται την άλλη και όσο και αν τις εχεις μπλοκάρει για καιρό, είναι τέτοιες στιγμές που τις φέρνουν πάλι στην επιφάνεια. Και πάει σαν ντόμινο. Ξεκινάς να σκέφτεσαι πόσες φορές έχεις αποχαιρετήσει ανθρώπους που αγαπάς, χωρίς να ξέρεις το πότε θα τους ξαναδείς. Αυτό το άγνωστο ‘πότε’ είναι που σε παραλύει. Ναι, όλοι θα σου πουν ‘ Μην κάνεις έτσι, θα τους δεις ξανά σύντομα’ ή ‘Ετσι είναι αυτά, αυτοί που μένουν και αυτοί που φεύγουν’. Μα και εσύ ξέρεις ότι θα τους ξαναδείς, όμως, σε φοβίζει πιο πολύ η σκέψη του τι χάνεις στο ενδιάμεσο; την επιτυχία της φίλης σου στις σπουδές της, το χωρισμό της αδελφής σου, τη βόλτα με ένα φίλο από τα παλιά, το χαρούμενο καλωσόρισμα του σκύλου σου όταν γυρίζεις σπίτι, τη μυρωδιά από το φαγητό της μαμάς. Αυτά νοσταλγείς, τα απλά, τα καθημερινά. Εκείνο το πρωί με κατέκλυσε ένα ξαφνικό κύμα μοναξιάς, νόμιζα ότι το είχα δουλέψει πια, ότι είχα γίνει πιο σκληρή και κυνική, έλα όμως που δεν αλλάζει η ψυχή. Η ψυχή μόνο βαθαίνει. Και ότι έχεις κρύψει βαθιά βαθιά, η αγάπη και η εγγύτητα που θα νιώσεις για κάποιον τα ξετρυπώνουν όλα μεμιάς σε μια τέτοια αδύναμη στιγμή. Σε μια στιγμή ‘απώλειας’.

Είσαι όμως στο λεωφορείο και δεν μπορείς να ξεσπάσεις, οπότε σφίγγεις τα δόντια, σκουπίζεις στη ζούλα δυο τρία δάκρυα, κουκουλώνεσαι με το κασκόλ σου και προχωράς. Νοσταλγείς… Φυσικά νοσταλγείς όταν είσαι μακριά. Μετατρέπεις όμως τη νοσταλγία για κάτι που έχασες σε παρηγοριά ότι θα το ξαναβρείς. Το να θυμάσαι πόσο όμορφους ανθρώπους έχει γνωρίσει, κι ας σου λείπουν, είναι καταπραϋντικό. Συνεχίζεις, λοιπόν, να ονειρεύεσαι τη συνάντηση που δε θα χρειαστεί να κοιτάξεις το ρολόι, το ταξίδι χωρίς ημερομηνία επιστροφής, την νύχτα που ήρεμη θα κοιμηθείς και όταν ξυπνήσεις όλοι θα είναι εκεί. Ακόμα.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s