Να με κρατάς απ’ το χέρι και να προχωράμε | Νίκη Συρίγου

«Δεν υπάρχει ευτυχισμένη Ζωή», λένε. «Μονάχα ευτυχισμένες στιγμές».

Έτσι είναι.

Στο πλευρό σου ζω όμορφες στιγμές που τρέχουν αέναα.

Δεν τις προλαβαίνω. Θέλω κι άλλες.

Κι άλλες.

 

Είχαμε δώσει ραντεβού στο στέκι μας, στο καφέ της γειτονιάς σου. Είχα αργήσει αλλά με περίμενες. Όπως πάντα. Και συνήθιζες να πηγαίνεις και νωρίτερα.

 

Το αστικό μ’ άφησε ακριβώς έξω απ’ το καφέ. Είχε τόσο κρύο εκείνη την ημέρα. Έβρεχε με μανία. Βιαστικά, πριν μπω στο εσωτερικό του μαγαζιού, στάθηκα έξω και σ’ αναζήτησα απ’ το θολωμένο τζάμι. Σ’ εντόπισα. Καθόσουν στο γωνιακό μας τραπεζάκι. Μερικές συνήθειες είναι τόσο γλυκές και φαντάζει αδύνατο το να τις βαρεθεί κανείς ποτέ. Περίμενες. Κάπνιζες νευρικά. Φαινόταν στις κινήσεις σου. Ανέκαθεν μού φαινόσουν ομορφότερος, όταν κάπνιζες. Ο τρόπος που στρίβεις το τσιγάρο σου, ο τρόπος που τ’ ανάβεις, ο τρόπος που τραβάς την πρώτη τζούρα, ο τρόπος που ξεφυσάς προς τα πάνω τον καπνό. Πράγματα απλά και τετριμμένα που πάνω σου φαντάζουν ασυνήθιστα όμορφα. Όλα πάνω σου μού φαίνονταν και μού φαίνονται διαφορετικά. Εσύ ο ίδιος είσαι τόσο ξεχωριστός, τόσο μοναδικός. Χαμογέλασα και γρήγορα γλίστρησα στο ζεστό εσωτερικό του καφέ.

 

Σε πλησίασα, ενώ, παράλληλα, έβγαζα το παχύ κόκκινο κασκόλ μου.

 

Στεκόσουν σκυφτός κι έπαιζες με τη θήκη του καπνού σου έχοντας το τσιγάρο στα χείλη. Στάθηκα από πάνω σου. Έσκυψα και πλησίασα το λαιμό σου. Μύρισα τ’ άρωμά σου. Σε φίλησα στο μάγουλο και στη συνέχεια κάθισα απέναντί σου. Παρήγγειλα και περίμενα τη ζεστή μου σοκολάτα. Εσύ έπινες ήδη τον καφέ σου. Σταύρωσα τα χέρια πάνω στο τραπέζι κι έμεινα να σε κοιτάζω χαμογελώντας.

 

«Τι συμβαίνει;» με ρώτησες κοιτώντας με μ’ όλο το μυστήριο των ματιών σου, ενώ, παράλληλα, έσβηνες το τσιγάρο σου στο τασάκι δίνοντας μεγαλύτερο όγκο στο μικρό βουναλάκι που είχες δημιουργήσει. Η αλήθεια είναι ότι καπνίζεις πολύ.

 

Ακόμα δε μπορώ ν’ αποκωδικοποιήσω, να ερμηνεύσω αυτά τα μάτια. Τα μάτια σου. Τόσο όμορφα. Τόσο μελαγχολικά. Τόσο μυστηριώδη. Τόσο σκοτεινά. Τόσο ελκυστικά. Ώρες-ώρες τόσο απρόσμενα γλυκά. Βυθίστηκα απ’ τη στιγμή που τα είδα. Τα ‘χω ερωτευτεί αυτά τα μάτια. Τα ‘χω αγαπήσει. Το ίδιο και το βλέμμα σου.

 

«Τίποτα» σού απάντησα κι ανακάθισα στη θέση μου. Δε μίλησες. Είχες καταλάβει. Πάλι. Όλα τα καταλάβαινες.

 

Μιλήσαμε αρκετά. Χουχουλιάσαμε στη θαλπωρή του μαγαζιού απολαμβάνοντας την απαλή μουσική και τα ζεστά ροφήματά μας. Κοιτούσαμε βαθιά ο ένας τα μάτια τ’ άλλου. Πάντα κοιταζόμασταν τόσο έντονα σα να θέλαμε να προλάβουμε το χρόνο. Ίσως και να τον παγώσουμε. Πάντα κοιταζόμασταν τόσο έντονα σα να φοβόμασταν μη και δεν δούμε ποτέ ξανά ο ένας τον άλλο. Παράλογο, έτσι;

 

Με πείραζες. Μού έλεγες αστεία. Μ’ έκανες να ξεκαρδίζομαι. Όταν ήμουν μαζί σου, έβαζα στην άκρη όλα μου τα προβλήματα. Δε σκεφτόμουν τίποτε άλλο παρά μονάχα εμάς τους δύο.  Ευχαριστιόμουν, γευόμουν τη στιγμή στο έπακρο, ώσπου στα χείλη μου στέκονταν μερικές σταγόνας γλύκας, τις οποίες λαίμαργα ρουφούσες, όταν με φιλούσες.

 

Όπως εκείνη τη στιγμή που μού είπες κάτι πολύ όμορφο και σηκώθηκα αυθόρμητα, έκλεισα σφιχτά μέσα στα δυο μου χέρια το πρόσωπό σου και σε φίλησα. Έπειτα κάθισα στα πόδια σου, μ’ αγκάλιασες σφιχτά απ’ τη μέση και μού χάρισες ακόμη ένα συναρπαστικό φιλί.

 

Πόσο όμορφες είναι μερικές στιγμές.

Τόσο έντονα βιωμένες! Καταφέρνουν και χαράσσονται στο είναι μας και δε λένε να σβηστούν.

 

Κοιταχτήκαμε. Τα βλέμματά μας συμφώνησαν. Επιβεβαίωσαν την επιθυμία μας.

 

Βγήκαμε έξω στο κρύο. Ακόμη έβρεχε αλλά αυτό δε μας απασχολούσε. Ανέκαθεν μας άρεσε να περπατάμε κάτω απ’ τη βροχή, όσο δυνατή κι αν ήταν αυτή. Μας άρεσε ν’ ανασαίνουμε τ’ αναζωογονητικό άρωμά της και γελούσαμε σα μικρά παιδιά, όταν οι σταγόνες έπεφταν πάνω μας με φόρα. Ήμασταν έτοιμοι για μια ακόμη ξεχωριστή βόλτα. Στο χέρι μας είναι να κάνουμε κάθε μας βόλτα ξεχωριστή. Όσο οι άλλοι έτρεχαν βιαστικοί, για να προστατευτούν κάτω από κάποιο υπόστεγο ή επιτάχυναν το βήμα τους, για να φτάσουν γρηγορότερα στα σπίτια τους, τόσο εμείς λαχταρούσαμε να δεχτούμε λαίμαργα την ακόρεστη βροχή που δεν έλεγε να κοπάσει.

 

Κι έτσι, λοιπόν, για ακόμη μια φορά, μού έδωσες ένα δυνατό φιλί, μ’ έπιασες απ’ το χέρι και πλάι-πλάι προχωρήσαμε.

 

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s