H εκδίκηση της Σταχτοπούτας | Ελλάδα Κράλλη

Μια υπόσχεση φυλαγμένη για ένα απώτερο κρυφτό μιας παιδικής ηλικίας σε ένα μέρος φανταστικό με χαρούμενα πρόσωπα και προσωπεία μιας αλλιώτικης αίσθησης των πραγμάτων θα δώσει μια παράσταση για τα αθώα μάτια της ανύπαρκτης ψυχής για να φέρει μια διασκέδαση ντροπής. Ξεχασμένες σκέψεις σε μια άλλη ζωή και όλα θα αφανιστούν σαν το σκοτάδι χαθεί με τη χαραυγή.

Κάποτε σε μια μακρινή χώρα στο Μπέλαμορ ζούσε ένας πλούσιος έμπορος ο κύριος Άλφρεντ Κάχραμ. Ήταν σεβαστός σε πολλά πρόσωπα και όλοι αναγνώριζαν πόσο γενναιόδωρος ήταν και πάντα βοηθούσε τους αδύναμους. Σε διαλέξεις του στην κοντινή εκκλησία μιλούσε για τον τρόπο επιτυχίας του και ποτέ δεν καυχιόταν ότι ήταν κάποιος ανώτερος. Εξιστορούσε τα δύσκολα χρόνια που πέρασε μέχρι να φτάσει σε αυτό το σημείο που βρίσκεται σήμερα και έδινε ελπίδες και χαρά σε άτομα που αντιμετώπιζαν διάφορα προβλήματα.

Είχε υπηρέτες, οικονόμους και διάφορους άλλους εργάτες, μα τους φερόταν με ευγένεια και όχι σαν να ήταν άψυχα αντικείμενα. Πολύ νέος είχε παντρευτεί την κόρη ενός γαιοκτήμονα. Ποτέ δεν είχε προσέξει την Αντουανέλα και ας μην είχαν μεγάλη διαφορά ηλικίας. Βέβαια του την προξένευε η Νταιάν η μαγείρισσά του, με την οποία επίσης είχε εξαίρετη σχέση σαν μητέρα με γιο. Την άκουσε και δέχτηκε να πάει στον πατέρα της και να την ζητήσει. Ποτέ δεν πίστεψε στα προξενιά, αλλά μόλις την είδε σάστισε. Πιο όμορφη δεσποινίδα δεν είχε ξαναδεί. «Κύριε Λαμόντ ειλικρινά δεν είχα παρατηρήσει πόσο όμορφη θυγατέρα έχετε!

-Σας ευχαριστώ για το κομπλιμέντο σας. Στο προκείμενο ….νεαρέ Άλφρεντ ποιός ο λόγος της επισκέψεώς σας;

-Ήρθα να σας ζητήσω το χέρι της κόρης σας.

-Εκτιμώ την υπευθυνότητα σου γι’αυτό το θέμα και ξέρω πόσο έχεις προκόψει όλα αυτά τα χρόνια. Για να μην τα πολυλογώ όμως αυτό που θέλω να πω είναι ότι η κόρη μου δεν πιστεύω να βρει καλύτερο σύζυγο από εσένα. Γι’αυτό ναι σου δίνω το χέρι της κόρης μου».

Ανακουφίστηκε με την απάντηση του μελλοντικού πεθερού του και φίλησε το χέρι της Αντουανέλας. Σε δυο βδομάδες θα γινόταν η γαμήλια τελετή και το υπηρετικό προσωπικό έτρεχε σαν σίφουνας για να προλάβουν να είναι όλα στην εντέλεια. Ράφτες περιζήτητοι είχαν προσκληθεί να ετοιμάσουν το νυφικό της Αντουανέλας με την κάθε παραμικρή λεπτομέρεια ώστε να προσφέρουν στην κοπέλα ένα ονειρεμένο φόρεμα που αναλογούσε σε πριγκίπισσα παρά για κόρη γαιοκτήμονα. Η αγωνία της είχε φτάσει στα όρια.

