Μια μοντέρνα Κοκκινοσκουφίτσα | Ελλάδα Κράλλη

Και θα αναλογιστείτε ότι όλα ξεκινάνε με μια απλή φράση «Μια φορά και έναν καιρό». Πολλοί λάτρεψαν αυτόν τον όρο, άλλοι τον προσκύνησαν, άλλοι τον εγκατέλειψαν και άλλοι τον απομυθοποίησαν. Στοχαστές και σοφοί δεν μπόρεσαν να βρουν ένα νόημα σε αυτό το ταξίδι της μυθικής πραγματικότητας. Περιπλέκεται ένα τόσο αγαθό συναίσθημα που αγκαλιάζει κάθε ανθρώπινη  καρδιά. Παιδιά που τρέχουν χαρωπά σε ένα καταπράσινο λιβάδι με την ελπίδα μέσα τους να τους καθοδηγεί. Πριγκίπισσες να χαμογελάνε με την αστραφτερή τους τιάρα στα ολόφρεσκα μαλλιά τους και να υποδέχονται νέους συζύγους σε χορούς καθημερινούς και ένα φιλί που θα μετατρέψει το μίσος σε αγάπη και όλοι στο τέλος θα τραγουδούν σε μια καινούργια χαρμόσυνη γιορτή. Μήπως όμως η οπτική των πραγμάτων όπως την αντικρίζουμε μας επιφυλάσσει κάτι διαφορετικό;

Μια φορά και έναν καιρό…. Κάπου σε ένα μακρινό δάσος ζούσε ένα πολύ όμορφο κοριτσάκι. Είχε μαύρα μακριά μαλλιά και αδύνατο σώμα. Η μητέρα της δεν είχε χαρεί τα υπόλοιπα παιδιά της, διότι πέθαιναν στη γέννα.     Υπήρχε ένας μύθος από τους γύρω κατοίκους. Μια νύχτα με πανσέληνο η Ανδόρα είχε ακούσει  αυτή την ιστορία για το θρυλικό πλάσμα που κατοικούσε στο δάσος από άλλους ανθρώπους που έμεναν εκεί κοντά, αν και δεν είχε και πολλές στενές σχέσεις μαζί τους. Προτιμούσε να μένει μακριά από όλους. Η ιστορία έλεγε για ένα τεράστιο τριχωτό θηρίο που για αιώνες έπαιρνε ψυχές άγνωστων δίχως να μάθουν τι απέγιναν. Είχε σκεφτεί να ψάξει να το βρει, μα πάντα την φόβιζε. Αυτό συνέβη όταν ήταν νεαρή και την έπιανε συνεχώς η περιέργεια για όλα τα παράξενα. Γεννήθηκε ο φόβος στα βάθη του μυαλού της και αποφάσισε να το ξεχάσει. Με τα χρόνια όμως έβλεπε τον θάνατο των τέκνων της και η λύπη της ήταν πλέον η μοναδική της φίλη. Ο άντρας της είχε εξαφανιστεί και δεν μπήκε καθόλου στον κόπο να μάθει αν ζει ή αν πέθανε μιας και η θλίψη της για τον χαμό των παιδιών της είχε μεγαλώσει. Βρισκόμενη σε απελπιστική κατάσταση πάλευε να βρει δύναμη να δώσει τέλος στη ζωή της, αφού πίστευε ότι δεν είχε αξία να υπάρχει και να παραμένει μόνη.

