Σ’ ευχαριστώ μαμά

Ήσουν ο ζεστός μου συγκάτοικος για 9 μήνες. Ήμουν η εύθραυστη ψυχούλα σου. Με τάιζες, μου ψιθύριζες τα βράδια, με ηρεμούσες με μουσική, μου έλεγες σ’ αγαπώ σε κάθε πρωινό ξύπνημα. Δεν τα έβλεπα, πώς να τα έβλεπα ρε μαμά μέσα σε εκείνο το σκοτεινό δωμάτιο;

Τα ένιωθα όμως. Σ’ αγαπώ μαμά, ψιθύριζα και εγώ με μια αδέξια κλοτσιά μου και ας φοβόμουν μη σε πονέσω.

Ήθελα τόσο πολύ να σε κοιτάξω στα μάτια, να σου χαμογελάσω και να σου πω εδώ είμαι μαμά, η δικιά σου εύθραυστη ψυχούλα. Σ’ αγαπώ πολύ.

9 μήνες αργότερα, το ‘πα. Το ‘πα με το πιο σπαρακτικό κλάμα αγάπης και τρυφερότητας που είχα να σου χαρίσω και που ποτέ δε θα ξαναμοιραστώ. Γιατί για σένα ήταν αφιερωμένο μαμά, για σένα που μου χάρισες εκείνο το χάδι με το που άνοιξα τα μάτια μου.Για σένα που μου πρόσφερες την ζωή.

Η γνωριμία μαζί σου ήταν από τις ομορφότερες εμπειρίες μου. Ξυπνούσαμε μαζί, τρώγαμε μαζί, παίζαμε, γελούσαμε, μοιραζόσουν τα όνειρα σου, τους πόνους, τις ανάγκες σου πολλές φορές και το θυμό σου, παρόλο που δεν ήθελα να σε νευριάζω επίτηδες.

Πρώτη μου λέξη; Μαμά.

Κλαις. Αναρωτιέμαι γιατί κλαις. Έκανα κάτι που σε πείραξε; Αλήθεια δεν το ήθελα, μαμά.

Πρώτα μου γενέθλια. Ενός χρονών…

Ένας χρόνος μαζί, ένας χρόνος που μ’ έχεις στην αγκαλιά σου και μου ψιθυρίζεις σ’ αγαπώ. Είμαι το  παιδί σου.

Πρώτο μου περπάτημα. Κλαις. Αλλά μεγάλωσα ρε μαμά, ξέρω ότι δεν σε πλήγωσα πλέον, καμαρώνεις το κοριτσάκι σου, η ψυχούλα σου έκανε το πρώτο της βήμα.

Πρώτη μου βόλτα. Δε μιλά καμία μας, ο ήλιος μας ντύνει με τις πιο όμορφες χρυσαφένιες κορδέλες του και χαμογελάμε. Απλά χαμογελάμε από ευλογία.

Πρώτη μέρα στο σχολείο. Φοβάμαι μαμά, φοβάμαι πολύ.

Πρώτος τσακωμός. Σε μισώ, δε σ’ αγαπάω πια.

Πρώτο μου φιλί, πρώτη μου επανάσταση, κλάμα, βρισιά, περίοδος, σεξ, χωρισμός, σπίτι, πτυχίο, πόνος, γέννα.

Πάντα εκεί, ποτέ δε χωριστήκαμε. Δε με άφησες ούτε στιγμή. Φοβόσουν μη με σπάσουν, μη με εκμεταλλευτούν, μη με πληγώσουν. Φοβάσαι που μ’ αγαπάς τόσο. Δε χωράει τόση αγάπη σε δυο αέρινες ψυχές, δε κοντοζυγώνει, εκδηλώνεται με το χαστούκι, με την αγκαλιά, την τιμωρία, το σε λατρεύω, το δε σ’ αντέχω άλλο.

Μαμά όλα καλά, μη φοβάσαι πια. Δεν παθαίνω τίποτα, μεγάλωσα.

Δε θα αφήσω κανένα να με πληγώσει, να με κοροϊδέψει, να με πονέσει.

Δε θα τον αφήσω, μονάχα για σένα. Μη φοβάσαι πια. Ωρίμασα, μεγάλωσα, είμαι γυναίκα πλέον.