Την τελευταία μέρα πριν το γάμο κρυφά από όλους συνάντησε τον Άλφρεντ και σύρθηκε στην αγκαλιά του. Δεν της αφαίρεσε την πηγή αγνότητας της, διότι ήταν κύριος και τηρούσε τα ήθη και τα έθιμα. Πάρα πολύ νωρίς το πρωί την πήγε χωρίς να τον αντιληφτεί κανείς στο δωμάτιό της και την έβαλε στο κρεβάτι. Κοίταξε το νυφικό της και λαμπύρισαν τα μάτια του από την φωτεινότητα των αστραφτερών διαμαντιών και τον τρόπο που η δαντέλα έπεφτε στα μανίκια και το ριχτό πλούσιο τούλι ανέμιζε από κάτω με ασημένιες κεντητές κορδέλες ως τελευταία πινελιά που έδεναν ομοιόμορφα πίσω στην πλάτη σε ένα λεπτεπίλεπτο φιόγκο. Τότε θυμήθηκε τις προκαταλήψεις της αποθανούσας γιαγιάς του : «Δεν επιτρέπεται να δεις το νυφικό πριν το μυστήριο». Δεν τα πίστευε αυτά αν και η γιαγιά του είχε εκμυστηρευτεί ότι παλιά είχε πεθάνει αδικαιολόγητα μια γυναίκα που ασχέτως αν είχε παντρευτεί σε λίγο μεγάλη ηλικία, είδε το νυφικό ο σύζυγος της και μετά από λίγο καιρό βρέθηκε νεκρή σε ένα ξερό ποτάμι. Ο Άλφρεντ ποτέ δεν τα χώνεψε όλα αυτά τα υποτιθέμενα κατασκευάσματα για να τρομοκρατούν άπειρους ανθρώπους. Φίλησε την Αντουανέλα στο μάγουλο, την σκέπασε και έκλεισε πολύ σιγά την πόρτα της και ξαναγύρισε στο δωμάτιό του.

Η μέρα ξημέρωσε όμορφη σαν όλα να παρότρυναν το ευτυχές γεγονός. Η Αντουανέλα σηκώθηκε και ένιωθε το κεφάλι της βαρύ και αμέσως κατάλαβε ότι ο αγαπημένος της Άλφρεντ δεν θα την άφηνε μαζί του γιατί νοιαζόταν για την τιμή και την ηθική της. Χαμογέλασε με την σκέψη και χαιρέτησε όλες τις κοπέλες που είχαν έρθει να την ετοιμάσουν. Ο Άλφρεντ ήταν αφηρημένος με τα λόγια της γιαγιάς του ακόμα και ηρέμησε πίνοντας μια σταλιά λάβδανο για να χαλαρώσει. Τον κατεύθυνε ο μεγαλύτερος αδελφός του στο κοντινό εκκλησάκι της πόλης. Μόλις την είδε να εισέρχεται με το αστραφτερό της νυφικό όλα τα άσχημα χάθηκαν και συγκινήθηκε. Το γλέντι που επακολούθησε αργότερα κράτησε μέχρι την επόμενη μέρα και τέτοια πομπή πραγματικά δεν είχε ξαναγίνει. Βέβαια δεν άργησε να έρθει και η απόγονος, διότι και οι δυο τους λάτρευαν τα παιδιά. Ο Άλφρεντ την πρόσεχε υπερβολικά, αφού ώρες-ώρες του φώναζε. Μετά από μερικούς μήνες βγήκε στον κόσμο ένα πανέμορφο κοριτσάκι κατάξανθο σαν την μητέρα του και μάτια καταγάλανα σαν τον βαθύ ατελείωτο ουρανό. «Θα την ονομάσουμε Ζέραφιν.

-Πολύ όμορφο όνομα αγάπη μου, μου αρέσει», είπαν και αγκάλιαζαν ταυτόχρονα απαλά την κορούλα τους.