Έκανε κρύο και τα χέρια της έτρεμαν και είχαν ξυλιάσει ασχέτως με την μικρή φωτιά που είχε ανάψει για να ζεσταθεί. Είχε πάρει το μαχαίρι και ήταν έτοιμη να μαχαιρωθεί στη κοιλιά, όμως ένας ψίθυρος την έκανε να το πετάξει. Νόμιζε ότι ήταν ο βοριάς, μα άκουσε καλύτερα και ξεχώρισε ότι κάποιος την καλούσε. Αν και δεν έβλεπε τίποτα μέσα στο σκοτάδι γύρω της τα ζώα την παρακολουθούσαν και σαν μαγεμένη όδευε σε έναν κούφιο κορμό δέντρου. Υπήρχε κάτι σαν πόρτα σκαλισμένη γύρω γύρω. Σκαρφάλωσε και μπήκε μέσα. Έπεσε απότομα πιο βαθιά. Διαισθάνθηκε την οσμή της θείας γης και του φρέσκου χώματος δίπλα της, αλλά βρισκόταν ακόμα μέσα σε εκείνο το δέντρο. Υπήρχε σκοτάδι ακόμα και ξαφνικά φώτισε το έδαφος. Ολόγυρα ήταν τοποθετημένα κάτασπρα κεριά και στη μέση ένα δισκοπότηρο. Η μαγευτική φωνή την παρακαλούσε να δώσει μια σταγόνα αίματος της και μετά να ρίξει ένα δάκρυ για κάθε χαμένο της παιδί και ύστερα να το πιεί με λίγο κρασί που βρισκόταν δίπλα της. Η Ανδόρα υπάκουσε και γονάτισε και αφού τήρησε όλη την διαδικασία έπεσε λιπόθυμη κρατώντας το δισκοπότηρο χωρίς να έχει πιεί την τελευταία σταγόνα που την απορρόφησε κατευθείαν το χώμα . Η Ανδόρα σηκώθηκε απότομα και συνειδητοποίησε ότι την είχε πάρει ο ύπνος στην ξύλινη καρέκλα και πήγε στο δωμάτιο να ξαπλώσει πιο άνετα. Χαμογέλασε και μετά αμέσως κοιμήθηκε.

Χωρίς να το περιμένει απέκτησε ένα πανέμορφο κοριτσάκι την Βερμίνα μετά από εννιά μήνες. Της έδωσε αυτό το όνομα για το σκούρο των ματιών της, διότι δεν ήταν μόνο απλά καστανά, αλλά είχαν και μια απόχρωση  βαθύ κόκκινου. Συχνά την έντυνε στα κόκκινα  και όταν έφτασε στην εφηβεία, της έκανε δώρο μια κόκκινη κάπα.  Η Βερμίνα από τότε δεν την αποχωρίστηκε ποτέ. Η μητέρα της είχε βγάλει χαϊδευτικά το παρατσούκλι ‘’Κοκκινοσκουφίτσα’’.

Μια μέρα η μητέρα της ανακοίνωσε ότι η γιαγιά της, που σπάνια την έβλεπαν, ήταν πολύ άρρωστη και την παρακάλεσε να της πάει ζεστή σούπα και διάφορα άλλα καλούδια. Της επισήμανε να την ευχαριστήσει που θα την επισκεπτόταν μετά από πολύ καιρό. Η Βερμίνα δέχτηκε αμέσως, εφόσον λάτρευε την μοναδική συγγενή της σε αυτό τον κόσμο.

«Να προσέχεις στο μονοπάτι με τις μαργαρίτες. Μόλις το δεις να στρίψεις δεξιά όχι να πας ευθεία.

-Ναι, μαμά μου τα λες αυτά από τότε που ήμουν πολύ μικρή.

-Μα σου έχω πει πολλές φορές για…

-Για το μυθικό πλάσμα του δάσους που αναζητά ψυχές. Ναι, μητέρα μου ξέρω και μην φοβάσαι. Θα γυρίσω πριν μεσημεριάσει». Την σταύρωσε στο δρόμο και προσευχόταν να γυρίσει σώο το κοριτσάκι της.

Στο δρόμο η Βερμίνα ακολούθησε τρία σκιουράκια και πέταξε μαζί με τις πολύχρωμες πεταλούδες που πετάριζαν μαζί της από λουλούδι σε λουλούδι. Έπαιξε για λίγη ώρα και ξάπλωσε να ξεκουραστεί. Μετά από λίγο κατάλαβε ότι είχε απομακρυνθεί πολύ από το σπίτι της γιαγιάς της και είχε χαθεί στο δάσος με τις μαργαρίτες που απαγορευόταν να πάει. Αναστατωμένη άρχισε να τρέχει δίχως να ξέρει προς τα που ήταν ο σωστός δρόμος. Την τρόμαξε μια βαριά φωνή… «Μικρούλα μου πού πηγαίνεις;

-Ποιός είστε; Μήπως το μυθικό πλάσμα που φοβούνται όλοι;

-Χαχαχαχα μικρούλα μου όχι απλά να σε χαιρετήσω ήθελα εγώ και μην με φοβάσαι. Και από το καλαθάκι που κρατάς φαντάζομαι το πας κάπου ε;

-Ναι, το πάω στη γιαγιά μου που είναι πολύ άρρωστη και βρίσκεται στο τέλος του δρόμου.

