Η ατρόμητη Χιονάτη | Ελλάδα Κράλλη

Σε ένα βασίλειο πέρα στα ψηλά καταπράσινα βουνά καθόταν η βασίλισσα Νέμελι και κεντούσε. Το χιόνι είχε καλύψει βέβαια πολύ την πρασινάδα, μα ευτυχώς ο ήλιος έλιωνε τον περισσότερο πάγο τα πρωινά. Ο βασιλιάς Δομίνικος ο σύζυγός της βρισκόταν σε διαμάχη με αντίπαλο βασίλειο και δεν τον έβλεπε συχνά. Κάθε φορά ένιωθε ανακούφιση όταν επέστρεφε. Πάντα είχε στο πλευρό της την Ζελάιντα, την κουβερνάντα της.

«Κυρά μου θα δεις θα γυρίσει σύντομα ο  σύζυγός σας».

Δεν άκουγε και είχε αφαιρεθεί σε αυτό το όμορφο κέντημα που έφτιαχνε και ξαφνικά η βελόνα την τρύπησε στο δάχτυλο και η σταγόνα απλώθηκε πάνω στο παράθυρο, το οποίο ήταν κατασκευασμένο από έβενο και ήταν σκεπασμένο λίγο με χιόνι τώρα.

«Αχ! Καλή μου Ζελάιντα. Μακάρι το μωράκι που περιμένω να βγει κοριτσάκι και να έχει κατάμαυρα μαλλιά σαν τον έβενο και χείλη τόσο κόκκινα σαν το αίμα. Και εύχομαι σύντομα να γυρίσει και ο αγαπημένος μου και να είμαστε μια χαρούμενη οικογένεια».

Η Ζελάιντα αναστέναξε και χάιδεψε τα μαλλιά της Νέμελι. Γνώριζε ότι ο βασιλιάς θα αργούσε να επιστρέψει και συνεχώς η έννοια της ήταν να την καθησυχάζει.

Έφτασε ο καιρός και η βασίλισσα Νέμελι ήταν να γεννήσει και ο σύζυγός της έλειπε ξανά. Η Ζελάιντα ήταν μαζί της καθ’ όλη την διάρκεια του τοκετού και της κρατούσε σφιχτά το χέρι. Η μαία όμως δεν είχε ευχάριστα νέα για την κατάληξη της βασίλισσας. Αποκάλυψε μυστικά στην Ζελάιντα ότι το μωρό θα ζούσε και εκείνη δεν θα άντεχε και θα πέθαινε κατευθείαν. Ήταν επώδυνο, μα σκέφτηκε ότι θα ήθελε να ζήσει το παιδί της περισσότερο από εκείνη και έτσι έμεινε στο πλευρό της μέχρι το μοιραίο τέλος της. Με την τελευταία της κραυγή βγήκε ένα κοριτσάκι όπως ακριβώς ονειρευόταν με μαύρα μαλλάκια σαν τον έβεννο και χείλη κατακόκκινα σαν το αίμα. Η Ζελάιντα το ανακοίνωσε σε όλο το βασίλειο και έστειλε αγγελιοφόρο για να ενημερώσει τον βασιλιά Δομίνικο. Ο βασιλιάς όταν έμαθε τα νέα σοκαρίστηκε με το θάνατο της συζύγου του που τόσο αγαπούσε και χάρηκε που έστω είχε μια απόγονο και μάλιστα τόσο όμορφη. Χωρίς να χάσει άλλο χρόνο δήλωσε άλλον επικεφαλή του στρατού  και υπόγραψε συνθήκη ανακωχής. Επιθυμούσε να επιστρέψει μια και καλή στο παλάτι.

«Είναι τόσο όμορφη και γλυκιά.

-Ναι, κύριε ένας άγγελος.

-Και αυτή η αντίθεση των μαλλιών της και των χειλιών της με το δέρμα της την κάνει μοναδική. Θα την ονομάσω Χιονάτη. Πιστεύω θα το ενέκρινε και η Νέμελι.

-Σίγουρα άρχοντα μου. Ας είναι καλά εκεί που βρίσκεται και είμαι βέβαιη ότι θα είναι πολύ χαρούμενη που φροντίζετε την κορούλα σας.

-Δεν θα αφήσω κανένα να την πειράξει. Θα είμαι δίπλα της σαν φύλακας άγγελος».