Όμως, δεν άργησε να έρθει αυτό που φοβόταν ο Άλφρεντ. Η Αντουανέλα πέθανε μετά από ένα χρόνο από μια ακατανόητη αρρώστια. Κανένας γιατρός δεν μπόρεσε να το εξηγήσει λογικά και το άφησε να περάσει αν και ήξερε για ποιό λόγο την έχασε αν και ξεγελούσε τον εαυτό του πολλές φορές. Η Ζέραφιν ήταν μόλις ενός έτους και σαν μωρό δεν μπορούσε να βιώσει την απώλεια και ο πατέρας της έκανε τα πάντα. Δεν θα την άφηνε ποτέ από τα μάτια του. Πολλές φορές όμως ταξίδευε και είχε συντροφιά της γράμματά του και διάφορα βιβλία για να μην την αφήνει χωρίς μόρφωση και κάθε φορά που επέστρεφε την ρωτούσε για τα βιβλία που είχε διαβάσει. Όταν έφτασε πια δεκαεφτά χρονών όφειλε να της πει την αλήθεια για το χαμό της μητέρας της. Βούρκωσε τόσο, μα δεν μπορούσε να του κρατήσει κακία, διότι τον αγαπούσε πάρα πολύ. Ήταν όλος της ο κόσμος. Τον παρότρυνε να βρει μια νέα σύντροφο, επειδή παρέμενε μια γοητεία ακόμα πάνω του ασχέτως αν ήταν μεσήλικας. Θα μπορούσε να ελκύσει κάθε γυναίκα αν πραγματικά το ήθελε κι εκείνος.

Σε μια γιορτή για τα γενέθλια του δημάρχου γνώρισε μια γυναίκα, η οποία του φάνηκε ενδιαφέρουσα. Εκείνη ήταν απρόσιτη και επιφυλακτική και όταν εκείνος αυθόρμητα της άφησε υπονοούμενο για γάμο, του εξομολογήθηκε ότι είχε δυο κόρες και ότι ο σύζυγος της τους είχε εγκαταλείψει. Τον τραβούσε πολύ και δεν τον ενοχλούσε η ύπαρξη δυο ακόμη κοριτσιών. Σκέφτηκε ότι η κόρη του θα περνούσε υπέροχα έχοντας δυο νέες αδελφές. Ήταν τόσο σίγουρος σε αυτή την πρώτη τους συνάντηση που της έκανε πρόταση γάμου μπροστά σε όλο τον κόσμο, τηρώντας πάντα τους νόμους. Όταν το ανήγγειλε στην κόρη του κατενθουσιάστηκε για εκείνον που επιτέλους τον έβλεπε χαρούμενο και γεμάτο με ζωντάνια. Κανόνισε να γίνει ο γάμος με στενά συγγενικά μέλη στο σπίτι του. Δεν ήθελε μεγαλόπρεπα γλέντια, αλλά  ένα ζεστό φιλικό περιβάλλον με άτομα κοντινά και αγαπητά. Η Ζέραφιν αμέσως απέκτησε στενές επαφές με τις αδελφές της την Ντάλια και την Αμαρίντα. Πολλοί νεαροί της ζητούσαν για χορό και εκείνες κοκκίνιζαν. Ήταν μια εξαιρετική βραδιά.

Δεν πέρασε και πολύς καιρός και έπρεπε ο Άλφρεντ να φύγει για ένα μακρινό ταξίδι που δεν ήξερε πότε θα επέστρεφε. Τον αποχαιρέτησε με λυγμούς η Ζέραφιν και του υποσχέθηκε ότι όπου κι αν είναι θα τον έχει πάντα μέσα στην καρδιά της. Η άμαξα ξεκίνησε και από το παραθυράκι χαιρέτησε την κόρη του που τον κοιτούσε με ένα βλέμμα γεμάτο στοργή και αγάπη.

Από τότε όλα άλλαξαν. Η μητριά της άρπαξε ότι είχε και το έκαψε και της έδωσε για ρούχα κάτι κουρέλια και την άφηνε να κοιμάται δίπλα στο τζάκι και επειδή συνέχεια ήταν μέσα στις στάχτες την φώναζε Σταχτοπούτα. Από τότε ξεκίνησαν τα μαρτύρια της δύστυχης πια μικρής Σταχτοπούτας.

«Σταχτοπούτα;

-Ναι, μητέρα.

-Θα πάω με τις κόρες μου στην αγορά σήμερα για τους αγοράσω καινούργια φορέματα και ότι άλλο έχουν ανάγκη, διότι από ώρα σε ώρα θα ανακοινωθεί ο χορός που θα κάνει ο βασιλιάς προς τιμήν του γιου του και αυτή τη φορά θα είναι κάτι ξεχωριστό.

-Γιατί μητέρα;», είπε καθώς ξεσκόνιζε το δωμάτιο.

«Δεν υπάρχει γιατί ανόητη. Ο πρίγκιπας Γουίλιμαν θα επιλέξει κάποια καλεσμένη για σύζυγο και εύχομαι να είναι μια από τις δυο όμορφες κορούλες μου, διότι μπορεί να μην είμαστε γαλαζοαίματοι, μα προερχόμαστε από μια αριστοκρατική οικογένεια.