-Ααα! προλαβαίνεις να πας. Μείνε λίγο και παίξε μαζί μας».

Και το πλάσμα σήκωσε την πατούσα του και καπνός φανερώθηκε και μέσα από αυτόν πεταλούδες και μικρά ζωάκια  περικύκλωσαν την Βερμίνα. Είχε ξετρελαθεί τόσο με αυτά και αφοσιώθηκε μαζί τους.

Το πλάσμα βρήκε την ευκαιρία και έτρεξε προς το σπίτι της γιαγιάς του κοριτσιού. Μπήκε από την πίσω πόρτα μιας και δεν ήταν καλά κλεισμένη, εφόσον ήταν ετοιμόρροπο το σπίτι. Η γιαγιά δεν μπόρεσε να καταλάβει ούτε να δει καλά ποιός μπήκε στο σπίτι και το μόνο που ένιωσε ήταν κάτι κοφτερά δόντια στο λαιμό της. Το πλάσμα είχε κατασπαράξει την γιαγιά και τα κομμάτια της είχαν πεταχτεί σε όλους του τοίχους και το αίμα κυλούσε από τα δόντια του. Μετά από το γεύμα του με τη γιαγιά περίμενε να καταφθάσει το μικρό κορίτσι για να το μασουλήσει ως επιδόρπιο.

Η Βερμίνα απορροφήθηκε τόσο από τα ζώα που είχε για συντροφιά που όταν ο ήλιος έκαιγε ψηλά παρατήρησε ότι είχε περάσει πολύ η ώρα και έπρεπε να φύγει. Το δρόμο ευτυχώς τον βρήκε εύκολα. Χτύπησε την πόρτα και δεν πήρε απάντηση. Μπήκε μέσα και το δωμάτιο έμοιαζε τόσο σκοτεινό και υπήρχε μόνο μια αχνή φωταψία από τη ξύλινη οροφή.

«Γιαγιάκα μου ήρθα να σε δω. Αχ! πόσο μου έλειψες.

-Και ‘μένα Κοκκινοσκουφίτσα μου έλειψες πολύ.

-Πωπω! Γιαγιά τι μεγάλα μάτια που έχεις.

-Για να σε βλέπω καλύτερα κοριτσάκι μου.

-Γιαγιάκα τί μεγάλα αυτιά που έχεις.

-Για να σε ακούω καλύτερα κοριτσάκι μου.

-Γιαγιά τι μεγάλο στόμα που έχεις.

-Για να σε φάω καλύτερα μικρή μου χμμ!».

Και εκεί που το πλάσμα πήγε να επιτεθεί στη Βερμίνα το άρπαξε και έσπασε όλα του τα κόκκαλα. Λίγο πριν πεθάνει ήπιε μέχρι και την τελευταία του σταγόνα. Πετάχτηκε τρομαγμένος ένας σωματώδης νεαρός με στολή κυνηγού.

«Κοκκινοσκουφίτσα είσαι καλά;

-Μην ανησυχείς Τζόναθαν τώρα είμαι. Μάλλον δεν κάνεις καλά τη δουλειά σου. Έλα να τακτοποιήσουμε αυτό το θέμα».

‘Έγνεψε και μαζί έσυραν τα απομεινάρια της γιαγιάς της και το πλάσμα στην κοντινότερη λίμνη. Έδεσαν πέτρες πάνω τους και τους έριξαν μέσα. Η Βερμίνα κοιτούσε κατάματα το πως βυθίζονταν.

«Ποτέ δεν μου άρεσαν οι λύκοι σαν φαγητό. Τώρα έμαθε ποιός κάνει κουμάντο και ποιόν οι άνθρωποι πρέπει να φοβούνται», τα έλεγε αυτά καθώς απομακρυνόταν και με το φως του φεγγαριού χάθηκε.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s