Μη νοσταλγείς ότι δεν πόθησες | Σταμάτης Παρασκευάς

–  (κρατώντας ένα χαρτί στα χέρια διπλωμένο στα τέσσερα) “Μη γίνεις να νοσταλγήσεις, ό,τι δεν πόθησες.

Δοκίμασε, μην απορρίψεις.

Θυμάσαι τις Διδυμίδες που εγώ τις έψαχνα όσο εσύ κρύωνες;

Μάζεψα λίγα απ’ τ’ αστέρια που έπεσαν, τα ‘κανα

φωτόμπαλα και στα πετώ στα μούτρα.

Κι όπως λάμπεις, φωτίζομαι και ιδρώνω.

Να ‘σαι συνεπής: όσο, τόσο. Όπου, επιτόπου. Αν, όταν. Όχι ελπίζω, θέλω.”

  • (χαμογελάει) Όχι, ακριβώς!

Στο μεταξύ είχαν αρχίσει να μαζεύονται σύννεφα και να ψιχαλίζει.

  • Φεύγουμε;
  • Φεύγουμε!

Μα δεν κουνήθηκαν. Έμειναν εκεί. Ο ένας έδεσε τα κορδόνια του, ενώ το δέντρο από δίπλα ήδη ανάβλυζε βρεγμένο χώμα. Και το σώμα τους βρεγμένο. Από δω και πέρα δε θα ξεχώριζες δάκρυα ή ιδρώτα ή το συνοφρύωμα αν ήταν από μιαν έκφραση ή από την βροχή.

  • Πάμε;
  • Πάμε!

Κι όλοι γύρω τους κουνήθηκαν, εκτός απ’ αυτούς που έμειναν στη θέση τους. Αλλά όλοι γύρω τους κουνήθηκαν κι αυτό ήταν μια κάποια κίνησις για αυτούς.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s