-Θα μπορούσα να έρθω και εγώ δηλαδή ε;

-Εσύ; Χαχαχα! Είσαι τόσο αξιολύπητη καλή μου Σταχτοπούτα που έχεις ελπίδες γα τον πρίγκιπα.

-Όπως είπατε όμως θα προσκαλέσει όλες τις δεσποινίδες χωρίς καμία εξαίρεση και εγώ παραμένω κόρη του πατέρα μου που είναι πασίγνωστος σε όλους σχεδόν.

-Χμμ! Λοιπόν έχεις δίκιο, αλλά τί θα φορέσεις; Δεν νομίζω να παρουσιαστείς με αυτά τα κουρέλια;

-Πείτε μου αν μπορώ και έχω βρει τη λύση.

-Καλά αν έχεις ξεσκονίσει όλο το σπίτι και σκουπίσει και σφουγγαρίσει παντού τότε ναι μπορείς να έρθεις μαζί.

-Σας ευχαριστώ πολύ πάω να κάνω τις δουλείες μου».

Κατέβηκε γρήγορα πηγαίνοντας στην αποθηκούλα για να εφοδιαστεί με περισσότερα πανιά και καθαριστικά. Η Κάρμεν την έβλεπε και σταυροκοπιόταν και θαύμαζε το κουράγιο της πως τα έβγαζε πέρα με όλα αυτά.

«Είσαι άξια θαυμασμού Σταχτοπούτα μου.

-Έχω στόχο καλή μου Κάρμεν μην ανησυχείς και μια επιθυμία για να δω πάλι τον πατέρα. Αυτό με κρατάει δυνατή. Λοιπόν, σε αφήνω γιατί έχω πολύ δουλειά και λίγο χρόνο και πρέπει να προλάβω. Ετοίμασε τα υποδήματα τους για μένα, διότι σε λίγο θα φύγουν για την αγορά.

-Ο Θεός μαζί σου κόρη μου», και συνέχισε να την σταυρώνει και να την καμαρώνει για τις αντοχές της.

Η Μόντρια με τις κόρες της μετά από ένα εικοσάλεπτο έφυγαν από το σπίτι πηγαίνοντας να αγοράσουν ότι πιο κομψό και ιδιαίτερο για την συγκεκριμένη περίσταση. Στο δρόμο άκουσαν φωνές από έναν αγγελιοφόρο του παλατιού κρατώντας έναν πάπυρο εκφωνώντας δυνατά : ‘’Αύριο όλες οι κοπέλες της χώρας είναι καλεσμένες στο χορό του παλατιού. Ο πρίγκιπας Γουίλιμαν θα διαλέξει την καταλληλότερη για γυναίκα του’’.

«Μητέρα το άκουσες; Επιτέλους το ανακοίνωσαν.

-Ναι, Ντάλια και βασίζομαι σε σένα κυρίως,  επειδή σε έχω πιο ικανή από την αδελφή σου που είναι χαζή και γλωσσού. Εύχομαι να τον τυλίξεις και να πάρουμε τη θέση που μας αρμόζει.

-Μητέρα όλο αυτό λες και καταλήγουμε να σκοτώνουμε αθώους ανθρώπους για δικά σου συμφέροντα.

-Βούλωσε το Αμαρίντα πια. Καλά λέω γλωσσού. Άμα μαθευτεί αυτό δεν την γλυτώνουμε την κρεμάλα. Αν πετύχει αυτό δεν θα έχουμε να φοβηθούμε τίποτα. Δεν σε αποκλείω και ‘σένα, γι’αυτό πάμε να σας σουλουπώσω και να σας κάνω τις πιο όμορφες κοπέλες που υπάρχουν εδώ».