Και όντως ο βασιλιάς Δομίνικος έδωσε όλη την στοργή στην κόρη του και υποσχέθηκε να μην ασχοληθεί με διαμάχες ποτέ ξανά. Μετά από λίγα χρόνια σε ένα χορό που έκανε το παλάτι για την τιμή των τεσσάρων γενεθλίων της μικρής Χιονάτης o Δομίνικος ερωτεύτηκε μια μυστηριώδης γυναίκα με μεγάλα μελιά μάτια και πολύ μακριά κόκκινα μαλλιά. Δεν νοιάστηκε αν είχε καταγωγή από ευγενή οικογένεια και ενδιαφέρθηκε πολύ να συνάψει περαιτέρω σχέση μαζί της. Το όνομά της ήταν Λενόρ, μα πίσω από την πλάτη της η Ζελάιντα την αποκαλούσε λάμια, διότι μπορεί να έδειχνε καλοσυνάτη μα βαθιά μέσα της έκρυβε μια μάγισσα, η οποία σκαρφιζόταν οτιδήποτε για να τα διεκδικήσει όλα.

Το ευτυχές γεγονός αναγγέλθηκε σε όλο το βασίλειο και οι κάτοικοι χάρηκαν που ο βασιλιάς θα αποκτούσε μια νέα σύζυγο, εφόσον είχε περάσει καιρός που βρισκόταν σε πένθος και ανυπομονούσαν να τον δουν πάλι να χαμογελάει. Η τελετή ήταν υπέρλαμπρη και όλοι άστραφταν εκείνη τη μέρα. Η Ζελάιντα ένιωθε λύπη που η αληθινή βασίλισσα είχε πεθάνει και αυτή η νέα σύζυγος θα έπαιρνε τη θέση της. ‘Ετσι έκρυψε τα συναισθήματά της και έδειχνε χαρούμενη. ‘Ομως, οι ευτυχισμένες μέρες χάθηκαν όταν μια άνοιξη ο βασιλιάς Δομίνικος απεβίωσε και ο γιατρός του βασιλείου το αιτιολόγησε ως καρδιακή προσβολή. Η Χιονάτη αν και μικρή μπόρεσε να καταλάβει ότι ο πατέρας της είχε φύγει από αυτή τη ζωή. Τον τίμησαν στενοί συγγενείς, όλη η αυλή και οι κάτοικοι όλης της πόλης. Η θλίψη φαινόταν σε όλων τα πρόσωπα.

Αφού πέρασε κάμποσος καιρός μετά την κηδεία η νέα βασίλισσα πια, απασχολούταν με την Χιονάτη. Διέταξε να την κλειδώσουν σε ένα σκοτεινό κελάρι εκεί που φυλούσαν τις τροφές και να έχει περιορισμένες ώρες που θα είναι έξω. Η Ζελάιντα θέλησε να επέμβει και η Λενόρ την απείλησε ότι θα την σκοτώσει έστω και ανακατευτεί σε κάτι που αφορά υποθέσεις του βασιλείου ή της θετής κόρης της. Της επέτρεψε να μείνει με τον όρο να μην φέρνει αντιρρήσεις και φυσικά δέχτηκε, διότι δεν ήθελε η Χιονάτη να παραμείνει στα δίχτυα αυτής της σατανικής γυναίκας.

Πέρασαν τα χρόνια και η Χιονάτη ήταν πια μια όμορφη νεαρή κοπέλα φρέσκια και απαλή σαν ένα ρόδο που μόλις το είχε αγγίξει η βροχή. Καθόταν στο συντριβανάκι λίγο πιο πέρα από το παλάτι και έπαιζε με τα καναρίνια. Η Λενόρ την παρακολουθούσε στενά με αυτό το δολοφονικό βλέμμα της. Γύρισε την πλάτη της και απευθύνθηκε σε ένα μαγικό καθρέφτη που της το είχε δώσει μια φημισμένη μάγισσα που κατοικούσε στην απαγορευμένη ζώνη του δάσους. Κοίταξε το είδωλό της όλο χαρά και είπε : «Καθρέφτη καθρεφτάκι μου ποιά είναι πιο όμορφη στον κόσμο αυτό;

-Πλέον σε όλο τον κόσμο η ομορφιά σας δεν αρκεί βασιλισσά μου γιατί η πιο όμορφη θα είναι πάντα η Χιονάτη.

-Η Χιονάτη; Πρέπει να βρω τρόπο να την ξεφορτωθώ».