Γυναίκα…

Κλαις. Με κοιτάς με όλο ζεστασιά και αγαλλίαση και μένεις και ονειρεύεσαι αναμνήσεις.

Κοιτάς όλη την ζωή, τους πόνους της γέννας, τα ξενύχτια της ίωσης, το φιλί για τον πονόδοντο, το κλάμα της πρώτης λέξης, τον αποχωρισμό. Όλα. Τα κοιτάς μέσα από τα δυο μου καστανά μάτια .

“Έγινε γυναίκα…”

Φοβάσαι πως θα φύγω, θα ζήσω, θα ευτυχήσω και θα σε ξεχάσω. Θα ευτυχήσω και θα σε ξεχάσω.

Γίνονται αυτά ρε μαμά;

Είμαι μόνη σε κάποιο ψυχρό δωμάτιο και φοβάμαι. Που είσαι; Με πληγώσανε μαμά; Που είσαι; Πονάω.

Είμαι 20 χρονών και δε σε βλέπω πια, στο ελάχιστο μιλάμε. Που είσαι; Μου λείπεις, ρε μαμά.

Έχω τόσα πολλά να σου πω, που ποτέ δεν στα είπα. Ίσως και να τα θεωρούσα αυτονόητα. Τόσα πολλά που ποτέ. Από ντροπή ή εγωισμό; Εγώ μεγάλωνα για σένα, αρκούσε αυτό δεν αρκούσε; Μεγάλωνα για την αγάπη σου, την αγκαλιά σου, τις φωνές σου το φιλί σου, τον σπαραγμό σου. Για σένα.

«Τα ρούχα που δεν έμαθα να πλένω τα βάζω στη σακούλα και στα φέρνω
Ρωτάς για την καριέρα μου τη νύχτα και τη μέρα μου κι εγώ να σου μιλάω καταφέρνω
Και σκέφτομαι που πίνω κόκα κόλα για να ναι πάντα ίδια αλλάζουν όλα
κι ανοίγω το ψυγείο σου το έλα και τ αντίο σου ζητούσα στη ζωή μου, πάνω απ όλα
Μαμά, πεινάω, μαμά, φοβάμαι, μαμά, γερνάω και τρέμω να μαι αυτό που χρόνια ανησυχείς ωραία, νέα κι ατυχής. Τα χρόνια που μεγάλωνες για μένα
να ξέρεις πως σου τα χω φυλαγμένα. και τέλειωσα με άριστα, αλλά δεν έχω ευχάριστα
μαμά, όλα στον κόσμο είναι γραμμένα. Πενήντα καλοκαίρια και χειμώνες
τις άγριες σου φέρνω ανεμώνες και κοίτα ένα μυστήριο του κόσμου το κριτήριο
πως μοιάζουμε μου λέει σα δυο σταγόνες. Μαμά, πεινάω, μαμά, φοβάμαι, μαμά, γερνάω
και τρέμω να μαι αυτό που χρόνια ανησυχείς ωραία, νέα κι ατυχής»

Στο τραγουδάω μαμά. Είσαι δίπλα μου δεν έφυγες, κάνε την κίνηση να φύγεις και θα σε κανονίσω εγώ.Μεγάλωσα μαμά, είμαι εδώ, κουρνιάζω στην αγκάλη σου και στο τραγουδάω. Μπορεί να μαλώσαμε την τελευταία φορά που μιλήσαμε, αλλά δεν πειράζει μαμά, αρκεί που είσαι δίπλα μου και ας μου κρατάς μούτρα.

Μεγαλώνω και είσαι εκεί. Πονάω και είσαι εκεί. Γελάω και είσαι εκεί, βγάζω ρυτίδες, πίνω καπνίζω, βρίζω. Είσαι εκεί. Το ακούω και σε κοιτάζω, με κοιτάς στα μάτια και μου ψιθυρίζεις σ’ αγαπώ.

20 καλοκαίρια και χειμώνες. Σε ευχαριστώ μαμά.

«Κι ένα τέταρτο μητέρας αρκεί για δέκα ζωές, και πάλι κάτι θα περισσέψει που να το ανακράξεις σε στιγμή μεγάλου κινδύνου». Οδυσσέας Ελύτης

Πηγή: http://www.mindthetrap.gr/

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s