Η Σταχτοπούτα έκανε όλες τις οικιακές εργασίες σαν να ήταν παιχνιδάκι. Μετά από τόσο καιρό είχε συνηθίσει. Βρήκε χρόνο να δοκιμάσει ένα φόρεμα της μητέρας της που είχε φυλάξει ο πατέρας της ψηλά στο πατάρι σε κάποια μυστική κρυψώνα. Το πρόβαρε αφού έκανε μπάνιο με κρύο νερό για να μην το βρωμίσει και κοιταζόταν με υπερηφάνεια. Χτένισε και τα μαλλιά της και φόρεσε κάποια παλιά παπούτσια της μητέρας της. Όταν την είδε η μητριά της και οι αδελφές της έμειναν έκπληκτες. Η Ντάλια είχε γουρλώσει τόσο τα μάτια της και η κακία της για μια ακατανίκητη ζήλεια φάνηκε τόσο σαν να ήθελε να την κάψει με φλόγες. Η Αμαρίντα πάντα την φθονούσε για όλα, ασχέτως αν ήταν ντυμένη με κουρέλια, αλλά τώρα έλαμπε και ο πρίγκιπας σίγουρα θα την επέλεγε για σύζυγο. Η Μόντρια χωρίς να σκεφτεί καθόλου την άρπαξε από το μπράτσο και της έσκισε βίαια το φόρεμα και την οδήγησε στο τζάκι όπου της πέταξε και ένα μπολ με φαγητό και λίγο νερό κλειδώνοντας την, φωνάζοντας ότι δεν είχε κάνει ότι της είχε ζητήσει.

Όσο και να φώναζε η Σταχτοπούτα, δεν την άκουγε κανείς και κλείστηκε στην θλίψη της και ήταν προετοιμασμένη να πεθάνει. Είχε πληγωθεί τόσο γι’αυτό που της έκανε η μητριά της και ότι τις άκουγε να ετοιμάζονται με χαμόγελα κακίας την έδινε η θλίψη τροφή στο νου να σκέφτεται τον θάνατο. Θυμήθηκε ότι μέσα στα τούβλα του τζακιού ο πατέρας της έκρυβε λίγο λάβδανο. Δεν του το είχε πει ποτέ ότι το ήξερε και πήγαινε πότε-πότε κρυφά και έπινε μερικές γουλιές πέφτοντας μετά σε ένα καθημερινό όνειρο. Είχε καιρό να πιεί και το αναζητούσε. Τα δάκρυα της άγγιξαν το μπουκάλι και άρχισε να πίνει. Σκέφτηκε ότι ήθελε να το αδειάσει όλο και να πέθαινε για να μην υποστεί χειρότερα βασανιστήρια.

«Μη κλαις καλή μου Σταχτοπούτα.

-Ποιά είσαι εσύ; Είσαι κάτι πραγματικό ή ένα πλάσμα της φαντασίας μου;

-Μπορεί να έκανες κακό στον εαυτό σου, μα όχι δεν είμαι κάτι ψεύτικο. Είμαι η καλή σου νεράιδα ή αν θες καλύτερα η επιθυμία μέσα στη καρδιά σου. Ήρθε η ώρα λοιπόν να σε ετοιμάσω για τον χορό.

-Μα, δεν έχω τι να φορέσω και ούτως ή άλλως έχω πάρει την απόφαση να πεθάνω.

-Δεν έχει έρθει η ώρα γι’αυτό ακόμα. Έχουν άλλοι σειρά. Λοιπόν, σήκω και θα δεις ότι θα είσαι η πιο εκλεκτή εκεί μέσα».

Με μια κίνηση τα φθαρμένα ρούχα μετατράπηκαν σε ένα φόρεμα που άρμοζε σε πριγκίπισσα. Μια αστραφτερή τιάρα κοσμούσε τα μαλλιά της που έλαμπαν σαν χρυσάφι. Η τελευταία λεπτομέρεια ήταν τα κρυστάλλινα γοβάκια της που μπορεί να έμοιαζαν εύθραυστα μα ήταν τόσο μοναδικά κάτω από το φως της νύχτας. Την έβγαλε στον κήπο και μετέτρεψε μια κολοκύθα σε πανέμορφη άμαξα και κάτι ποντικάκια που τριγυρνούσαν τα μεταμόρφωσε σε λευκά άλογα και τον σκύλο σε αμαξά. Πέρα από την ζάλη της ήταν πολύ συγκινημένη για όλα αυτά και δεν μπορούσε να πιστέψει ότι επιτέλους θα πήγαινε στο χορό.

«Να θυμάσαι πρέπει να επιστρέψεις πριν από τα μεσάνυχτα, γιατί τότε θα λυθούν θα μάγια και θα αποκαλυφτείς ποιά είσαι. Ότι είναι να κάνεις μπορείς να το κάνεις μέχρι τότε. Καλή σου τύχη».