Διέταξε έναν φρουρό να φωνάξει τον καλύτερο κυνηγό της χώρας. Μετά από λίγες ώρες που εμφανίστηκε του ανέθεσε μια ειδική απόστολή. Τον πρόσταξε να παρασύρει την Χιονάτη μέχρι βαθιά στην καρδιά του δάσους και να την σκοτώσει και σαν απόδειξη αυτής της πράξης του ζήτησε να φέρει πίσω την καρδιά της. Ο κυνηγός σάστισε με αυτό που τον διέταξε η βασίλισσα να διαπράξει μα δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς, επειδή θα έβαζε να τον σκοτώσουν. Με μια πρόφαση που σκέφτηκε πήρε μαζί του την Χιονάτη και περπάτησαν για ώρα μέχρι το δάσος να τους πυκνώσει. «Χιονάτη σταμάτα.

-Γιατί κύριε;

-Πρέπει να σε σκοτώσω έτσι μου είπε η μητριά σου.

-Μα, γιατί να θέλει να με σκοτώσει; Μάλλον για να έχει ολοκληρωτικά τον έλεγχο στο παλάτι και να βάλει αυτή όποιον διάδοχο θέλει.

-Δεν ξέρω καλή μου, μα δεν μπορώ να το κάνω και ας με σκοτώσει.

-Σας ευχαριστώ κύριε.

-Τώρα φύγε και μην ξαναγυρίσεις πίσω».

Και έτσι έκανε και ο κυνηγός σαν απόδειξη της έφερε την καρδιά ενός ελαφιού για να πειστεί η βασίλισσα.

Η Χιονάτη ήταν τόσο ταλαιπωρημένη και πεινασμένη. Τα ρούχα της είχαν φθαρεί και το σκότος πλησίαζε. Μέσα στο λυκόφως ξεπρόβαλε η μορφή ενός μικρού σπιτιού. Έτρεξε και πραγματικά η ακαταστασία ήταν αφόρητη εκεί μέσα, καθώς άνοιξε την πόρτα. Καθάρισε τα πάντα και μετά έπεσε να κοιμηθεί στο πάνω δωμάτιο σε ένα από τα εφτά κρεβάτια που βρήκε αν και ήταν μικρά για το μέγεθός της.

«Τέλμαρ τί έγινε στο σπίτι μας;

-Ω! Μάλλον κάποιον μπήκε να μας κλέψει, διότι τα πράγματα μας δεν είναι όπως πριν.

-Ντόκεν πάμε να κοιτάξουμε και πάνω».

Ανέβηκαν σιγά σιγά και άκουσαν κάτι να ανασαίνει από το δωμάτιο τους. Φοβήθηκαν και μαζεύτηκαν όλοι μαζί και μόνο ένας κατάφερε να ανοίξει την πόρτα. Έτρεμαν όλοι τους και σαν πήγε ο Καλπόζο να σηκώσει τα σκεπάσματα κραύγασαν και όλοι οι υπόλοιποι. Η Χιονάτη σηκώθηκε κι εκείνη φωνάζοντας, μα μετά όταν ηρέμησε είδε καθαρά ότι την κοιτούσαν με περίεργο τρόπο αυτά τα μικρά ανθρωπάκια. Έδειχναν χαριτωμένα και θέλησε να τους συστηθεί.

 

«Με λένε Χιονάτη καλοί μου και συγνώμη αν εισέβαλλα έτσι στο σπίτι σας, μα τριγυρνούσα έξω στο σκοτάδι και πεινούσα και ήμουν τόσο κουρασμένη. Σας ζητώ την βοηθεία σας κιόλας διότι δεν έχω που να μείνω και παραλίγο να πεθάνω επειδή το διέταξε η μητριά μου έτσι να γίνει.

-Με λένε Καλπόζο και οφείλω να πω ότι είστε πολύ όμορφη δεσποινίς.

-Ααα! ευχαριστώ πολύ.

-Λοιπόν για πες μας πως ήρθες μέχρι εδώ;».

Και εκείνη κάθισε και εξιστόρησε τα τελευταία γεγονότα που πραγματικά τους συγκλόνισαν.  Έκαναν συμβούλιο και αποφάσισαν να της επιτρέψουν να μείνει. Τους έμαθε με τον καιρό να είναι πιο τακτικοί και καθαροί. Ο Καλπόζο μια μέρα την έβλεπε χαζεμένος καθώς μάζευε μούρα και ενώ ο Χάγιαν του μιλούσε δεν τον άκουγε στα αλήθεια.