Ο χορός είχε ξεκινήσει και είτε πλούσιοι είτε απλοί αστοί με τα καλά τους είχαν παρευρεθεί να τιμήσουν τον πρίγκιπα. Αρκετοί γονείς ήλπιζαν να διαλέξει μια από την δικιά τους ξεχωριστή κόρη. Ο πρίγκιπας Γουίλιμαν έδειχνε να πλήττει με όλη αυτή τη λάμψη και την κλασσική συνηθισμένη μουσική της ορχήστρας. Ξαφνικά υποκλίθηκαν μπροστά του η Μόντρια εν Μανταλιέ Κάχραμ με τις δυο αξιολάτρευτες κόρες της Ντάλια και Αμαρίντα. Πήρε άλλο ύφος αν και τον διέγειρε λίγο η Ντάλια. Είχε κάτι σκοτεινό και πολύ ελκυστικό, μα και πάλι την έβρισκε κενή. Την Αμαρίντα από την άλλη δεν την πρόσεξε καθόλου, εφόσον του φάνηκε για μια κοινότυπη αριστοκρατική παρουσία.

«Υψηλότατε θα μου χαρίσετε αυτό το χορό;», του απευθύνθηκε η Ντάλια και τότε εμφανίστηκε η Σταχτοπούτα μέσα στα γαλανόλευκα και δεν μπορούσε να πάρει το βλέμμα του από πάνω της.

«Αυτόν τον χορό μάλλον τον αξίζει άλλη με συγχωρείτε αγαπητή Ντάλια».

Πλησίασε την Σταχτοπούτα και με μια κίνηση η ορχήστρα έπαιξε ένα βαλς. Η Ντάλια δεν άντεξε σε αυτή την απόρριψη και μαζί με την μητέρα της κατέστρωναν σχέδιο πως θα διώξουν αυτή την μυστηριώδης κοπέλα. Ο πρίγκιπας δεν μπόρεσε να ξεκολλήσει από πάνω της και δεν είχε αρθρώσει ούτε μια λέξη. Έπεσε κάπως αδέξια η Αμαρίντα πάνω τους και έχυσε το ποτό της στη Σταχτοπούτα και η Ντάλια δεν έχασε λεπτό και ρίχτηκε στην αγκαλιά του Γουίλιμαν. Η Σταχτοπούτα μετά από αυτό θέλησε να πάρει λίγο αέρα, γιατί ένιωθε να πνίγεται και βγήκε στο κεντρικό μπαλκόνι. Μετά από λίγο την αγκάλιασε στις ωμοπλάτες ο πρίγκιπας και αναψοκοκκίνισε. Αφέθηκε αμέσως στο τρυφερό φιλί του. Ακούστηκε ξαφνικά το ρολόι να χτυπάει δυνατά. Σήμαινε ότι ήταν δώδεκα η ώρα.

«Πρέπει να φύγω.

-Ποιά είσαι;

-Δεν μπορώ να σου πω και καλύτερα να μην μάθεις ποτέ.

-Θα σε ξαναδώ;

-Ποτέ.

-Θα γυρίσω όλο τον κόσμο και θα σε βρω.

-Θα υπάρξουν θυσίες όμως. Γεια σου αγαπημένε μου».

Και καθώς έτρεχε της έπεσε το ένα κρυστάλλινο γοβάκι και ο Γουίλιμαν το μάζεψε :

«Κι όμως θα σε βρω».

Αλαφιασμένη προσπάθησε να προλάβει να γυρίσει πίσω στο αρχοντικό της και τα κουρελιασμένα της ρούχα είχαν φανεί και ξυπόλυτη πια έτρεχε στο δρόμο ματώνοντας τα πόδια της. Ευτυχώς έφτασε εγκαίρως και κουκουλώθηκε με ένα μακρύ πανί στο τζάκι και κοιμήθηκε χαμογελώντας για αυτό που έγινε στο χορό. Την επόμενη μέρα ένας σταλμένος αυλικός ανήγγειλε ότι ο πρίγκιπας Γουίλιμαν θα παντρευόταν σε όποια δεσποινίδα χωρούσε το γοβάκι που έχασε στο χορό.

«Αυτή είναι μοναδική ευκαιρία μητέρα θα μου κάνει και θα τον έχω στο χέρι.

-Ναι, κόρη μου και μακάρι να μην εμφανιστεί πάλι εκείνη η οχιά που πήγε να στον πάρει.

-Τί συμβαίνει μητέρα;

-Εσύ μην ανακατεύεσαι Σταχτοπούτα συμμάζεψε και φύγε να μην είσαι εδώ όταν έρθει ο πρίγκιπας.

-Μάλιστα κυρία», και γελούσε πονηρά χαμηλοφώνως.

Η άφιξη του πρίγκιπα δεν άργησε και χαιρέτησε με όποια ευγένεια κατείχε, ανυπομονώντας να βρει επιτέλους την μια και μοναδική γυναίκα που θα γινόταν σύντροφος του. Χωρίς να χάσει χρόνο φώναξε να καθίσουν οι δυο κόρες και να δοκιμάσουν το γοβάκι. Στην Αμαρίντα ήταν στενό και για να μην το σπάσει το έδωσε στην αδελφή της. Η Ντάλια φαινόταν σίγουρη μα απογοητεύτηκε, διότι της ήταν μεγάλο. «Δεν είναι δυνατόν Φρανσουά αυτή που το έχασε ήταν αόρατη; Αποκλείεται να μην υπάρχει και αυτό είναι το τελευταίο σπίτι που ήρθαμε».

Ο Φρανσουά δεν μπόρεσε να πει τίποτα και η Κάρμεν υπέδειξε την Σταχτοπούτα να δοκιμάσει το γοβάκι.

«Μα είναι μια υπηρέτρια πώς γίνεται να της κάνει και άμα της κάνει δεν είναι αριστοκράτισσα.

-Αυτή που ψάχνω κυρία Μόντρια δεν με νοιάζει από ποιά τάξη κατάγεται».

Η Σταχτοπούτα ντροπαλή κάθισε στην πολυθρόνα και ο Γουίλιμαν της φόρεσε το γοβάκι το οποίο ταίριαζε απόλυτα στο πόδι της.

«Ώστε εσύ ήσουν. Σε βρήκα αγαπημένη μου.

-Ναι και με λένε Ζέραφιν Κάχραμ και όχι Σταχτοπούτα και διατάζω να φυλακίσετε αυτές τις τρεις γυναίκες για την βία που υποβλήθηκα τόσο καιρό». Με ένα νεύμα του Γουίλιμαν της πήραν.

Ο γάμος έγινε μετά από μια βδομάδα και η Ζέραφιν ήταν λυπημένη που δεν μπορούσε να βρίσκεται και ο πατέρας της εκεί σε μια ευτυχισμένη της στιγμή. Έστειλε παντού να ψάξουν να τον βρουν, διότι ανησυχούσε που δεν είχε νέα του αρκετά χρόνια.

Ανακαλύφθηκε μετά από καιρό το πτώμα του πατέρα της σε μια κρυψώνα στο στάβλο στο αρχοντικό της. Μαρτυρίες των εργατών ομολόγησαν ότι τον σκότωσαν αυτές οι τρεις κακόφημες γυναίκες. Ο Γουίλιμαν προσπάθησε να κάνει ότι περνούσε από το χέρι του για να διώξει μακριά τον πόνο από την αγαπημένη του και εκείνη το πήρε σιγά-σιγά απόφαση και θέλησε να μην προχωρήσει σε κάτι άλλο, εφόσον η τιμωρία τους είχε ήδη επιβληθεί.

Μια νύχτα, όμως κρυφά από τον σύζυγό της κατέβηκε στα κελιά διώχνοντας τους φύλακες. Άνοιξε το κελί που ήταν οι τρεις γυναίκες. Κατευθείαν έσκυψαν μπροστά της και την παρακαλούσαν για συγχώρεση. Σήκωσε έναν διπλό πέλεκυ και τους έκοψε τα χέρια και κάγχαζε δυνατά με δάκρυα καυτά που κυλούσαν στα μάγουλά της. Δεν άντεχε να ακούει τις σπαρακτικές φωνές τους και τις τεμάχισε λυσσαλέα. Ύστερα πέταξε ένα-ένα τα κομμάτια τους να καούν στον κλίβανο. Ξάπλωσε δίπλα στις ματωμένες πλάκες μονολογώντας : «Σ’ευχαριστώ καλή μου νεράιδα. Ναι, ήρθε επιτέλους η σειρά τους».

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s