«Θα πάω μέχρι το ποταμό να πλύνω τα ρούχα και θα επιστρέψω. Να το πείτε και στους άλλους». Έδιωξε τον Χάγιαν με μια δικαιολογία και την ακολούθησε. Του άρεσε τόσο να την βλέπει και εδικά όταν  τραγουδούσε τόσο αιθέρια και απαλά, το απολάμβανε πολύ. Ένας καλπασμός όμως τα διέκοψε όλα. «Βάλκαν πόσο χαίρομαι που σε βλέπω.

-Και εγώ αγαπημένη μου Χιονάτη. Αλλά γιατί έφυγες από το παλάτι; Έψαχνα παντού να σε βρω και πουθενά.

-Με καταδιώκει η μητριά μου. Θέλει να με σκοτώσει.

-Συγνώμη που παρεμβαίνω, ποιός είσαι εσύ;

-Είμαι ο πρίγκιπας Βάλκαν και τα βασίλεια μας συνορεύουν με της Χιονάτης και από μικρά παιδιά οι γονείς μας είχαν αρραβωνιάσει.

-Μάλιστα».

Ο Καλπόζο απογοητευμένος έφυγε και τους άφησε μόνους. Η Χιονάτη ένιωθε χαρούμενη που την βρήκε ο Βάλκαν. Τον έδιωξε γρήγορα,δ ιότι φοβόταν για εκείνον και της έδωσε υπόσχεση ότι θα ξαναγυρίσει.

Στο παλάτι η βασίλισσα Λενόρ έπληττε αφόρητα. Έβαλε να κάψουν όλους τους γελοτοποιούς και έφερε καινούργιους, μα και πάλι επικρατούσε η ίδια ανία. Τους έδιωξε όλους και κατέβηκε στο μπουντρούμι που έκρυβε ολά της τα μαγικά και ξόρκια. Απευθύνθηκε ξανά στον μαγικό της καθρέφτη που τον είχε φυλάξει σε μια ντουλάπακα :

«Καθρέφτη καθρεφτάκι μου ποιά είναι πιο όμορφη στον κόσμο αυτό;

-Όσο η ομορφιά σας αγγίζει την πλάση άλλη τόση και παντοτινή και μοναδική ομορφιά θα έχει η Χιονάτη.

-Τίιιιιιι!!!!!! Αυτός ο κυνηγός με ξεγέλασε θα τον σκοτώσω, μα δεν θα αρκεί, γιατί εκείνη θα παραμένει ζωνταντή. Ήρθε η ώρα για τα μεγάλα μέσα».

Και έψαξε ένα τεράστιο αραχνιασμένο χοντρό βιβλίο με τα μαγικά της και μεταμορφώθηκε σε μια καλοσυνάτη γριούλα. Με ένα της σατανικό γέλιο βούτηξε ένα μήλο και από σάπιο και αηδιαστικό το μετέτρεψε σε ένα δροσερό και κατακόκκινο ολόφρεσκο μήλο που φαινόταν τόσο ζουμερό και δελεαστικό. «Χμμ με μια δαγκωνιά δεν θα σηκωθείς ποτέ ξανά μικρή μου Χιονάτη χαχαχαχ!!!!», είπε και συνεχώς καυχόταν. Έβαλε ένα σάλι και σχημάτισε μια πόρτα στους μαύρους λίθους σε εκείνο το μπουντρούμι και κατευθύνθηκε στο σπιτάκι που έμενε η Χιονάτη. Βοήθησαν τα μαγικά της και το βρήκε πιο εύκολα από ότι φανταζόταν.

«Καλημέρα καλό μου κορίτσι.

-Καλημέρα και σε σενα καλή μου γριούλα.

-Θα αγοράσεις ένα μήλο για να βοηθήσεις μια φτωχή γριά γυναίκα;

-Ααα!τι άσχημο και λυπηρό. Φυσικά και θα πάρω ένα. Θέλετε να περάσετε κιόλας μέσα να ζεσταθείτε λίγο;

-Σ’ευχαριστώ κοπέλα μου. Να πάρε το μήλο και δεν χρειάζεται να με πληρώσεις εκτιμώ την καλοσύνη σου.

-Είστε πολύ καλή. Α! τί όμορφο και λαχταριστό μήλο! Θα πάρω μια δαγκωνιά».

Έπεσε στο πάτωμα κατευθείαν και η Λενόρ γελούσε τόσο δυνατά που τρόμαξε τα αθώα πλάσματα του δάσους. Μετά από λίγο έφυγε με ένα ξόρκι, νιώθωντας πλέον σίγουρη για την επιτυχία της.

Οι νάνοι επέστρεψαν από άλλη μια δύσκολη μέρα στο ορυχείο και ο Καλπόζο αμέσως διαισθάνθηκε ότι η Χιονάτη είχε πάθει κάτι κακό και μπήκε μέσα στο σπίτι σπάζοντας την πόρτα. Την έπιασε αμέσως και τυλίχτηκε σε λυγμούς και όλοι μαζί θρηνούσαν που έχασαν την όμορφη φίλη τους. Επειδή είχε τόσο ξεχωριστή ομορφιά δεν θεώρησαν σωστό να την θάψουν όπως γίνεται κανονικά και της έφτιαξαν ένα γυάλινο φέρετρο και το φρουρούσαν μέρα νύχτα. Πέρασαν τρεις μέρες και ήταν η σειρά του Καλπόζο να την προσέξει. Άκουσε άλογα πιο πέρα να έρχονται.

«Τί συμβαίνει; Τί έπαθε η Χιονάτη;

-Την σκότωσε η μητριά της και πλέον είναι νεκρή και θα σου ζητούσα ευγενικά να φύγεις σε παρακαλώ.

-Όχι δεν θα φύγω και θα πάω αμέσως να την αντιμετωπίσω και θα πάρω και την Χιονάτη μαζί μου να λύσω τα μάγια.

-Τότε θα έρθω κι εγώ μαζί σου».

Διέταξε τους άντρες του να πάρουν το φέρετρο και να το τοποθετήσουν προσεκτικά στο κάρο. Ο Καλπόζο ανέβηκε στο άλογο του Βάλκαν και όλοι μαζί έτρεξαν προς το παλάτι. Ο Βάλκαν αγνόησε τους φρουρούς για τη παρενόχληση της βασίλισσας και μπήκαν όλοι με βία στην αίθουσα που γευμάτιζε. Είχε μείνει έκπληκτη με την είσοδο τους αυτή.

«Βάλκαν να που ξαναγύρισες. Τελικά ακόμα με ποθείς;

-Ποτέ δεν σε ήθελα Λενόρ. Τώρα αντέστρεψε τα μάγια.

-Δεν μπορώ να κάνω τίποτα, είναι νεκρή από την ώρα που δάγκωσε εκείνο το μήλο. Ξεχασέ την Βάλκαν και παντρέψου εμένα και έλα να ζήσουμε μαζί.

-Ποτέ θα σε……» και ο Καλπόζο με ένα σπαθί μαχαίρωσε βαθιά τον Βάλκαν και πέθανε ακαριαία.

«Αχα! Γενναίο μου όμορφο αγοράκι σε είχα υποτιμήσει.  Με απάλλαξες από αυτόν. Θες να ζήσεις μαζί μου;

-Για να δούμε τη γνώμη θα έχει κάποια άλλη.

-Αχ τα νεκροβαρύπλουτα μάγια είναι πολύ κουραστικά.

-Χιονάτη;».

Η Λενόρ δεν μπόρεσε να μιλήσει από το σοκ…. «Μα, μα…. εσύ…. εσύ ήσουν νεκρή.

-Χμμ νόμιζες ότι θα έπεφτα τόσο εύκολα στην παγίδα σου διαβολική Λενόρ;

-Δεν καταλαβαίνω μα μα πώς;

-Η Ζελάιντα ήταν κόρη της μάγισσας Πολούκα αυτή που έμαθε και σε ‘σενα τόσα, αλλά σου διέφυγε ότι τα περισσότερα τα φυλούσε για ‘μενα.

-Δεν μπορώ να το πιστέψω. Θα πεθάνεις άτιμη». Ύψωσε απότομα το χέρι της και αμέσως την αφόπλισε.

«Βαρέθηκα τα παιχνίδια.

-Κάντην χίλια κομματάκια και το αίμα της να πέφτει σαν βροχή.

-Πόσο κακός είσαι χεχεχ!».

Και με μια κίνηση δημιούργησε έκρηξη και διαλύθηκε στον αέρα. Το αίμα καθώς έπεφτε οι δυο τους φιλιόντουσαν και χόρευαν μέσα σε αυτή την κόκκινη βροχή.

Όμως ο κόσμος των παραμυθιών δεν σταματάει εδώ, αλλά μονάχα μια μικρή διακοπή και ύστερα όλα θα χαθούν στη σιωπή. Μάλλον η αυγή κοντοζυγώνει και τα τέρατα πρέπει να κρυφτούν. Μην ανησυχείτε σύντομα οι εφιάλτες θα επανέλθουν ως τότε αναμένετε σε κάτι ειδυλλιακό που γρήγορα θα αποκαλυφθεί και αυτό το μυστικό.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s